Tabs: Blog | About Me |

29.1.16

Άλλος για ... Κιριμπάτι

Μαγικό έτος 1999.
Τον περίμενα στο αεροδρόμιο. Ήξερα μόνο ότι φοράει καφέ δερμάτινο μπουφάν και κρατάει ένα μεγάλο πράσινο ντοσιέ. Έτσι μου είπε στο τηλέφωνο πριν ξεκινήσει από την Αθήνα. Στεκόμουν στην είσοδο του αεροδρομίου αβέβαιη για το αν θα καταφέρω να τον εντοπίσω. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση.
Το σκηνικό ήταν εντελώς παράξενο: είχα βαλθεί ως καλή Σαμαρείτισσα να εξυπηρετήσω μία φίλη που κρεβατώθηκε ξαφνικά με ίωση. Έπρεπε λοιπόν, να παραλάβω από το αεροδρόμιο τον μυστηριώδη κύριο για λογαριασμό της και να τον μεταφέρω σε μία Δημόσια Υπηρεσία στο Ρέθυμνο. Δέχτηκα πρόθυμα όταν άκουσα τον πανικό της στο τηλέφωνο και την φωνή της που έκδηλα μαρτυρούσε πόσο την είχε ταλαιπωρήσει η ίωση. Στημένη όμως πλέον στο πρωινό βοριαδάκι του αερολιμένα αναθεμάτιζα τις καλοσύνες μου. Και η ιδέα να τον βάλω στο πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Ρέθυμνο μου φαινόταν πολύ προτιμότερη.

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν με πλησίασε. Μία συμπαθητική χαμογελαστή φατσούλα που δεν σε προδιέθεται με τίποτα για τον "τρομερό μεγαλόσχημο προϊστάμενο" του οποίου η άφιξη είχε πανικοβάλλει την φίλη μου. Ευγενικός σε .. βαθμό κακουργήματος. Τόσο που ξέχασα κάθε σκέψη για ΚΤΕΛ και πήραμε το δρόμο για το Ρέθυμνο together.
Κάπου στη διαδρομή το κινητό μου άρχισε να χτυπάει με την συνήθη του συχνότητα: δηλαδή, συνέχεια. Ζητούσα διαρκώς συγνώμη και στη λήξη κάθε τηλεφωνήματος έβγαινα όλο και πιο αγχωμένη για όσα .. έτρεχαν στην καθημερινότητα, ενώ εγώ τους ξέφευγα -υποτίθεται κατά Ρέθυμνο μεριά.
Κάποια στιγμή χαμογέλασε συγκαταβατικά και μου είπε:
- Ζούσα για χρόνια έτσι. Αγχωμένος με την δουλειά, αγχωμένος με τη ζωή, αγχωμένος με όλα. Μέχρι που πήγα στο ... Κιριμπάτι.
Σαν κάτι να μου θύμιζε το όνομα αλλά ζήτησα .. διευκρινήσεις.


Και τότε οι αφηγήσεις του ξεχύθηκαν σαν ποταμός. Η Υπηρεσία την οποία επόπτευε είχε αναλάβει ένα έργο εκεί, για λογαριασμό του ελληνικού κράτους. Το Κιριμπάτι είναι ένα σύμπλεγμα νησιών κοραλλιογενούς προέλευσης στην καρδιά του Ειρηνικού, παρακαταθήκη των εξερευνήσεων του Κάπταιν Κουκ.
"Ζω τρία χρόνια στο Κιριμπάτι κι εκεί ο χρόνος μετράει αλλιώς, μου είπε. Το μόνο ρούχο που χρειάζεται κανείς είναι το μαγιώ του. Οι ντόπιοι ψαρεύουν νωρίς και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούν στη θάλασσα. Οι γιορτές και τα τραγούδια είναι καθημερινό χάπενινγκ. Ζωή παραδεισένια".
Άρχισε να μου περιγράφει πανέμορφες ακρογιαλιές, φιλικούς ανθρώπους, εξωτικά φρούτα, παράξενα ψάρια, καλύβες ιθαγενών και μία καθημερινότητα που απαιτούσε μόλις τα απαραίτητα. Δηλαδή, αυτά που εμείς λέμε πια "ποιοτικό χρόνο". Καλό φαγητό, καλή παρέα, χαλάρωση, διάβασμα, βόλτες στην παραλία και διασκέδαση.
"Όλες οι αποσκευές μου θα είναι πάλι βιβλία" μονολογούσε. "Στο Κιριμπάτι διαβάζω πολύ, καθώς δεν έχουμε τηλεόραση και το νυχτερινό μπάνιο δεν το πολυθέλω. Άλλωστε, και ρούχα δεν έχει νόημα να κουβαλάω. Με ένα μαγιώ περιφερόμαστε όλοι εκεί".

Σιγά σιγά με συνεπήρε με τις αφηγήσεις του. Καταβρόχθιζα τα χιλιόμετρα της εθνικής και με σκεφτόμουν με φούστα χούλα χουπ στο Κιριμπάτι και γαρύφαλλο στ' αυτί (κιριμπατογαρύφαλλο, για να εξηγούμαι) να χορεύω ξυπόλητη στην παραλία, με άγριες τελετουργικές κινήσεις στο σημείο που μόλις θα 'χα θάψει το κινητό μου.
Όταν φτάσαμε στο Ρέθυμνο και πήγαμε στην υπηρεσία του, έβγαλε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες κι άρχισε να με ξεναγεί στον .. παράδεισό του. Μαγεύτηκα. Καταγάλανα νερά και χαμογελαστές ηλιοκαμμένες φάτσες. Επιστρέψαμε στο Ηράκλειο και σε όλη την διαδρομή τον έβαλα μαζωχιστικά να συνεχίσει τις Κιριμπάτιες ιστορίες του.
Πήγαμε για φαγητό στου φίλου μου του Μηνά (μέγας χαβαλετζής και θυμόσοφος). Γρήγορα ήρθε να καθίσει μαζί μας και ... κόλλησε κι αυτός με όσα άκουσε. Κάτι το κρασάκι, κάτι που η μέρα τέλειωνε, βρεθήκαμε γρήγορα να ενώνουμε τραπέζια και να μαζεύονται φίλοι και γνωστοί τριγύρω. Και στη μέση της συζήτησης μόνιμα πλέον θρονιασμένο το ... Κιριμπάτι.
Άλλος να ρωτάει πληθυσμό, άλλος γεωγραφική θέση, άλλος ιστορία. Κι ο νεόφερτος συνδαιτημόνας μας να 'χει απαντήσεις για όλα. Είχαμε αρχίσει πια να τον κοιτάζουμε με ζήλια. Με την καλή έννοια, που λέει κι ο Θέμος.


Ώσπου, ξαφνικά τον πήρε το παράπονο.
"Δεν θέλω να ξαναγυρίσω, ρε παιδιά στο Κιριμπάτι" είπε κάποια στιγμή απροσδόκητα.
Κόκκαλο η ομύγυρης!! "Γιατί, καλέ μου άνθρωπε? αρχίσαμε να ρωτάμε παραξενεμένοι. Το δικό μας όνειρο είχε πάρει σάρκα και οστά κείνη την ώρα μέσα από τις αφηγήσεις του. Ένας τόπος χωρίς κρίση, χωρίς άγχη, υπέρμετρους καταναλωτισμούς και πλουτισμούς, χωρίς περικοπές και φόρους, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά, χωρίς ... όσα μας τρέχουν και μας κατατρέχουν. Κι αυτός ο Χριστιανός δεν ήθελε να γυρίσει?
- Έχει λάκκο η φάβα? τον ρωτούσαμε.
- Τι δεν πάει καλά με το Κιριμπάτι?
- Τι μας έκρυψες?
- Μήπως τα παραφούσκωσες?
- Όχι, βρε παιδιά. Όπως σας τα λέω είναι. Αλλά ζω ολομόναχος σε ένα σπίτι με 22 δωμάτια. Νοσταλγώ να μιλήσω ελληνικά. Θέλω φίλους .. έλληνες, να πω αστεία κι ανέκδοτα στη γλώσσα μου. Να πιω κρασί και να χορέψω ζεϊμπεκιές κι ανάθεμά το για Κιριμπάτι, όλα τα καλά του κόσμου έχει, αλλά έλληνες δεν έχει. Να, τώρα δα να μου λέγατε ότι έρχεστε να πάμε όλοι μαζί εκεί ... έτσι όπως είμαστε .. δεν με ένοιαζε να ζήσω μία ζωή στο Κιριμπάτι. Αλλά μόνος δεν θέλω να ξαναγυρίσω".

Πιάσαμε να τον παρηγορούμε και να του τάζουμε. Μισοαστεία και μισοσοβαρά. Μέχρι που ο Μηνάς πήρε το μπλοκάκι των παραγγελιών κι έγραψε στο πάνω μέρος: ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ. Από κάτω βάλθηκε να συγκεντρώνει τα ονόματά μας. Κι έπειτα μας έβαλε να υπογράψουμε το ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΟ. "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι δηλώνουμε με πάσα ειλικρίνεια -και μετά από σφοδρή κρασοκατάνυξη- ότι θα μεταναστεύσουμε ομαδικώς στο Κιριμπάτι σύντομα". Πέσανε οι τζίφρες κι ο καινούριος φίλος μας το δίπλωσε και το 'βαλε ευλαβικά στην τσέπη του.
Μας μοίρασε τηλέφωνα και διευθύνσεις αλληλογραφίας κι έφυγε.

Πέρασαν μήνες και το "ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ" έγινε συνώνυμο κάθε ανάγκης μας για απόδραση. Τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο κι όταν τα πράγματα ήταν ζόρικα λέγαμε: Δεν αντέχω, την κάνουμε για Κιριμπάτι?
Την Πρωτοχρονιά πήρα μία κάρτα που έλεγε "Μέσα στον νέο έτος που μπαίνει θα σας περιμένω". Είχε μία παραλία μπροστά από αυτές που σου κλείνουν το μάτι και σου λένε ναζιάρικα "Κορόιδο, η ζωή είναι .. αλλού".

Βάλθηκα εκείνες τις μέρες να αναπολώ το Κιριμπάτι που δεν .. είδα. Κι έπειτα, καθώς η παρέα των "υπογραφών" σκορπίστηκε, το ξέχασα πάλι σιγά σιγά.
Μέχρι που μόλις χθες κάποιος άρχισε να μου λέει το πιο τρελό του σχέδιο: ένα από αυτά που φτιάχνουμε τις Τσαγκαροδευτέρες, έτοιμοι σαν τον Χόρν και την Λαμπέτη να αποδράσουμε από το γραφείο μας. Κάτι ιslands στην άκρη του πουθενά αναπολούσε κι εκείνος. ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ σκέφτηκα αυθόρμητα :-)))


* Στον Μηνά που 'βαζε πάντα την κατάλληλη μουσική επένδυση στα όνειρά μας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Άλλος για ... Κιριμπάτι"

21.1.16

Koλίγα γιός ...


Ως γόνος αστικής οικογενείας δεν καυχιέμαι πως "ζυμώθηκα" ιδιαίτερα με τη γη. Ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός όμως με ανάγκασε να είμαι για χρόνια παρούσα στις κινητοποιήσεις των αγροτών της Κρήτης.
Παρατηρώντας τους 20 σχεδόν χρόνια αναρωτιέμαι μονότονα σε κάθε κινητοποίηση τα ίδια ακριβώς πράγματα:
- συνειδητοποιούν άραγε το μάταιο των ξεσηκωμών και το παιχνίδι που στήθηκε στις πλάτες τους;
- θυμούνται ποιοί και γιατί τους έπεισαν να εγκαταλείψουν (με αδικαιολόγητα υψηλή επιδότηση) τις γηγενείς ποικιλίες των προϊόντων τους;
- θυμούνται πόσα πολιτικά παιχνίδια επίδειξης δυνάμεων βασίστηκαν στους αγώνες τους;
- κατανοούν σε πόσα λάθη τακτικής υπέπεσαν όταν τους ενθάρρυναν να μετατρέπουν τις επιδοτήσεις σε χλιδάτα διπλοκάμπινα;
Και μονότονα θλίβομαι καταλήγοντας πως οι αγρότες μας παραμένουν εύκολα θύματα σε ένα αέναο παιχνίδι επιρροών και συμφερόντων που ελάχιστα νοιάζεται για τα προβλήματά τους.

Και καθώς στα μπλογκς έχει κάποιος την πολυτέλεια να λέει αλήθειες που πονάνε, χθες κοιτώντας τους να χορεύουν πεντοζάλη στην πίστα του αεροδρομίου, συνειδητοποιούσα πόσο εύκολο είναι να ελέγχεις αυτούς τους άκακους "γίγαντες" που με παιδιάστικη αφέλεια γραπώνονται κάθε φορά από τις μεγαλοστομίες διαφόρων. Πέρασαν μία νύχτα άγριας χαράς, θεωρώντας κατόρθωμα την κατάληψη της πίστας. Βάλανε το στίγμα της γιορτής στον αγώνα τους -ακριβώς όπως το κάνουν στα χωράφια- και το πρωί άκουσαν στωικά πως πρέπει να μαζέψουν τα σημαιάκια τους και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Οι λίγοι που αντέδρασαν κάμφθηκαν γρήγορα με το μαντάτο της συνάντησης με τον Υπουργό. Η συνέχεια είναι προβλέψιμη: Πολιτικές ηγεσίες που ζητούν πίστωση χρόνου και αγροτικοί εκπρόσωποι που ξέρουν τους κανόνες του παιχνιδιού.

Το λάδι και το κρασί της Κρήτης ελέγχονται πλέον κατά κύριο λόγο από τις Ενώσεις, που μπήκαν δυναμικά στο κομμάτι του μάρκετινγκ και της πώλησης στις ξένες αγορές.
Το μισό και πλέον τμήμα της παραγωγής κατέχουν άνθρωποι που δεν είναι κατ'
επάγγελμα αγρότες αλλά κληρονόμησαν λιόφυτα και αμπέλια που καλλιεργούν παράλληλα με την κύρια εργασία τους. Οι υπόλοιποι είναι είτε συνταξιούχοι του ΟΓΑ που παλεύουν ακόμη με τη γη για να επιβιώσουν, είτε οι αιώνια χρεωμένοι των συνεταιρισμών που κάθε "ευνοϊκή" ρύθμιση
τους βουλώνει το στόμα, είτε τα παιδιά που δεν "πρόκοψαν στα γράμματα" και έγιναν
νέοι αγρότες, ισόβια καταδικασμένοι στη μοίρα των πατεράδων τους. Κάποιοι λίγοι μόνο έμαθαν την αγροτική οικονομία και επένδυσαν γνώσεις, χρόνο και χρήμα στις καλλιέργειές τους.
Κι αυτοί ουδέποτε εμφανίζονται στα συλλαλητήρια.
Είναι μάλλον εκείνοι που γνωρίζουν καλά πόση σημασία έχει να ζεις και να παράγεις σε μία χώρα που επιλέγει καταστροφικές πολιτικές για την οικονομία της και μειώνει διαρκώς καλλιέργειες και εξαγωγές, ελπίζοντας πως θα είναι ελκυστικός εταίρος αν εισάγει ακόμη κι αυτά που θα μπορούσε κάλλιστα να καλλιεργεί σε αφθονία.

buzz it!


Permalink για το "Koλίγα γιός ..."

14.1.16

Ένας Μικρούτσικος .. Υπέροχα Μον(ομ)άχος



Καθόταν στο φουαγιέ του ξενοδοχείου του στο Ηράκλειο. Βράδυ Σαββάτου. Λίγο πριν την τελευταία παράσταση που θα σφράγιζε αυτόν τον κύκλο των περιοδειών ανά την Ελλάδα με συντροφιά τον Γιάννη Κούτρα, τον Μανόλη Μητσιά και την Ρίτα Αντωνοπούλου.
Υπό κανονικές συνθήκες ένας συνθέτης του διαμετρήματός του προκαλεί αυτόματα δέος στον εν δυνάμει συνομιλητή. Όμως ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν εκεί χαμογελαστός, μειλίχια προσηνής και .. υπέροχα μονάχος.
Ένα μουσικό κεφάλαιο από μόνος του. Ο άνθρωπος που βοήθησε τρεις γενιές να κοινωνήσουν στην ποίηση του Καββαδία (πρωτίστως), του Ρίτσου, του Καρυωτάκη, του Αναγνωστάκη και του Καβάφη. Ο συνθέτης που μελοποίησε τον «Σταυρό του Νότου» και τρύπωσε με 1.000.000 και πλέον αντίτυπα, σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ο δημιουργός που έβαλε μελωδία στην «Πιρόγα» και μας σεργιάνισε τα τελευταία 40 χρόνια σε ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει η σύγχρονη στιχουργική έμπνευση (Μάνος Ελευθερίου, Άλκης Αλκαίος, Οδυσσέας Ιωάννου, Κώστας Τριπολίτης, Λίνα Νικολακοπούλου) και η καλύτερη γενιά ερμηνευτών (Μαρία Δημητριάδη, Χαρούλα Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Μανόλης Μητσιάς, Γιάννης Κούτρας, Χρήστος Θηβαίος, Βασίλης Παπακωσταντίνου, Δημήτρης Μητροπάνος).
Ο ίδιος άνθρωπος που άφησε τη σφραγίδα του στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού και στο εγχείρημα της Πάτρας (γενέτειρας του) ως Πολιτιστικής πρωτεύουσας.
Με τον Θάνο Μικρούτσικο δεν μπορείς –ακόμη κι αν θέλεις- να κάνεις συνηθισμένα πράγματα. Έτσι, σ’ αυτή την συνέντευξη οι δημοσιογραφικές ερωτήσεις αντικαταστάθηκαν με στίχους από τραγούδια του που αγαπήσαμε.
Οι απαντήσεις του, βεβαίως, μεταφέρονται αυτούσιες.

«Τι με κοιτάζεις Ρόζα, μουδιασμένο;
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί».

Στα μέσα της δεκαετίας του 60 προοριζόμουν να γίνω ένας καλός μαθηματικός. Και λέω μετά βεβαιότητος πως θα τα κατάφερνα. Να σας εξηγήσω γιατί. Όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο η πρώτη μου αγάπη ήταν η αστρονομία και η Κοσμολογία. Είμαι ένας τύπος που εξακολουθεί να γοητεύεται από το διάστημα, από την θεωρία της σχετικότητας και από τις μαύρες τρύπες. Στην αρχή των σπουδών μου είχα προσανατολιστεί να ακολουθήσω μία τέτοια καριέρα: κοσμολογία. Όταν όμως γνώρισα τα σύγχρονα μαθηματικά -που στην δεκαετία του 60 ήταν κάτι νέο για το Πανεπιστήμιο Αθηνών- προσανατολίστηκα σε αυτή την επιλογή. Νομίζω πως ήμουν ο καλύτερος στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, απλώς όμως η αγάπη μου για την μουσική ήταν πιο δυνατή (ξεκίνησα να παίζω πιάνο σε ηλικία 4 ετών). Έτσι στο 4ο έτος των σπουδών μου βρέθηκα να σκέφτομαι το εξής: μπροστά μου –από πλευράς μουσικής- είχα το .. τίποτα. Αγάπη και μεράκι, δηλαδή, αλλά τίποτα για να στηριχτώ πάνω του και να ξεκινήσω. Στην άλλη περίπτωση –των μαθηματικών- είχα μία σίγουρη καριέρα. Ήμουν τόσο καλός που θα έπαιρνα άνετα μία υποτροφία στις ΗΠΑ και θα γύριζα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο, αν δεν έμενα οριστικά εκεί. Κι όμως επέλεξα τελικά να πάρω απλά το πτυχίο μου και να κάνω αυτό που αγαπούσα κι ας έμοιαζε αβέβαιο. Πάντως, η γνώση των μαθηματικών με βοήθησε κατά μία έννοια και στην μουσική μου πορεία. Δηλαδή, όταν γράφεις ένα έργο κλασσικό παραδοσιακής μουσικής οφείλεις να τηρήσεις κάποιους κανόνες και να είσαι λιτός, να μην είσαι φαφλατάς. Ο Σεφέρης έλεγε «στολίσαμε το τραγούδι μας και το κάναμε πολύπλοκο». Ε τελικά αυτή τη λιτότητα εγώ ξέρω πως την κέρδισα από τα Μαθηματικά -και όχι τόσο από τις σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο- αλλά από το γεγονός ότι μεγάλωσα σε ένα μαθηματικό περιβάλλον. Ο πατέρας μου ήταν μαθηματικός και πριν από 50 τόσα χρόνια μου έλεγε «Πρόσεξε! Όταν λύνεις μία άσκηση στην Ευκλείδειο γεωμετρία δεν με ενδιαφέρει αν θα την λύσεις απλώς σωστά, αλλά να την λύσεις με τον πιο κομψό τρόπο».

«Τα σωστά μας και τα λάθη, στης αγάπης το καλάθι,
κι είναι ετούτο το ταξίδι δίχως γυρισμό.
Στου Αδάμ την εξορία μάθαμε την ιστορία,
και στο τέλος ποιος πληρώνει το λογαριασμό»

Όλη αυτή η περιπέτεια της μουσικής μου διαδρομής, που πολύ γρήγορα μου έδωσε δημοφιλία και επωνυμία -και που έχω δει άλλους να χάνουν τον μπούσουλα μόλις κάτι ανάλογο τους συμβεί- δεν με άλλαξε κατ’ ελάχιστο. Μου έδωσε, αν θέλετε, ασφάλεια και σιγουριά. Αλλά η συμπεριφορά μου και το άγγιγμα στον άλλον παραμένουν αναλλοίωτα, όπως τα είχα ως έφηβος. Σε προσωπικό επίπεδο πιστεύω πως δεν αλλοτριώθηκα κι αυτό το ξέρουν και οι αγαπημένοι μου άνθρωποι κι όσοι με παρακολουθούν στην πορεία μου.
Ακόμη και σήμερα σας βεβαιώ πως δεν θα άλλαζα τίποτα στον χαρακτήρα μου. Γιατί όμως; Όχι γιατί είμαι τέλειος. Αλλά σήμερα, ο Θάνος Μικρούτσικος, που κάθεται απέναντί σας, είναι αυτός που είναι, μέσα από αυτή την διαδρομή. Αν είχε περάσει άλλους δρόμους θα ήταν προφανώς ένας άλλος. Αυτός που έγινα είναι απόρροια της πορείας μου, με τα στραβά και τα καλά της και δεν θα την άλλαζα ουδόλως, ακριβώς επειδή αυτή με διαμόρφωσε. Με τα λάθη και τα σωστά της. Δόξα τω Θεώ έγινα 60 ετών, πέρασα από 3 γάμους και έχω 4 παιδιά. Μια χαρά είμαι!

«Άλλος γυρεύει βάλσαμο κι άλλος πληγή,
είν’ οι αλήθειες όσοι οι άνθρωποι στη γη…
… Άλλος γυρεύει άγκυρα κι άλλος πανί,
ό,τι προσμέναμε δε λέει να φανεί».

Είναι πολύ πιθανόν το επόμενο διάστημα να βρίσκομαι συχνά στην Κρήτη. Κι αυτό γιατί πήρα ένα «γκρέμισμα» στα Καπετανιανά, κάτω στο Λιβυκό πέλαγος. Η γυναίκα μου -που έχει γοητευτεί από τον τόπο και την θέα- επιμένει ότι θέλει να ‘ρχεται να γράφει τα βιβλία της εδώ. Μ’ αρέσει η άγκυρα λοιπόν, αλλά όχι μία άγκυρα που να μην μπορεί να σηκωθεί. Θέλω μέχρι το τέλος της ζωής μου να μπορώ να σπάω τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες. Και σας μιλώ από καρδιάς τώρα. Όταν γράφω ένα έργο στο σπίτι μου –στο πιάνο ή στο γραφείο μου- έχοντας συνειδητοποιήσει ποιες είναι οι δυνατότητές μου, θέλω να το σπρώξω και να τις ξεπεράσω λίγο. Και τότε πιστέψτε με, χάνω όλα τα κιλά και ίπταμαι ως συλφίς. (γέλιο)



«Πάμε στον κόσμο υπέροχα μονάχοι,
μ' ένα παλιό τραγούδι χαρωπό.
Το τραγουδάνε οι θαλασσομάχοι
και λέει στο γλυκό του τον σκοπό,
πως μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει».

Σ’ αυτό το τραγούδι που έγινε τίτλος του δίσκου, ο Αλκαίος με τους στίχους του περιγράφει την πορεία της γενιάς μας. Και λέει πως βαδίζουμε πια εμείς με τα οράματά μας υπέροχα μονάχοι. Δηλαδή, τα οράματα ξέφτισαν, αλλά εμείς εξακολουθούμε να λειτουργούμε ακόμη με τον τρόπο μας, μόνο που αν κοιτάξουμε την σημερινή πραγματικότητα, είμαστε μονάχοι. Εν τούτοις, αισθανόμαστε υπέροχα. Αυτό λέει ο Αλκαίος στην «Αργώ» του.
Πρόσφατα ένας δημοσιογράφος μου είπε χαριτολογώντας: «Κάνατε 120 παραστάσεις και ήταν όλες γεμάτες κόσμο. Τι υπέροχα μονάχοι λέτε;» Και απάντησα: «Παρ’ όλα ταύτα όλοι εμείς μπορεί να είμαστε υπέροχα μονάχοι, γιατί η σημερινή κοινωνία μας αναγκάζει να λειτουργούμε μέσα σε μία καθημερινή βαρβαρότητα, με πρότυπα γούστου που διαμορφώνει η τηλεόραση και η φτήνια. Όσοι αναζητούν ένα σημαντικό κάτι στη λογοτεχνία, την ποίηση ή την μουσική και τις τέχνες γενικότερα, δεν είναι η συντριπτική πλειοψηφία της κυριαρχούσας ευτέλειας. Άρα βαδίζουν μονάχοι. Τώρα αν καταφέρουν όσοι βαδίζουν μονάχοι αυτή την .. νησίδα αναπνοής να την κάνουν μεγάλο νησί –σαν την Κρήτη- τότε γίνονται υπέροχα μονάχοι.

«Μα πως να μην ξεχάσεις την αυλή σου
και την παλιά τη γνώμη καθενός,
όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου
να σημαδεύουν πάλι τη ζωή σου
και να ‘σαι το πουλί κι ο κυνηγός»

Πως να αποφύγουμε την επικαιρότητα; Υπόθεση Ζαχόπουλου, λοιπόν. Ειλικρινά, θα προτιμούσα να είχαμε κάνει αυτή την κουβέντα πριν από ένα χρόνο ή έξι μήνες, για να μην νομίσουν όσοι μας διαβάζουν ότι παρασύρομαι από όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό. Κυρίως δε, να διευκρινίσω πως η ροζ εκδοχή των πραγμάτων δεν με αφορά, πλην εκείνης της περίπτωσης που γίνεται εξουσιαστικά. Αν με ρωτούσατε λοιπόν, προ καιρού θα σας έλεγε πως υπάρχει μία τεράστια ευθύνη του Καραμανλή που διόρισε αντ’ αυτού ένα πρόσωπο επί της ουσίας από το .. πουθενά. Πρόκειται για έναν καθηγητή μέσης εκπαίδευσης με ένα κύκλο ανθρώπων, που υποστήριζαν τον άλλοτε νεαρό βουλευτή Καραμανλή. Όμως ο πολιτισμός δεν αντέχει άσχετους, ούτε βολέματα παρεϊστικου τύπου. Αυτή ήταν η ένστασή μου προ του σκανδάλου της Τσέκου και προ του σκανδάλου αποχαρακτηρισμών, που ενδεχομένως να το βρει η Δικαιοσύνη. Αλλά λυπάμαι που τα λέω τώρα αυτά, γιατί κάλλιστα θα μπορούσαμε να τα έχουμε συζητήσει πριν ο Ζαχόπουλος πέσει από τον 4ο όροφο.

«Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό».

Η ιστορία με τον «Σταυρό του Νότου» δεν είναι πολύ γνωστή. Ξεκίνησε ουσιαστικά για λογαριασμό της τηλεόρασης. Ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς και ο Γιώργος Παπαλιός (παραγωγός τότε των ταινιών του Θόδωρου Αγγελόπουλου) θέλησαν να κάνουν μια σειρά για την ελληνική τηλεόραση. Μου ζήτησαν να κάνω τη μουσική και είχα την φαεινή ιδέα να τους ρωτήσω εάν θέλουν και τραγούδια. Το είδαν θετικά και μιας και δεν υπήρχαν κείμενα, πρότεινα τον Καββαδία. Η μελοποίηση, λοιπόν, που έκανα στον συγκεκριμένο ποιητή ξεκίνησε το 1977, δυο χρόνια προτού δισκογραφηθεί το έργο στη Lyra του Πατσιφά. Ακολούθησε ένας χαμός από πλευράς κριτικής. Ακόμη κι από ανθρώπους που ήταν καλοπροαίρετοι απέναντι μου. Έπεσαν να με φάνε, κυριολεκτικά. Δεν ήταν θέμα επίθεσης, αλλά κοινής γνώμης. Πιστεύω ότι αυτό οφειλόταν στην άποψη που ήθελε τον Καββαδία ποιητή των ναυτικών. Ο καιρός όμως με δικαίωσε. Η αναμφίβολη πλέον επιτυχία του «Σταυρού του Νότου» έχει δύο αιτίες: η μία είναι η ποίηση του Καββαδία, που δεν είναι τελικά ένας θαλασσινός ποιητής –όπως πολλοί νομίζουν- αλλά είναι ο ποιητής που ασκεί μία διαρκή γοητεία στους κάθε φορά νέους και τους προτρέπει να ξεφύγουν από την βαρβαρότητα και να κατακτήσουν το αδύνατο. Η δεύτερη αιτία της επιτυχίας είναι η μουσική που αλλάζει συνεχώς. Δεν ενορχηστρώνεται διαφορετικά, αλλά από τότε που πρωτοβγήκε ο Σταυρός του Νότου το 1979, άρχισα να τον παίζω με διαφορετικούς τρόπους, αλλάζοντας μελωδία, αρμονία, εισάγοντας αυτοσχεδιασμούς αλλά πάντα κρατώντας το βασικό υλικό. Έτσι πήρε πολλές μορφές και συνεχίζει να παίρνει μέχρι σήμερα. Αυτή η αποκαλυπτική διαδικασία και η συνεχής μου μουσική σχέση με αυτό, με υποχρέωσε σε δύο ακόμη περιπτώσεις –το 1991 και το 2005- να κάνω τις δύο νέες εκδοχές του. Και οι τρεις μαζί αποτελούν πλέον ένα κοινό σώμα εν εξελίξει.

«Βάφει η σελήνη τα βουνά κι εσύ τα χείλη,
μ' άρωμα ψέμα μου ποτίζεις το μαντήλι,
κι ύστερα φεύγεις με αυτόματο πιλότο,
κάποιο κρυμμένο θησαυρό να βρεις στο Νότο».

Η Κρήτη είναι ένα χωνευτήρι πολιτισμών, γιατί η θέση της και η δημιουργημένη ιστορία της την γαλούχησαν έτσι. Γενικά, βέβαια υπάρχει πρόβλημα περιφερειακής ανάπτυξης σε αυτή τη χώρα και η Κρήτη δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό. Το Ηράκλειο το επέλεξα ως τελευταίο σταθμό αυτής της μουσικής περιπλάνησης, που κράτησε 15 εξοντωτικούς μήνες. Θα κάνω μία αποχή μετά. Κάναμε πλέον των 100 παραστάσεων ανά την Ελλάδα και θα σας πω τι κατορθώθηκε. Εμπεδώσαμε νομίζω μία νέα σχέση με τον κόσμο. Και το συγκινητικό είναι ότι αυτός ο κόσμος που –όπως προείπα- ζει μία καθημερινή βαρβαρότητα, μας αγκάλιασε, γεμίζοντάς μας πάθος και ενέργεια. Φεύγω, λοιπόν, απόψε με μία αδιόρατη ευτυχισμένη μελαγχολία.

Σημείωση: Ο Θάνος Μκρούτσικος έκλεισε εδώ προχθές την αυλαία σε μία κοπιώδη αλλά
ψυχοφελή περιοδεία. Όσοι είχαν την χαρά να τον απολαύσουν επί σκηνής ξέρουν
(υποθέτω) ότι τον έζησαν σε κάτι μοναδικό.
Κι εκείνος σίγουρα ξέρει πως "μάταιο ταξίδι δεν υπάρχει".

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ένας Μικρούτσικος .. Υπέροχα Μον(ομ)άχος"