Tabs: Blog | About Me |

Πέμπτη, Ιουνίου 8

Κορόιδο, η ζωή είναι αλλού!!!


Τον περίμενα στο αεροδρόμιο. Ήξερα μόνο ότι φοράει καφέ δερμάτινο μπουφάν και κρατάει ένα μεγάλο πράσινο ντοσιέ. Έτσι μου είπε στο τηλέφωνο πριν ξεκινήσει από την Αθήνα. Στεκόμουν στην είσοδο του αεροδρομίου αβέβαιη για το αν θα καταφέρω να τον εντοπίσω. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση.
Το σκηνικό ήταν εντελώς παράξενο: είχα βαλθεί ως καλή Σαμαρείτιδα να εξυπηρετήσω μία φίλη που κρεβατώθηκε ξαφνικά με ίωση. Έπρεπε λοιπόν, να παραλάβω από το αεροδρόμιο τον μυστηριώδη κύριο για λογαριασμό της και να τον μεταφέρω σε μία Δημόσια Υπηρεσία στο Ρέθυμνο. Δέχτηκα πρόθυμα όταν άκουσα τον πανικό της στο τηλέφωνο και την φωνή της που έκδηλα μαρτυρούσε πόσο την είχε ταλαιπωρήσει η ίωση. Στημένη όμως πλέον στο πρωινό βοριαδάκι του αερολιμένα αναθεμάτιζα τις καλοσύνες μου. Και η ιδέα να τον βάλω στο πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Ρέθυμνο μου φαινόταν πολύ προτιμότερη.

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν με πλησίασε. Μία συμπαθητική χαμογελαστή φατσούλα που δεν σε προδιέθεται με τίποτα για τον "τρομερό μεγαλόσχημο προϊστάμενο" του οποίου η άφιξη είχε πανικοβάλει την φίλη μου. Ευγενικός σε .. βαθμό κακουργήματος. Τόσο που ξέχασα κάθε σκέψη για ΚΤΕΛ και πήραμε το δρόμο για το Ρέθυμνο together.
Κάπου στη διαδρομή το κινητό μου άρχισε να χτυπάει με την συνήθη του συχνότητα: δηλαδή, συνέχεια. Ζητούσα διαρκώς συγνώμη και στη λήξη κάθε τηλεφωνήματος έβγαινα όλο και πιο αγχωμένη για όσα .. έτρεχαν στην καθημερινότητα, ενώ εγώ τους ξέφευγα -υποτίθεται -κατά Ρέθυμνο μεριά.
Κάποια στιγμή χαμογέλασε συγκαταβατικά και μου είπε:
- Ζούσα για χρόνια έτσι. Αγχωμένος με την δουλειά, αγχωμένος με τη ζωή, αγχωμένος με όλα. Μέχρι που πήγα στο ... Κιριμπάτι.
Σαν κάτι να μου θύμιζε το όνομα αλλά ζήτησα .. διευκρινήσεις.


Και τότε οι αφηγήσεις του ξεχύθηκαν σαν ποταμός. Η Υπηρεσία την οποία επόπτευε είχε αναλάβει ένα έργο εκεί, για λογαριασμό του ελληνικού κράτους. Το Κιριμπάτι είναι ένα σύμπλεγμα νησιών κοραλλιογενούς προέλευσης στην καρδιά του Ειρηνικού, παρακαταθήκη των εξερευνήσεων του Κάπταιν Κουκ.
"Ζω τρία χρόνια στο Κιριμπάτι κι εκεί ο χρόνος μετράει αλλιώς, μου είπε. Το μόνο ρούχο που χρειάζεται κανείς είναι το μαγιό του. Οι ντόπιοι ψαρεύουν νωρίς και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούν στη θάλασσα. Οι γιορτές και τα τραγούδια είναι καθημερινό χάπενινγκ. Ζωή παραδεισένια".
Άρχισε να μου περιγράφει πανέμορφες ακρογιαλιές, φιλικούς ανθρώπους, εξωτικά φρούτα, παράξενα ψάρια, καλύβες ιθαγενών και μία καθημερινότητα που απαιτούσε μόλις τα απαραίτητα. Δηλαδή, αυτά που εμείς λέμε πια "ποιοτικό χρόνο". Καλό φαγητό, καλή παρέα, χαλάρωση, διάβασμα, βόλτες στην παραλία και διασκέδαση.
"Όλες οι αποσκευές μου θα είναι πάλι βιβλία" μονολογούσε. "Στο Κιριμπάτι διαβάζω πολύ, καθώς δεν έχουμε τηλεόραση και το νυχτερινό μπάνιο δεν το πολυθέλω. Άλλωστε, και ρούχα δεν έχει νόημα να κουβαλάω. Με ένα μαγιό περιφερόμαστε όλοι εκεί".

Σιγά σιγά με συνεπήρε με τις αφηγήσεις του. Καταβρόχθιζα τα χιλιόμετρα της εθνικής και με σκεφτόμουν με φούστα χούλα χουπ στο Κιριμπάτι και γαρύφαλλο στ' αυτί (κιριμπατογαρύφαλλο, για να εξηγούμαι) να χορεύω ξυπόλητη στην παραλία, με άγριες τελετουργικές κινήσεις στο σημείο που μόλις θα 'χα θάψει το κινητό μου.
Όταν φτάσαμε στο Ρέθυμνο και πήγαμε στην υπηρεσία του, έβγαλε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες κι άρχισε να με ξεναγεί στον .. παράδεισό του. Μαγεύτηκα. Καταγάλανα νερά και χαμογελαστές ηλιοκαμμένες φάτσες. Επιστρέψαμε στο Ηράκλειο και σε όλη την διαδρομή τον έβαλα μαζοχιστικά να συνεχίσει τις Κιριμπάτιες ιστορίες του.
Πήγαμε για φαγητό στου φίλου μου του Μηνά (μέγας χαβαλετζής και θυμόσοφος). Γρήγορα ήρθε να καθίσει μαζί μας και ... κόλλησε κι αυτός με όσα άκουσε. Κάτι το κρασάκι, κάτι που η μέρα τέλειωνε, βρεθήκαμε γρήγορα να ενώνουμε τραπέζια και να μαζεύονται φίλοι και γνωστοί τριγύρω. Και στη μέση της συζήτησης μόνιμα πλέον θρονιασμένο το ... Κιριμπάτι.
Άλλος να ρωτάει πληθυσμό, άλλος γεωγραφική θέση, άλλος ιστορία. Κι ο νεόφερτος συνδαιτιμόνας μας να 'χει απαντήσεις για όλα. Είχαμε αρχίσει πια να τον κοιτάζουμε με ζήλια. Με την καλή έννοια, που λέει κι ο Θέμος.


Ώσπου, ξαφνικά τον πήρε το παράπονο.
"Δεν θέλω να ξαναγυρίσω, ρε παιδιά στο Κιριμπάτι" είπε κάποια στιγμή απροσδόκητα.
Κόκκαλο η ομύγυρις!! "Γιατί, καλέ μου άνθρωπε; αρχίσαμε να ρωτάμε παραξενεμένοι. Το δικό μας όνειρο είχε πάρει σάρκα και οστά κείνη την ώρα μέσα από τις αφηγήσεις του. Ένας τόπος χωρίς κρίση, χωρίς άγχη, υπέρμετρους καταναλωτισμούς και πλουτισμούς, χωρίς περικοπές και φόρους, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά, χωρίς ... όσα μας τρέχουν και μας κατατρέχουν. Κι αυτός ο Χριστιανός δεν ήθελε να γυρίσει;
- Έχει λάκκο η φάβα; τον ρωτούσαμε.
- Τι δεν πάει καλά με το Κιριμπάτι;
- Τι μας έκρυψες;
- Μήπως τα παραφούσκωσες;
- Όχι, βρε παιδιά. Όπως σας τα λέω είναι. Αλλά ζω ολομόναχος σε ένα σπίτι με 22 δωμάτια. Νοσταλγώ να μιλήσω ελληνικά. Θέλω φίλους .. Έλληνες, να πω αστεία κι ανέκδοτα στη γλώσσα μου. Να πιω κρασί και να χορέψω ζεμπεκιές κι ανάθεμά το για Κιριμπάτι, όλα τα καλά του κόσμου έχει, αλλά Έλληνες δεν έχει. Να, τώρα δα να μου λέγατε ότι έρχεστε να πάμε όλοι μαζί εκεί ... έτσι όπως είμαστε .. δεν με ένοιαζε να ζήσω μία ζωή στο Κιριμπάτι. Αλλά μόνος δεν θέλω να ξαναγυρίσω".

Πιάσαμε να τον παρηγορούμε και να του τάζουμε. Μισοαστεία και μισοσοβαρά. Μέχρι που ο Μηνάς πήρε το μπλοκάκι των παραγγελιών κι έγραψε στο πάνω μέρος: ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ. Από κάτω βάλθηκε να συγκεντρώνει τα ονόματά μας. Κι έπειτα μας έβαλε να υπογράψουμε το ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΟ. "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι δηλώνουμε με πάσα ειλικρίνεια -και μετά από σφοδρή κρασοκατάνυξη- ότι θα μεταναστεύσουμε ομαδικώς στο Κιριμπάτι σύντομα". Πέσανε οι τζίφρες κι ο καινούριος φίλος μας το δίπλωσε και το 'βαλε ευλαβικά στην τσέπη του.
Μας μοίρασε τηλέφωνα και διευθύνσεις αλληλογραφίας κι έφυγε.

Πέρασαν μήνες και το "ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ" έγινε συνώνυμο κάθε ανάγκης μας για απόδραση. Τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο κι όταν τα πράγματα ήταν ζόρικα λέγαμε: Δεν αντέχω, την "κάνουμε" για Κιριμπάτι;
Την Πρωτοχρονιά πήρα μία κάρτα που έλεγε "Μέσα στον νέο έτος που μπαίνει θα σας περιμένω". Είχε μία παραλία μπροστά από αυτές που σου κλείνουν το μάτι και σου λένε ναζιάρικα "Κορόιδο, η ζωή είναι .. αλλού".

Βάλθηκα εκείνες τις μέρες να αναπολώ το Κιριμπάτι που δεν .. είδα. Κι έπειτα, καθώς η παρέα των "υπογραφών" σκορπίστηκε, το ξέχασα πάλι σιγά σιγά.
Μέχρι που μόλις χθες κάποιος άρχισε να μου λέει το πιο τρελό του σχέδιο: ένα από αυτά που φτιάχνουμε τις Τσαγκαροδευτέρες, έτοιμοι σαν τον Χορν και την Λαμπέτη να αποδράσουμε από το γραφείο μας. Κάτι  ...ιslands στην άκρη του πουθενά αναπολούσε κι εκείνος. ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ σκέφτηκα αυθόρμητα :-)))


* Στον Μηνά που 'βαζε πάντα την κατάλληλη μουσική επένδυση στα όνειρά μας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Κορόιδο, η ζωή είναι αλλού!!!"

Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο!


 Ένα ρολόι άχρηστο στο κέντρο. Να μετρά παρουσίες κι απουσίες.

Τραπέζι πρώτο: Ο Όμηρος με σκονισμένα σανδάλια.
Να ξαποσταίνει ανάμεσα σε μία Ιλιάδα και μία Οδύσσεια.
Μη δραπετεύσουν οι στιγμές και ξεστρατίσουν οι μνήμες.

Διπλανό τραπέζι: Ο Πλάτωνας. Σκυμένος στους έρωτες του μυαλού.
Εξαγνιστικές ιεροτελεστίες! Σώματα αμέτοχα που δεν ξοδεύτηκαν.
Χωρίς ουλές και σημάδια αναγνώρισης.

Παρακάτω παρέα τριών: Ικτίνος, Καλλικράτης, Φειδίας. Στη μέση το σχέδιο:
Το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα.
Το χρυσάφι του να μετρά την ανθρώπινη κακία.
Τελικό ζύγισμα: 44 τάλαντα ακριβώς. Αθώος ο Φειδίας!

Κατα 'κει ο Ιούδας. Άλλο νόμισμα. Παρεξηγημένο. Άγγελος ή διάβολος;
Άνθρωπος! Να προδώσει και να προδοθεί. Τι άστοργη μοίρα!

Η Εύα πλάι του. Συμβιβασμένη με την τιμωρία.
Σκυφτή απ' το βάρος στ' ανάθεμα των αιώνων. Αλλά ήρεμη.
Το χρέος της το 'καμε. Δεν δίστασε να δοκιμάσει την κερκόπορτα.

Η Μαγδαληνή σιμά της. Η αντιστρόφως επιστρέφουσα.
Από την ίδια κερκόπορτα. Της γης οι κολασμένοι που επανακάμπτουν.
Με το ίδιο αέναο τίμημα. Αμαρτίες και μετάνοιες. Ή και ανάποδα.

Η Παρθένος ανάμεσα. Να ενσαρκώνει την "ωραιότητα της παρθενίας".
Η πιο προσιτή κι η πιο ξένη. Ανέφικτα αμόλυντη. Εφεκτικά φιλεύσπλαχνη.

Ανθέμιος και Ισίδωρος παράμερα. Να σχεδιάζουν μυστικά περάσματα.
Πύλες επτασφράγιστες σε μία Σοφία που άγιασε από ερημιές και εγκαταλείψεις.

Ο Φράτε Λεόνε κι ο Άγιος της Ασίζης στη γωνιά. Σκόνες χρόνων καθισμένες πάνω τους. Αναζητούν ακόμη τον Θεό, καταπονώντας σάρκες και επιθυμίες.
Τόσα ξωκκλήσια στύλωσαν και πάλι αφορισμένοι.

Ο Αϊνστάιν και ο Φρόυντ. Απορροφημένοι στην εξερεύνηση. Σχετικότης και ασχετοσύνη. Πάντων μέτρον άνθρωπος. Ατομικές βόμβες παντού. Μέσα μας και γύρω μας.

Ο Τσαρούχης να σκιτσάρει αμέριμνος στο διπλανό τραπέζι.
Η Μελίνα να προβάρει την Φαίδρα.
Ο Βαγγέλης απορροφημένος στην επόμενη Μυθωδία του.

Κι εσύ στον πάγκο. Ο μέλλων άνθρωπος. Κι όλοι να στροβιλίζονται μέσα σου.
Άλλοτε ερχόμενοι, κι άλλοτε αναχωρητές. Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο.

Ένα ρολόι άχρηστο στο κέντρο. Να μετρά παρουσίες και απουσίες.
Σε πόσα "εκεί" δεν ήσουν, αλλά .. ήσουν.
Και τα "εκεί" τους , πώς σήμαναν "εδώ" σου;
Mεσάνυχτα ακριβώς! Να αγνοείς ποιός φεύγει και ποιός έρχεται!

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Σε χρόνο κυκλικό και μπερδεμένο!"

Κυριακή, Ιουνίου 4

Μουσική .. βιογραφία


Kάποτε όλοι κάνουμε απολογισμούς. Στις παραμονές του Νέου έτους, στα γενέθλια. σε κάτι νύχτες με Πανσέληνο ή σε κάποιες στιγμές που ο ... Τζόνι ο περιπατητής τα σαρώνει όλα. Εγώ το κάνω ακούγοντας μουσική. Ως Κομνηνή, που λέει και τ' όνομα που διάλεξα.
Ένα τραγούδι λοιπόν, μπορεί να με "γυρίσει" δεκαετίες πίσω, στις εποχές της αθωότητας. Ένας στίχος μπορεί να με "ταξιδέψει" κι ακούγοντάς τον να βαλθώ να ζυγίζω το παρελθόν και να το συγκρίνω -ασυνείδητα σχεδόν- με τα τρέχοντα.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σε όποιον δεν έμαθε να συντροφεύει τη ζωή του με μουσικές. Κι όμως μία μελωδία φτάνει για να αρχίσω τις .. αναδρομές. Όπως το "Όσο βαρούν τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα". Είναι ένας μικρασιάτικος σκοπός, που πρωτοηχογράφησε ο Φουσταλιέρης το 1938. Έτσι το τραγούδι "πολιτογραφήθηκε" ως κρητικό. Αλλά δεν ήταν. Η μάνα μου το 'ξερε. Κάθε φορά που τ' άκουγε δάκρυζε. Τα μαύρα ρούχα στα νιάτα της δεν ήταν μόδα αλλά αναγκαιότητα.
Έχω συχνά εικόνες από τις αφηγήσεις της. Λες και ο σκοπός του τραγουδιού ήταν το βότσαλο στη λίμνη που ξυπνούσε κάθε μνήμη της. Άνθρωπος του "μοιράζομαι" η μάνα μου. Δεν κρατούσε τίποτα μέσα της. Πίκρες, χαρές, δικές της και ξένες ήθελε να τις κοινωνήσει πάντα. Σκούπιζε βιαστικά την αλμύρα, γελούσε αχνά κι έβαζε μπροστά το "Μιά φορά κι έναν καιρό" για να πει την ιστορία της.

Ένα μικρό χωριουδάκι, σκαρφαλωμένο στα ριζιμιά χαράκια.
Μαυροντυμένες γυναίκες να ανηφορίζουν με το δειλινό στο νεκροταφείο, για να βρεθούν κοντά στις .. απώλειές τους.
Και οι νεώτερες .. στα μαύρα κι αυτές. Η μάνα μου έτσι πρωτοθυμάται τον εαυτό της: Ένα κοριτσόπουλο με μακριά κατάμαυρα κρουλάκια, μεγάλα μαύρα μάτια και ρούχα ασορτί.
Κι έτσι αφηγείται και το ξεκίνημα του love story με τον πατέρα μου. Παράταιρο πια στους καιρούς μας, αλλά τότε ο πρώτος έρωτας για τις περισσότερες ήταν και ο μοναδικός. Γιος του γαιοκτήμονα της περιοχής εκείνος. Επόπτευε στ' αμπέλια τους εργάτες, καβάλα στ' άλογο. Εκεί την πρωτοξεχώρισε. Η πιο νέα μαυροφόρα. Ένα αγριοκάτσικο που δούλευε σβέλτα κι έτρεχε πάνω κάτω στον οψιγιά.

Κρατούσε ένα μήλο στα χέρια του ένα σούρουπο. Είχε λαξεύσει προσεκτικά το εσωτερικό του για να χωρέσει το σημείωμά.
Δυο στίχοι μόνο. Έτσι συνηθιζόταν. Ο έρωτας χωρούσε τότε στις μεστές κουβέντες μίας μαντινάδας. Πέρασε πλάι της και το πέταξε. Κι εκείνη, ως νέα Εύα, "δάγκωσε" το μήλο.

"Μια μαυροφόρα προσπαθεί να ανέβει στο φεγγάρι,
Θεέ μου, και δωσ' μου μπόρεση, να φτάσουμε ομάδι".


Το επόμενο μήλο ήταν αφημένο στη βρύση του χωριού. Ο ευρηματικός «όφης» είχε φροντίσει πάλι να το αδειάσει. Και μέσα του τρύπωσε για άλλη μία φορά γλυκόλογα σε ρίμα.

"Μόνο νερό της λησμονιάς σαν πιω θα σου ξεχάσω.
Μα κι αν το βρω, ως κι αν διψώ, δε θα το δοκιμάσω".


Κι έπειτα μαντινάδες κι έρωτες τους πήραν απ' το χέρι. Δυο ενθουσιασμένα παιδιά που "κλέφτηκαν" κι εγκατέλειψαν νύχτα το χωριό, για να βάλουν πλώρη για τις μεγάλες πολιτείες.

Αθήνα του 1964. Την λένε τώρα αφιλόξενη πόλη αλλά και τότε αρνιόταν να καλωσορίσει τους ξένους της.
Τους στρίμωχνε σε κάτι χαμόσπιτα της Κοκκινιάς και τους πελεκούσε μέρα νύχτα τα όνειρα ύπουλα. Έπειτα τους έστελνε στα εργοστάσια για τον επιούσιο. Aλλά εκείνοι δεν εννοούσαν να το βάλουν κάτω. Χαμόγελο και τραγούδι.

Ο πατέρας μου του χορού δεν ήταν. Ένα τραγούδι μόνο τον ξεσήκωνε. Πάντα τον θυμάμαι να αφήνει την καρέκλα του -σε κάτι γιορτές "οικογενειακού τύπου"- μόνο όταν έβγαινε τούτο το δισκάκι στην επιφάνεια. Και τότε, άπλωνε τα χέρια σαν φτερά, έκλεινε τα μάτια και χόρευε τον πιο γνήσιο ζεϊμπέκικο, που είδα ως τα σήμερα. Και τραγουδούσε δυνατά, με εκείνη την μπάσα και καθάρια φωνή, που κανένα του παιδί δεν κληρονόμησε: Μα εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιος.

Παρακολουθούσαμε, ως πιτσιρίκια, σαστισμένα τα γλέντια των μεγάλων. Πολλά γλέντια. Αντιστρόφως ανάλογα της φτώχειας. Τεράστια τραπέζια να απλώνονται στην αυλή με καρέκλες δανεικές από τους γειτόνους. Στο κάτω μέρος να στήνεται η σούβλα και το ραδιόφωνο να παίζει τα "τραγούδια της παρέας". Kι ο ψεύτης κι άδικος ντουνιάς να παρηγοριέται πως ... έτσι ειν' η ζωή. Και που και που να μαλακώνει και να ζητά μία ζαριά καλή. Και μόλις το φαγητό τελειώσει και το κρασί αναλάβει "δράση" να πιάνουν το χορό. Πρώτα, πάντα τα τραγούδια της "πατρίδας".
Πιο κρητικοί .. απ' τους κρητικούς. Με μία ξεθωριασμένη θύμηση πια απ' τις εποχές του χωριού.
Κι η φωνή του Ξυλούρη να ξύνει πληγές κι αναμνήσεις: "Του κύκλου τα γυρίσματα, π' ανεβκατεβαίνουν" (πρόκειται για σπάνια ηχογράφηση της εποχής, με απόσπασμα από την αρχή του "Ερωτόκριτου" του Βιτσέντζου Κορνάρου).
Και μετά να αρχίζουν οι κασέτες να πηγαινοέρχονται. Μεγάλες, διπλάσιες από αυτές που θυμούνται αμυδρά πλέον οι πολύ νεώτεροι. Να καταφτάνουν όμως, άλλοτε από την γειτονιά -που τις έβρισκε πρόφαση να ρθει να σμίξει στο γλέντι και στο χορό- κι άλλοτε από τα αυτοκίνητα των καλεσμένων. Θυμάμαι ακόμη τα "σουξέ" του Αγκόπ με την χαρακτηριστικά ένρινη φωνή, που μας ξεκάρδιζε στα γέλια. Κι η κυρά Καίτη να στέκεται στην μεσοτοιχία και να φωνάζει: "Άνοιξέ το καλέ, γιατί δεν ακούγεται δυνατά".
Ο Στελάρας σε μεγάλες δόξες, η Δούκισσα, ο Μπιθικώτσης. Κι η Μοσχολιού να επιμένει πως εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση, εδώ . Και πράγματι. Ο Παράδεισος κάτι τέτοιες στιγμές "χαμήλωνε" και φτάναμε κι εμείς να τον κοιτάξουμε. Ίσως γιατί είχαμε ακόμη εκείνο το άδολο βλέμμα, όσων δεν ξέρουν καν ότι δρασκελούν στιγμιαία το κατώφλι του.

Την ίδια περίπου εποχή ο Τζορντανέλλι εμφανιζόταν στην τηλεόραση για να προμοτάρει το νέο τραγούδι που μας εκπροσωπούσε στη Εurovision . Kι ο Άλκης Στέας με εκείνο το καταδεκτικό χαμόγελο από δίπλα. Στις μπουάτ ο Χατζής έκανε την δική του .. επανάσταση. Κιθάρα, βραχνάδα και ... σπουδαίοι άνθρωποι αλλά ... Η εποχή πνιγόταν στα δικά της "αλλά". Ποιος είπε ότι η μοναξιά είναι προνόμιο ενός και μόνο καιρού; Υπόθεση διαχρονική!
Κι έπειτα καθώς μεγαλώναμε τα ακούσματα μας άλλαζαν. Το ροκ ερχόταν να θρονιαστεί στις ζωές μας και στα .. θρανία μας. Χαραγμένο με ξυραφάκι πάνω στο ξύλο του επίπλου. Scorpions, Rolling Stones, Led Zeppelin, Jim Morrison, ACDC, Bob Dylan.
Aγριεμένα νιάτα με τζιν "σωλήνα" και μυαλά στα .. κάγκελα.
Nα περιμένουμε το πάρτι του Σαββατόβραδου για λίγο ημίφως και να κάνουμε δεήσεις στον άγνωστο Θεό της "μπουκάλας" μπας και μας χαρίσει κανά ντροπιάρικο πεταχτό φιλί. Και στο πικ-απ οι Foreigner να μας παρακολουθούν με το Eye of the tiger . Κι οι "βράχοι" έτοιμοι να ξαναερωτευτούν την Angie .

Στην εγχώρια μουσική σκηνή πασχίζαμε να ξεπεράσουμε τον τρόπο που μας κοιτούσαν οι Olympians. Κάθε φορά που ακούω το τραγούδι θυμάμαι ένα πρωινό Κυριακής το χτυποκάρδι για το Lower έξω από το Βρετανικό συμβούλιο. Ο Πασχάλης στο φόρτε του τότε κι η κασέτα στην τσάντα μου, φρέσκο απόκτημα και αντίδοτο στο άγχος των εξετάσεων. Μου 'πεσε στην αίθουσα, μόλις μπήκα για τον προφορικό διαγωνισμό. Ο εξεταστής την σήκωσε, την κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε:
- Which of them do you like more?
Tα 'χασα και του 'δειξα με το δάκτυλο τον τίτλο από το τραγούδι.
- Can you explain what the song says in English?
Που είσαι Πασχάλη να σε φιλήσω, έλεγα μέσα μου. Show έκανα στο British council :)

Τις χαρές και τις νίκες τότε τις γιορτάζαμε. Όχι χαμηλόφωνα κι αθόρυβα. Έντονα και τρελιάρικα, σαν παλιόπαιδα που είμασταν. 
Λες και σαρώναμε προφητικά ευτυχίες και ξεγνοιασιές να τις φυλάξουμε για τις περιόδους της "ξηρασίας" που θα ακολουθούσαν όταν μεγαλώναμε.
Και βέβαια, η "διασκέδαση" απαιτούσε συνωμοσία.
Και επιστρατευόταν πάντα ο μεγάλος ξάδερφος. Έξοδος μετά δημοσίων θεαμάτων. Για παγωτό στου Κανάκη .. μας είχαν γονείς και Θείοι κι εμείς μέχρι ... Barbarella φτάναμε να ακούσουμε Felicita και red red wine για να "ξεβιδωθούμε" λίγο στην πίστα.
Κι όταν ξυπνούσε το "ροκάκι" μέσα μας κατηφορίζαμε στο "Κύτταρο" να δούμε τον Βασίλη με μακρύ μαλλί (και μπόλικο ακόμη) να τραγουδάει με την κιθάρα του σ' ακολουθώ . Και κάπου κάπου εκείνο το φοβάμαιπου μας εξομολογιόταν από την πίστα, κλωτσούσε άγρια μέσα μας. Αλλά το παραμερίζαμε. Νέοι καθώς είμασταν κι έτοιμοι να ρουφήξουμε τη ζωή και να την κατασπαράξουμε. Νέοι, γελαστοί και γελασμένοι.

Το "Αχ Μαρία" χωρούσε τους στεναγμούς μας. Kι ο σταυρός του νότου δεν καταλαβαίνω πως, τρύπωνε πάντα μέσα. Σαν σημαδούρα όλης εκείνης της εποχής. Θυμάμαι έναν μεγαλόσχημο καλλιτέχνη, που μας δέχτηκε εκεί στο καμαρίνι του. Ένα τσούρμο πιτσιρίκια του δεκαπενταμελούς, που θέλανε να κλείσουν "συνεστίαση" για την πενθήμερη της Τρίτης Λυκείου. Ψαρωμένα, παζαρεύαμε -όσο μας έπαιρνε- την τιμή της πρόσκλησης. Του λέγαμε "Τρία κατοστάρικα θα την βάλουμε, για να 'ρθει κόσμος". Μας γέλασε κατάμουτρα: "Πέντε θέλω εγώ. Βάλτε την είσοδο και τσάμπα αν σας κάνει κέφι, αλλά εγώ θέλω πέντε στο κεφάλι". Φύγαμε πικραμένοι κι εκείνο το κατώφλι κανείς μας δεν το ξαναπέρασε. Άδικο θα πεις, αλλά έτσι είμασταν. Τιμωροί και πεισματάρηδες. "Η απολυτότης, δευτέρα φύσις της νεότητος".

Mα τα προσπερνούσαμε όλα γρήγορα. Όλα .. εκτός από κείνους τους πρώτους έρωτες. Είχαν άλλα πλουμίδια τότε. Ραβασάκια την ώρα του μαθήματος, έντονες ματιές, εύγλωττες σιωπές, στομάχι "κόμπο" και στο βάθος η αμφιβολία να πηγαίνει σύννεφο: Για το αν ο έρωτας ζει . Μωρέ, ζούσε και βασίλευε. Στο ταψί μας χόρευε. Κι εμείς ατζαμήδες και άμαθοι, κάναμε την μία γκάφα πίσω από την άλλη. Μας θυμάμαι στα ταβερνεία με το τζουκ μποξ να λέει όλα όσα δεν έμελλε να ειπωθούν αλλιώς. Κι ο Κώστας πάντα να ψάχνει "ψιλά" για το ίδιο τραγούδι: Πες μου που πουλάν καρδιές, να σου πάρω μια. Πουθενά, δεν πουλούσαν.

Θυμάμαι στην Κυψέλη ένα βράδυ, στην "Ψάθα", που τα 'σπασε όλα χορεύοντας τον διαβολάκο. Μάταια. Προτιμούσα να χορεύω .. Ζαμπέτα. Το Μάλιστα κύριε.
Βιαζόμουν κι εγώ να φύγω τότε. Να ανοίξω φτερά για αλλού. Όπως το κάνουν όσοι δεν τους χωράει ο τόπος τους. Μου πήρε χρόνια να μάθω πως τίποτα πιο άγριο κι όμορφο συνάμα από το να κόβεις κάθε ομφάλιο λώρο. Να ξεκόβεις. Να υποκρίνεσαι πως έχεις "άγραφο" ακόμη παρελθόν και να σημαδεύεις παρόν και μέλλον στο δόξα πατρί.

Και μόνο κάτι βράδια σαν το αποψινό, να σε πιάνει το παράπονο . Περαστικό όμως κι αυτό. Όπως όλα. Και φευγαλέα να σκέφτεσαι τα πλοία των ερώτων. Εκείνα που προτίμησες. Και τ' άλλα που άφησες να περάσουν άπρακτα.
Τυχαιότητες. Να στέκεσαι χρόνια μετά και να μπερδεύεσαι για το αν τις διάλεξες ή σε διάλεξαν εκείνες.
"Σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι" . Tι στίχος και τι εικόνα!!
Και τελικά όλα να καταλήγουν, εκεί από όπου άρχισαν: Εκεί στο νότο . Στην πατρώα γη. Την ίδια που εγκατέλειψαν οι γεννήτορες χρόνια πριν. O απόλυτος κύκλος! Σαν μόνο δύο όχθες να βρήκα στο Αιγαίο. Και να μοίρασα το μόνο "της ζωής μου ταξείδιον" ανάμεσά τους.
Η αντιστρόφως επιστρέφουσα, που επανέλαβε την ιστορία, παραποιώντας την. Θυμάμαι έντονα εκείνο το βράδυ στο καράβι.

Μάρτης του 1987. Τα μποφόρ να σαρώνουν το Αιγαίο και το χιόνι να λευκαίνει ξαφνικά και τις δύο "όχθες" του. Την μία που ήξερα και την άλλη που πήγαινα να πρωτοσυναντήσω. Χωμένη σε μία πανύψηλη πολυθρόνα να πασχίζω μηχανικά να ακουμπήσω τις πατούσες μου στο πάτωμα.
Και ξαφνικά με κυρίευσε ο πανικός. Σαν να μην έφτανε το ανάστημά μου να μετρηθεί με το άγνωστο. Αλλά τον τιθάσευσα. Του 'μαθα να μένει στο πίσω μέρος του μυαλού, να παίζει με υπόηχους και να κρύβεται.
Κι όμως. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο, όλα αυτά που φοβάμαι ξεθαρρεύουν σε χρόνους ανύποπτους. Όπως όλοι οι δράκοι που καταχωνιάσαμε στις σοφίτες μας. Άστοργοι κι επιθετικοί. Έτοιμοι να σου ζητήσουν το "κόκκινο ταμείο" σου.
Και ιδού εγώ πρόθυμη για παραδοχές απόψε, να νοιώθω πιο δικό μου ό,τι έχασα.

Τίποτα δεν έμαθα. Απλά περπάτησα. Και συνεχίζω να περπατώ.
Μέχρι να κουραστώ κι εγώ κι ο δρόμος μου.  Όπως κουράζονται κάποτε όλοι οι οι "Υπέροχα Μονάχοι" στου Αδάμ την εξορία.

* Αφιερωμένο "στα σωστά μας και τα λάθη". Και στις ... μικρές ώρες που έχουν κάτι "μεγάλες" νύχτες.  Και στους σύγχρονους ινστρούκτορές μου που βοήθησαν αυτές οι σκέψεις να μην διαβάζονται απλώς αλλά να ακούγονται κιόλας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Μουσική .. βιογραφία"

Παρασκευή, Ιουνίου 2

Το γυναικείο πρότυπο και άλλα ευτράπελα

Είχα πάντα το παράπονο ότι δεν συμμετείχα σε καμία δημοσκόπηση. Δεν ζητήθηκε η γνώμη μου ουδέποτε από κείνες τις χαριτωμένες κοπελίτσες που σε καλούν καταμεσήμερο για να σε ρωτήσουν αν χρησιμοποιείς πιστωτική κάρτα ή αν είσαι "δύσκολη" και πλένεις με .. έσεξ (που το θυμήθηκα;). Ούτε στο δρόμο έτυχε να με σταματήσουν ποτέ για να μου μοιράσουν κουπόνια δωρεάν περιποίησης από Ινστιτούτα ομορφιάς. Οι δε ινστρούκτορες των πολιτικών αναλύσεων με αποφεύγουν μανιωδώς. Άκουγα συχνά τα αποτελέσματα των σφυγμομετρήσεων και αναρωτιόμουν με βάση τον νόμο των πιθανοτήτων "πότε -επιτέλους- θα ρθει η σειρά μου". Και καθώς "ό,τι ονειρευόμαστε, γίνεται" ... ήρθε σήμερα. Τσαγκαροδευτέρα και όπως τρέχω πανικόβλητη στο κέντρο της πόλης να προλάβω τις απελπισίες μου, μου κόβει το δρόμο μία ευγενεστάτη δεσποσύνη.
- Καλημέρα. Κάνουμε δημοσκόπηση για τη μέρα της γυναίκας. Θέλετε να μου πείτε ποιό είναι το πρότυπό σας;

Την περίμενα χρόνια τούτη τη στιγμή. Κάποιος να με ρωτήσει. Κάπου να πω τη γνώμη μου. Κάποιος να με καταμετρήσει επιτέλους στα συμβαίνοντα. Και θαρρούσα πως ήμουν "σαν έτοιμη από πάντα" που λέει κι ο ποιητής. Αμ δε!!
Βρέθηκα ξαφνιασμένη να σκέφτομαι γρήγορα και να προσπαθώ να κερδίσω χρόνο, με την πανάρχαια μέθοδο της απάντησης δια νέου ερωτήματος:
- Σήμερα είναι η μέρα της γυναίκας;
Όχι, μου απαντά η απογράφουσα την "κοινή γνώμη". Σε μία εβδομάδα.
Ανακούφιση ανθίζει στο χαμόγελό μου. Ωραιότατα, αποκρίνομαι. θα το σκεφτώ μέχρι τότε και θα σας απαντήσω εγκαίρως.

---------------------------
Επιστρέφω στο γραφείο και το ερώτημα κουδουνίζει μονότονα στο μυαλό μου. Το αποκρούω με μπλοζόν κάνοντας βόλτα στη μπλοκόσφαιρα. Ώσπου, έρχεται ο
Πετεφρής με τα ξόρκια του και με .. αποτελειώνει.
Ευσυνείδητα βρίσκομαι να πασχίζω να ανακαλύψω (έστω και όψιμα) το γυναικείο μου πρότυπο. Μην είναι μοντέλα; Μην είναι σταρ του σινεμά; Του Περιστυλίου έστω; Μην είναι η Μαίρη Παναγιωταρά ή η Παναγιωταρέα; Ξεφυλλίζω ενδόμυχα γυναικείες φάτσες και απορρίπτω ασυζητητί.

Η "μέρα της γυναίκας" υπήρξε πάντα ένα απειλητικό ορόσημο, απ' αυτά που αδυνατεί να συλλάβει το φτωχό μου μυαλουδάκι. Θυμάμαι την μία και μοναδική χρονιά που παρασύρθηκα και ενέδωσα στα ειωθότα. Στριμωγμένη σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μπουζουκομάγαζο, ανάμεσα σε ξεσαλωμένες οικοκυράδες που σιχτίριζαν τους συζύγους για όσα τους στέρησε η παλιοζωή: Μία καριέρα αλά "δεσποινίς διευθυντής", δηλαδή, και μία τύχη αλά Τζούλια Ρόμπερτς στο Pretty woman με απαραίτητο τρόπαιο έναν Ρίτσαρντ Γκήρ και άχρηστο ντεσού το "πεζοδρομιακό" κομμάτι.

Στην πίστα έβγαζαν λογύδρια κάτι "πετυχημένες" πολιτικάντισσες και κάποιες "κοινωνικά ευαίσθητες" που ξέσπαγαν την βαρεμάρα τους σε φιλανθρωπίες με το παραδάκι των εύπορων συζύγων τους. Παραδίπλα η νεώτερη γενιά: ημίγυμνες πιτσιρίκες που οραματίζονταν να γίνουν μοντέλες ή να πάρουν μέρος στο "so, you think you can dance" (προφητικά .. κι ας μην υπήρχε τότε). Και στη μέση μέση του χορού μία παρέα από ... χαμένες υπάρξεις που δεν είχαν και πολύ διάθεση να ζητωκραυγάσουν τη μέρα της γυναίκας,. Ίσως γιατί έκαναν στο πίσω μέρος του μυαλού τους κάτι συνειρμούς με τις παγκόσμιες μέρες που .. αφιερώνονται υποκριτικά σε κάθε λογής άτομα με "ειδικές ανάγκες". Στο τέλος εκείνης της -κατά μία έννοια- τραγικής νύχτας σήκωσα βλέμμα στον Παντοδύναμο και του υποσχέθηκα σιωπηλά ένα μεγαλόπρεπο "ποτέ ξανά".

Και να 'μαι σήμερα, τρία χρόνια μετά, να ψάχνω πάλι γωνίες στο δεκάρικο και να αναρωτιέμαι: Εντάξει, φεμινίστρια δεν υπήρξα ποτέ. Όχι πως δεν κατάλαβα εγκαίρως ότι .. it's still a man's world αλλά όσο να πεις, άμα διεκδικείς τις ευκαιρίες σου όλο και κάτι καταφέρνεις. Αλλά -ανάθεμά το- ένα γυναικείο πρότυπο δεν είχα ποτέ μου;
Κατόπιν ωρίμου σκέψεως το μυαλό μου έτρεξε στη Μελίνα. Όχι τόσο στην πολιτικό, ή στην ηθοποιό, όσο στη γυναίκα. Ή έστω στο σύνολο των τριών. Στο άψογο συνταίριασμά τους. Στον τρόπο που είχε να "αγγίζει" τα πράγματα. Στην αύρα της. Στην σιγουριά που απέπνεε για όσα έλεγε, σε βαθμό που όχι μόνο σε έπειθε, αλλά σ' έκανε και να δεις τα μελλούμενα με τα δικά της μάτια. Ναι, η Μελίνα θα μπορούσε να 'ναι γυναικείο πρότυπο. Τίποτα μίζερο και τυποποιημένο. Μία γυναίκα όλο πάθος και όρεξη.
Λίγοι ξέρουν ότι η σκέψη της για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα πρωτοειπώθηκε στην Κρήτη. Oκτώβρης του 1981 και η Μελίνα έδινε συνέντευξη στο BBC.
H ιδέα είχε ξεκινήσει χρόνια πριν αλλά διατυπώθηκε για πρώτη φορά τότε. Η αφορμή δόθηκε στη δεκαετία του ΄60 όταν στα γυρίσματα της ταινίας "Φαίδρα" οι Βρετανοί ζήτησαν πληρωμή για να αφήσουν το ελληνικό συνεργείο να κινηματογραφήσει τα γλυπτά. Η Μελίνα έθεσε το θέμα επίσημα για πρώτη φορά ως Υπουργός Πολιτισμού τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται γι' αυτό μέχρι το θάνατό της. "Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας" έλεγε. "Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας". Και " Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα σας λεω πως ... ναι θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ".

"... Βλέπουμε την αλληλουχία των αρχαίων πολιτισμών κομματιασμένη, το παρελθόν γκρεμισμένο και τις θαυμάσιες ιδιαιτερότητες ξεθωριασμένες. Η μνήμη μας απειλείται και η ψυχή μας ξεραίνεται, η δημιουργικότητα ασφυκτιά, το παρόν ξεριζώνεται. Όποιος δεν έχει παρελθόν δεν έχει παρόν, λέει μια αραβική παροιμία. Αυτό το παρελθόν πρέπει να αναδυθεί από τα μουσεία για να γίνει πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, να γίνει όργανο και χαρά του λαού ..."
Μελίνα Μερκούρη, Μεξικό, 29 Ιουλίου 1982

Παγκόσμια Διάσκεψη της UNESCO για την Πολιτιστική Πολιτική


Τέτοιας υφής άνθρωπος. Πληθωρικός κι επαναστάτης. Με το βλέμμα μόνιμα στραμμένο σ' ένα μέλλον που διεκδικεί ρίζα στην αίγλη του παρελθόντος. Στα μέσα της δεκαετίας του 50 βρέθηκε στην Κρήτη για τα γυρίσματα της ταινίας "ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Ο Καζαντζάκης κι ο Ντασέν ήταν στο πλευρό της.

Ήμουν αγέννητη σε κείνο το πρώτο της πέρασμα. Τη γνώρισα πολύ αργότερα. Σε κάτι προεκλογικές συγκεντρώσεις "πράσινων" εποχών με τιμονιέρη τον Αντρέα. Χάιδευε τότε αυτός ηδονικά την Κρήτη κι εκείνη του αφηνόταν σαν ερωμένη που διψάει για περιπτύξεις. 

Ακόμη και στην εξέδρα της προεκλογικής φιέστας έβλεπα στη Μελίνα το "τρισυπόστατο": την πολιτικό, την ηθοποιό και τη γυναίκα. Ο λυρισμός της φωνής, οι κινήσεις των χεριών, η γλώσσα του σώματος, η προσωποποίηση της πειθούς. Κι όλα μαζί να φτιάχνουν ένα μαγικό ραβδάκι και να μην αφήνουν κανένα ασυγκίνητο. Υπερβολές .. θα πει όποιος δεν τη ζύγωσε. Καλά ειπωμένο, αλλά με άλλη σημασία: η Μελίνα ήταν ολόκληρη μία υπερβολή της γυναικείας φύσης.

Πάσχισα να σταθώ με όλη την συστολή των νιάτων μου κάποτε απέναντί της, διψώντας για μία δήλωση, από κείνες τις τετρημένες με τα "αγαπώ πολύ την Κρήτη". Θυμάμαι το φουλάρι της, που ανέμιζε σαν υποσχετική, καθώς κατέβαινε τη σκάλα της Νομαρχίας. Δεν ήλπιζα να την σταματήσω καν. Ένας σίφουνας που κυνηγούσαν καμιά δεκαριά παρατρεχάμενοι, ξεγλωσσισμένοι στο κατόπι της. Με προσπέρασε φουριόζα και έξαφνα κοντοστάθηκε. "Ξέχασα τα τσιγάρα μου" είπε σε κάποιον της συνοδείας. Ήταν η στιγμούλα μου. Η ευκαιρία μου. Ξαναζύγωσα πιο θαρρετά. Επανέλαβα το "ποίημα" μου και αυτή τη φορά με κοίταξε χαμογελαστή.
"Πώς σε λένε;" με ρώτησε και ξεκίνησα να απαντώ "Μαριάννα Κο ..." αλλά μ' έκοψε απότομα: "Φτάνει το Μαριάννα.
Οι γυναίκες δεν θα πρεπε να 'χουμε επίθετα. Γι' αυτό χαίρομαι όταν με λένε Μελίνα. Τα επίθετα ταιριάζουν στους άντρες. Εμείς προσδιοριζόμαστε πιο εύκολα".

Το ΄λεγε και γελούσε με κείνο το δυνατό γέλιο της Στέλλας. Για χρόνια το άκουγα να ηχεί με αναίδεια στο μυαλό μου κάθε φορά που κάποιος αδυνατούσε ή απέφευγε να με καλέσει τυπικά με το επίθετο μου. "Οι γυναίκες δεν θα πρεπε να χουμε επίθετα". 

Ούτε καν πρότυπα, τολμώ να συμπληρώσω συνειρμικά. Αλλά αν σώνει και καλά, το δεύτερο δεν αποφεύγεται τότε, η Μελίνα θα μπορούσε να 'ναι γυναικείο πρότυπο. Κι ίσως να την στοίχιζα προσεκτικά πλάι στη γιαγιά μου που δεν της έμοιαζε καθόλου.
Δύσκολο να πεις ότι έχεις πρότυπο τη γιαγιά σου στα κοριτσόπουλα των σφυγμομετρήσεων. Η ιστορία την αγνόησε και .. Υπουργείο δεν της δόθηκε ποτέ. Μία άσημη Ελένη. (το τραγούδι της ταιριάζει "γάντι". Και σε κείνη ... και σε κάθε Ελένη ) Μεγάλωσε όμως έντεκα παιδιά. Έθαψε πέντε. Έσπειρε τη γη της και στήριξε τον άντρα της, ως τα στερνά της. Κατάπιε ένα τσουβάλι απώλειες και στάθηκε ολόρθη. Είχε ένα πικρό χαμόγελο σαν μιλούσε για πολέμους και για πείνα. Έβλεπες τη σκιά στα μάτια της. Την κούραση από τους κόπους που κανένα βραβείο δεν αναγνώρισε. Η μόνη της καριέρα ήταν που γίνηκε σύντροφος και μάνα. Αλλά έβαλε και στα δυό όση αξιοσύνη διέθετε.
"Άλλων καιρών τρεχούμενα" που θα λεγε κι η ίδια για να κλείσει την κουβέντα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Το γυναικείο πρότυπο και άλλα ευτράπελα"

Πέμπτη, Ιουνίου 1

Η Τίγρης που θα ... ΕΠΙΤΕΘΕΙ !!!

Μεγαλώνοντας χάνουμε το προνόμιο να .. αλλάζουμε γνώμη. Κι αν ακόμη συμβεί αυτό αρνούμαστε να το παραδεχτούμε. Θυμάμαι δύο μόνο φορές στα τελευταία μου χρόνια που ένιωσα έντονα την επιθυμία να φωνάξω "ανάθεμά κι αν ξέρω τι θέλω". Η πρώτη ήταν την βραδιά που ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα για την διοργάνωση της Ολυμπιάδας του 2004. Λέγαμε στην παρέα πόσο μάταιο και άχαρο θα 'ταν να επιλεγεί η Αθήνα, πόσες περιπέτειες θα προκαλέσει. Λέγαμε ... λέγαμε .. αφορισμούς, κριτικές κι όταν ακούστηκε το 'Athens" μια δύναμη αλλόκοτη με τίναξε από την καρέκλα και μ' έβαλε να πανηγυρίζω πλάι στους γύρω μου που έκαναν το ίδιο αλλόκοτα σαν τρελοί.

Το ξαναθυμήθηκα την Κυριακή στο Διαβαϊδέ. Είναι ένας μικρός κι αμόλυντος τόπος στην απόληξη του Καστελλίου που βάλθηκε να γιορτάσει τον Αύγουστο με κεραστές ένα συγκρότημα παραδοσιακής μουσικής, γνωστό εντός κι εκτός Κρήτης: τους Χαϊνηδες. Μοίρα αγαθή στο απόγειο του κεφιού έφερε στο πάλκο και τον Ψαραντώνη. Για πολλούς από μας παραμένει μία από τις τελευταίες εικόνες κρητικής κουζουλάδας: με κείνη την μανία του να ανακατεύει διαρκώς τα ατημέλητα πυκνά μαλλιά του σε μία εποχή που όλοι πασχίζουν να μην ξεφύγει τρίχα και ξεστρατίσει από την καθεστηκύια τάξη.
Η ΤΙΓΡΗΣ (Εδώ από το Youtube το ακούτε και το βλέπετε)
Είχα ακούσει την "τίγρη" τους. Ένα τραγούδι που έγραψε ο Δημήτρης Αποστολάκης των Χαϊνηδων και ερμηνεύει ο εμβληματικός Ψαραντώνης. Την θεωρούσα μία μελωδία με όμορφο πρωτότυπο στίχο. Σ' όλη την διάρκεια της βραδιάς άκουγα το πλήθος να απαιτεί επίμονα την "Τίγρη". Σε βαθμό που σκέφτηκα πως αδικούσαν κατάφορα ένα σωρό άλλα όμορφα ακούσματα. Ώσπου, ο Ψαραντώνης πήρε το μικρόφωνο κι ακούστηκαν οι πρώτες νότες της. Ένιωσα τον τρόπο που το πλήθος κρατούσε την ανάσα του κι αφουγκραζόταν την σιγανή του φωνή. Άρχισε σαν ψίθυρος ενός τιτάνα της κρητικής μουσικής που έμοιαζε να γέρνει πια από το βάρος της. Μέχρι που στην επωδό, αυτό το Θείο τέρας πετάχτηκε ολόρθο με την χάρη του αιλουροειδούς και βροντοφώναξε πως θα "ΕΠΙΤΕΘΕΙ".
Τόσες τίγρεις γύρω μου κι ... εντός μου είχα καιρό να συναντήσω. Κι έτσι άλλαξα πάλι γνώμη. Είναι τραγούδια που αλλιώς τ' ακούς κι αλλιώς τα ζεις. Κι είναι και "τίγρεις" που θαρρείς πως ναρκώθηκαν αλλά έχουν τελικά ακόμη ελπίδες να επιτεθούν.

Υ.Γ. Στον Αδάμ και τη Νεκταρία που δεν κάθονται ήσυχοι και μας ξεσηκώνουν !!!
Υ.Γ.1 Στον Δημήτρη τον Αποστολάκη, τον μύστη της βραδιάς, που "συντονού" του μας ταξίδεψε
Υ.Γ.2 Για τους μη μυημένους φίλους μου οι στίχοι ακολουθούν:

Στίχοι:  
Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική:  
Δημήτρης Αποστολάκης


Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
π’ όλο με περιμένει
κι όλο την καρτερώ, 
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει, 
μα ελπίζω να φιλιώσει
καιρό με τον καιρό.

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου
για κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω, 
για να της τραγουδήσω τον πιο βαρύ καημό.

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω, 
για να την αγκαλιάσω
στον πιο τρελό χορό, 
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της, 
μου δίνει την προβιά της
για να τηνε φορώ.

Καμιά φορά απ’ το πιοτό πέφτομε μεθυσμένοι, 
σχεδόν αγαπημένοι, 
καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν την μπόρα, 
σαν τη στερνή την ώρα
που θα επιτεθεί.

buzz it!


Permalink για το "Η Τίγρης που θα ... ΕΠΙΤΕΘΕΙ !!!"