Tabs: Blog | About Me |

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26

"Ήρθα να κάμω το χαμάλη του Γκρέκο"

"Τα πράγματα που κάνουμε μας επιλέγουν και δεν τα επιλέγουμε".
Έτσι λέει ο Γιάννης Σμαραγδής για τη ζωή και τη δουλειά του. Ο "Καβάφης" του, ταξίδεψε στα πέρατα της γης. Μία ταινία αριστουργηματική. Όλο ατμόσφαιρα, Αλεξανδρινούς τόπους, στίχους, αφήγηση και μυρωδιά από Ελλάδα. Τώρα ήρθε η σειρά του Γκρέκο. Κι αυτή την ταινία δεν την διάλεξε ο Σμαραγδής. Αλλά κάτι μου λέει πως πάλι θα μεγαλουργήσει. Έχει ένα σαράκι τελειομανίας που δεν τον αφήνει να βολευτεί στα .. γρήγορα και στα υποδεέστερα.
Άλλωστε, πάνε χρόνια που η Ελλάδα δεν επενδύει την εθνική προβολή στην έβδομη Τέχνη της. Ο "Ζορμπάς" του Καζαντζάκη και η Άνναμπελ με τα "μύγδαλα" κάποτε μιλούσαν για τον τόπο μας καλύτερα από χίλιες διαφημιστικές μπροσούρες. Μετά ... επενδύσαμε στις παγκοσμιοποιημένες μεθόδους και στην Ολυμπιάδα.
Ενδιάμεσα όμως -γιατί πολλά γίνονται μα δεν φαίνονται- άνθρωποι που βλέπουν πέρα από τη μύτη τους προσέγγισαν τον Σμαραγδή. Οι πιο εύρρωστες επιχειρήσεις της Κρήτης πίσω τους. Και του ζήτησαν να φτιάξει μία ταινία για τον Γκρέκο που θα την χρηματοδοτούσαν. Μνημείο της καλώς εννοούμενης διαφήμισης του τόπου διεθνώς.
Την παλεύει τούτη την ιδέα επτά χρόνια (!!!) ο Σμαραγδής. Γυρνά τον κόσμο και ψάχνει παραγωγούς, ηθοποιούς, στοιχεία, χνάρια του Γκρέκο.
"Η καλλιτεχνική δημιουργία δεν έχει σχέση με ό,τι συμβαίνει στην ζωή, όπως την βιώνουμε καθημερινά. Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι σε άμεση συνάρτηση με το τι κουβαλάει ο καθένας στο κύτταρό του και τι αποφάσεις έχει πάρει ο κάθε δημιουργός ή καλλιτέχνης και πώς σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την κυτταρική του μνήμη. Έτσι λοιπόν, προετοιμάζεσαι, πιστεύω, στην ζωή για να υπηρετήσεις πράγματα. Όταν έχεις αποσαφηνίσει τον ρόλο σου σε αυτόν τον κόσμο, εκείνα τα πράγματα που έχουν την ανάγκη σου σε καλούν να τα υπηρετήσεις. Υποθέτω, ότι κάπως έτσι έγινε και με τον Γκρέκο, επειδή ακριβώς έχω την αγωνία ότι αυτός ο τόπος όλο και χάνεται, όλο και ακρωτηριάζεται. Ο Γκρέκο είναι μία μορφή που υπερασπίστηκε την Ελλάδα σε μία κρίσιμή της στιγμή. Και κυρίως υπερασπίστηκε την Κρήτη, που υποταγμένη καθώς ήταν τότε και σκλαβωμένη, ο Γκρέκο την άφησε και πήγε στο κέντρο των κατακτητών και τους .... κατάκτησε. Αυτό θεωρώ ότι δεν είναι τελείως άσχετο με αυτό που συμβαίνει στους καιρούς μας, όπου πολλοί και με πολλούς τρόπους επιδιώκουν να μας κατακτήσουν και πρέπει και ‘μείς με την σειρά μας να βρούμε τρόπους να τους κατακτήσουμε". λέει.Κι ο Σμαραγδής δεν το λέει μόνο. Το πράττει κιόλας. Κατακτά. Αίθουσες, κριτικές, κοινό, τόπους, ό,τι αξίζει να περάσει στην μεγάλη οθόνη. Μην ψάξετε σ' αυτό το κείμενο για αδέκαστο και αυστηρό κριτή του. Είναι φίλος μου κι είμαι υποκειμενική. Αλλά συνάμα νοιώθω και πως δεν είμαι. Ο Σμαραγδής κέρδισε τις περγαμηνές του με το σπαθί του. Κι είναι καταξιωμένος χωρίς την ταπεινή μου γραφίδα.
"Ήρθα να κάνω τον χαμάλη του Γκρέκο"
Στις 9 του Οκτώβρη ο Σμαραγδής ξεκινά τα γυρίσματα του Γκρέκο στην Κρήτη. Πριν από ένα χρόνο οργάνωσε οντισιόν για τους κομπάρσους του. Έγινε χαλασμός. Όλοι ήθελαν να 'ναι εκεί. Όχι τα συνήθη "ψώνια" ή οι επαγγελματίες κομπάρσοι. Όχι αυτοί. Έβλεπες κάτι γερόντια με την κρητική φορεσία και τα στιβάνια τους στη σκάλα να περιμένουν υπομονετικά. Το κρητικό κρουσάτο μαντήλι στο κεφάλι και τη μαγκούρα στο χέρι.
- Τι ήρθες να κάνεις εδώ παπού? ρώτησα έναν τέτοιο τύπο.
- Το χαμάλη του Γκρέκο ήρθα να κάμω. Ό,τι να' ναι. Από τον τόπο μου είναι.
Βρήκε κομπάρσους ο Σμαραγδής. Με το δικό του λογικά - παράλογο αισθητήριο που ξεσκαρτάρει μόνο τις γνήσιες φάτσες. Όχι να γράφουν στο γυαλί μα στην ψυχή μας. Στην ταινία θα παρελάσουν φυσιογνωμίες ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με τον κινηματογράφο. Λόγιοι της Κρήτης, συγγραφείς, ποιητές, πανεπιστημιακοί, αρχαιολόγοι, δικηγόροι, πολιτικοί και κάτι κρητίκαροι σαν τον παπού που περίμενε στη σκάλα.
Ο Ψαραντώνης και ο Λουδοβίκος θα βάλουν τις νότες. Ο Άγγλος ηθοποιός Nick Ashdon πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον πλαισιώσουν οι Λάκης Λαζόπουλος, Δήμητρα Ματσούκα, Γιάννης Μπέζος, Γιώργος Χριστοδούλου, Γιώργος Χαραλαμπίδης, Θοδωρής Ζουμπουλίδης, Σωτήρης Μουστάκας, Ντίνα Κώνστα, Δημήτρης Καλλιβωκάς, Ελένη Καστάνη, Τάσος Παλαντζίδης, και ο Γιώργος Καραμίχος. Ο Βαγγέλης Παπαθανασίου θα βάλει και πάλι την σφραγίδα της μουσικής του. Ήδη χθες κατέφθασε η διακεκριμένη ενδυματολόγος Lala Huete (Belle Epoque, Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας 1992) από την Μαδρίτη, με τους συνεργάτες της ενώ σήμερα φθάνουν τα κοστούμια που θα ντύσουν συνολικά 800 ανθρώπους. Αρκετά από αυτά κατασκευάστηκαν στην Ισπανία ειδικά για τις ανάγκες της ταινίας.
"Ο Γκρέκο θα ‘ναι μία ταινία ... εξεγερμένη"

Μπορεί η τελευταία κινηματογραφική δουλειά του Γιάννη Σμαραγδή, να είχε ως πρωταγωνιστή της έναν ... σιωπηλό Καβάφη, που αφηγήθηκε την ζωή του μέσα από γεγονότα, πρόσωπα και περιπλανήσεις αλλά χωρίς λόγια, όμως ο Γκρέκο θα είναι μία εντελώς διαφορετική ταινία.
"Πρώτα απ’ όλα θα είναι μία ταινία εξεγερμένη, λέει ο Γιάννης Σμαραγδής. Μία ταινία, που θα προκαλεί τον θεατή της να μπει στις διαδικασίες της Κρητικής ματιάς. Ο Γκρέκο, ουσιαστικά αυτό έφερε ως φρεσκάδα στην παγκόσμια κοινωνία, έφερε την δύναμη ενός ανθρώπου που βλέπει το μέλλον, επειδή έχει πολύ ισχυρό παρελθόν. Και τελικά το μέλλον της ανθρωπότητας είναι το παρελθόν της. Και το παρελθόν της ανθρωπότητας και του Πολιτισμού, που ζούμε, είναι η Ελλάδα. Και το παρελθόν της Ελλάδας, είναι η Κρήτη. Στην Κρήτη κρίθηκε ο Δίας από τον Κρόνο για να μην τον καταπιεί ο πατέρας του. Από δω λοιπόν, ξεκινάνε τα πράγματα".
Από εδώ θα ξεκινήσουν και τα γυρίσματα της ταινίας. Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος -που φιλοδοξεί να κατακτήσει το διεθνές κοινό- θα καταδεικνύεται με κάθε τρόπο ότι ήταν κρητικός. Και η σφραγίδα του νησιού στην ταινία, δεν θα εξαντλείται σε περιγραφές του τόπου καταγωγής του μεγάλου ζωγράφου, αλλά θα δίνει το στίγμα ηθών, εθίμων και κυρίως της κρητικής νοοτροπίας, που εμπότισε την ζωή και το έργο του Γκρέκο.
Μία απλή κουβέντα με τον Γιάννη Σμαραγδή, δίνει την ευκαιρία στο συνομιλητή του να διαπιστώσει ότι οι «σκηνοθετικές» εικόνες του Γκρέκο είναι σκαριφημένες απόλυτα στο μυαλό του. Και οι επιλογές δεν είναι διόλου τυχαίες. Κρητικές γωνιές, σκηνές με την ¨απλάδα¨ της κρητικής φύσης και τους ίσκιους των βουνών της, άνθρωποι με φυσιογνωμίες που αποπνέουν την κρητική λεβεντιά και τόποι που ευτύχησαν -διόλου τυχαία- να ανδρώσουν τον Γκρέκο, τον Καζαντζάκη και τον Βενιζέλο.
"Τα γυρίσματα, λέει ο Γιάννης Σμαραγδής, θα ξεκινήσουν στο Ηράκλειο στις 9 του Οκτώβρη. Και αυτό το επιδιώκω για πάρα πολλούς λόγους. Η Κρήτη αυτή την στιγμή, θεωρώ, ότι μπορεί να ξαναγίνει το κέντρο μίας νέας αντίληψης ζωής. Εδώ η ομορφιά και η πνευματικότητα είναι σε μία παράξενη και θαυμαστή αρμονία. Θέλω, δε να πιστεύω, ότι ο Κρητικός θα προσπεράσει και αυτό το πρόσκαιρο -γιατί δεν νομίζω ότι θα κρατήσει πολύ- σύνδρομο του νεοπλουτισμού, και εννοώ την προσπάθεια κάποιων να αποκτήσουν τα περισσότερα, χωρίς να αγωνιούν για το πώς μερικές φορές πληρώνει ο τόπος αυτή την κατάσταση. Ο νεοπλουτισμός, που πιστεύω ότι πολύ γρήγορα θα εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη, είναι η κατάσταση όπου ο καθένας μέσα από αυτήν σκέφτεται μόνο τα δικά του πράγματα, ενώ πρέπει να ξαναγυρίσουμε όλοι στο να σκεφτόμαστε όλα τα πράγματα. Κάθε μας πράξη πρέπει να έχει θετικό κοινωνικό αποτέλεσμα και αντίκτυπο. Το σύνδρομο του νεοπλουτισμού, λοιπόν, νοιώθω πως θα περάσει και σύντομα θα ξαναγυρίσουμε σε αυτό που ήταν πάντα οι Κρήτες: Μία τεράστια δύναμη σε έναν ιερό και μαγευτικότατο τόπο, που μπορεί να ξαναδώσει στην ανθρωπότητα μία πρόταση υψηλής επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους. ‘Άρα, θα ξαναβάλει η Κρήτη το ζήτημα της μεγάλης φιλοξενίας με θεϊκά πρότυπα και θα ξαναβάλει σε κίνηση την υψηλή πνευματικότητα, που οι Κρήτες από και την προμινωική εποχή είχαν.
Πέρα από την Κρήτη σκοπεύω να κάνω οπωσδήποτε γυρίσματα στην Ιταλία και συγκεκριμένα στην Βενετία και την Ρώμη. Επίσης γυρίσματα θα γίνουν στο Τολέδο της Ισπανίας και την Μαδρίτη".
Ένας ζωγράφος και ένας σκηνοθέτης βρίσκονται, κατ’ ανάγκην κοντά. Ο καθένας υπηρετεί την τέχνη του. Επιπλέον, μεταξύ Θεοτοκόπουλου και Σμαραγδή υπάρχει μία κοινή "ρίζα": η Κρήτη. Αναζητώντας τις πτυχές της προσωπικότητας του ήρωά του, ο Γιάννης Σμαραγδής εντόπισε κι άλλες ομοιότητες. "Είμαστε ίδιοι με τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο. Όπως πιστεύω, ότι ίδιοι με τον Γκρέκο είναι και οι περισσότεροι έλληνες ή οι περισσότεροι κρητικοί, που κάνουν το άλμα και ό,τι έχουν στο κύτταρό τους το κάνουν οικουμενικό. Δεν έχουν αλλάξει οι εποχές και οι στόχοι. Επειδή ο Γκρέκο έζησε μερικούς αιώνες πριν, μην νομίζετε ότι είναι μακριά μας. Βέβαια, αν γυρίσει κανείς το κεφάλι του πίσω θα δει ότι ο χρόνος είναι πολύ πιο κοντινός, από ό,τι κοντόφθαλμα θέλουμε να τον βλέπουμε. Εξαρτάται από το πώς βλέπεις το χρόνο, φυσικά. Όμως σε μία πιο βαθιά συνάρτηση διαπιστώνεις ότι οι Κρήτες είναι πάντα ίδιοι. Ακόμη και οι Μινωϊτες ίδιοι ήταν. Κι εκείνοι από την πλευρά τους, έκαναν κάθε δυνατή προσπάθεια να διεθνοποιήσουν ό,τι είχαν στα χέρια τους και να το κάνουν οικουμενικό".

"Ένα δροσερό αεράκι ή το χέρι του Θεού'

Το 'δόγμα" του Γιάννη Σμαραγδή είναι ότι μία αδιόρατη αλλά ευνοϊκή συγκυρία κατευθύνει τις επιλογές του. "Τα πράγματα μας επιλέγουν, δεν τα επιλέγουμε" συνηθίζει να λέει. Η καλοτυχία των επιλογών του ίσως τελικά να οφείλεται σε αυτή καθ΄αυτήν την "ευγένεια" του στόχου του. Ταινίες ποιότητας, φροντισμένο σενάριο, διαπρεπείς ηθοποιοί, γυρίσματα που δεν φείδονται χρόνου, κόπου και χρημάτων ακόμη, πιστοποιούν την σκηνοθετική του ταυτότητα. Και πάντα ο Σμαραγδής φροντίζει την αντανάκλαση της επιτυχίας του να την εισπράττει η Ελλάδα. Η τελευταία του δουλειά, δείγμα γραφής των εκλεπτυσμένων του επιλογών, με επίκεντρό της τον Αλεξανδρινό μας Καβάφη, έκανε τον γύρο του κόσμου. Συγκέντρωσε ευνοϊκότατες κριτικές, απέσπασε πάμπολλες διακρίσεις και σε κάθε περίπτωση ο σκηνοθέτης φρόντιζε να διακρίνεται η "ελληνικότητα" του έργου του. Συνεργάτες του: ένα εκλεκτό επιτελείο ελλήνων δημιουργών, με ονόματα όπως αυτό του Βαγγέλη Παπαθανασίου ή του Δημήτρη Καταλειφού, που αυθύπαρκτα σχεδόν διασφάλιζαν την επιτυχία. Έχοντας μία τέτοια προϊστορία, ο Σμαραγδής είναι σε θέση να εγγυηθεί την επιτυχία του "Γκρέκο". Και άλλωστε ο νέος στόχος του έχει ακόμη πιο ... πλατύ ορίζοντα. Θα απευθυνθεί σε ένα διεθνές κοινό και θα σκιαγραφήσει την ζωή ενός ανθρώπου, ενός ζωγράφου της εμβέλειας του Θεοτοκόπουλου. Τα έργα που άφησε παραμένουν ζωντανές μαρτυρίες του απαράμιλλου της τέχνης του. Και η αλήθεια είναι ότι πέρα από το παρανόμι του (Γκρέκο) ελάχιστα στοιχεία τον δένουν στην διεθνή συνείδηση με την χώρα του και ακόμη λιγότερα με την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κρήτη.
Για τον Σμαραγδή η νέα ταινία μοιάζει με «χρέος τιμής». Χρέος Κρητικού προς Κρητικό. "Αυτή την στιγμή, λέει, αισθάνομαι ότι πρέπει να κάνω την ταινία για τον Γκρέκο. Υπάρχει μία φράση μέσα στο σενάριο. Είναι μία στιχομυθία μεταξύ του ζωγράφου και ενός βοσκού, που έχει κάποιο ρόλο μέσα στην ταινία. Ένας σοφός βοσκός -απ’ αυτούς που ξέρουμε και συναντάμε στα κρητικά βουνά- και τον οποίο επί τη ευκαιρία να πω, ότι θα τον υποδύεται ένας κρητικός. Τον ρωτάει λοιπόν, την προηγούμενη μέρα και ενώ ο Γκρέκο ετοιμάζετε να φύγει για την Βενετία:
-Δομήνικε, κάτι σε σπρώχνει, για να φύγεις, τι είναι;
Και του απαντά ο Γκρέκο:
- Ναι, ένα δροσερό αεράκι ή το χέρι του Θεού".

Οι ... Θεοί της Κρήτης (κατά πώς λες κι εσύ) εύχομαι να σε βοηθήσουν, Γιάννη.
Σημείωση: Η συνοπτική και ιστορικά δομημένη βιογραφία του Γκρέκο βρίσκεται εδώ

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Ήρθα να κάμω το χαμάλη του Γκρέκο""

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20

Αν τα μάτια σου Άνοιγες ..

…Το ράγισμα κυριάρχησε κι είναι ανερμήνευτο: μακριά
Απ' την παρήχηση των κυμάτων, ένας ολόκληρος κόσμος
Κινείται σπασμωδικά προς τα όρια. η ειρωνεία του,
Η εμμεσότητά του πρέπει τώρα να χρεωθεί στην ευτέλεια
Των ανακλαστικών μας, στη λύσσα μας για κατάχρηση.
Το φως δεν καίει, είν' ένα φως θεωρητικό. Δεν περιμένει
Εμάς, μόνον ξοδεύει το υλικό των κορμιών για το πλεονέκτημα
Κάποιας ουδέτερης αναδρομής ή επιτάχυνσης. Ο σκιώδης του
Όγκος οδηγήθηκε στην απώλεια κι η απώλεια βεβηλώνει
Την παλιά μας εκλεπτυσμένη ασυμμετρία. Ό,τι εκτιμήθηκε
Χάνει βάρος και επιπλέει. εκεί εκτίθεται
Σαν κειμήλιο αδιαφορίας, ώσπου σαπίζει. Κανένα δόγμα
Δεν είναι απόρρητο. όλα έπονται ή προηγούνται,
Παραταγμένα, μονοδιάστατα, ευεξήγητα, δηλωτικά
Μιας ανυπόμονης ενσωμάτωσης της σκέψης στο αντικείμενο
Ώστε ο ρυθμός της να συμπίπτει με τη στίλβουσα πρόσοψη
Του καθενός από αυτά. Κι έτσι δεν μας χρειάζονται τα μισόλογα,
Γιατί ανάμεσα στη φυσιολογικότητα και τη σκιά της
Χωράει μόνον ένα ναι ή ένα όχι, μια εικόνα ή τίποτα.
Τέτοιο δράμα πως θα μπορούσε να τραγουδηθεί; Την μελίγηρυν
Αηδόνα εδέξατο νώτοις δελφίν, και πτηνήν πόντιος ηνιόχει.
Πιστοτάτω δ' ερέτη πορθμευομένη τον άκωπον ναύτην
Τη στομάτων θέλγον εγώ κιθάρη… Νοημοσύνη, τρυφερότητα,
Απείθεια, όλα βρίσκονται γραμμένα εκεί, στον ήχο του ήχου σου.
Οι δίνες φαίνεται να έχουνε προκληθεί απ' την πορεία
Του γεγονότος προς τη συνείδηση, απ' τη συχνότητα
Του αντίκτυπου στους ομόκεντρους κύκλους του. Ομιλία,
Φτωχή συνήθεια της κοινής μας αναπνοής, σου ανέθεσα
Να αναθρέψεις το παιδί μου σωστά. Περίμενέ το να σε ακούσει.
Δείξε τα δόντια σου σ' αυτή τη δέσμη (με ξεκουράζει
Να σου μιλάω) των εξηγήσεων για το FORWARD, για το REPLAY.
Το ρολόι εκείνο (τόσο ντελικάτο! Σφαιρική απεικόνιση τ' ουρανού
Όπου Ήλιος, Σελήνη, ζώδια και πλανήτες χόρευαν στην αυτόματη
Δράση βαρούλκων και τροχών σαν την έλλειψη απερισκεψίας
Οδοντωτών) που ο σουλτάνος της Δαμασκού Σαλαντίν
Έκανε δώρο στον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄,
Ή το ρολόι της Φεζ, στο Μαρόκο (1357 υδραυλική
Κλεψύδρα, ξύλινα ράμφη, λιθοσφαιρίδια) είναι πρώιμες ενδείξεις
Ότι ο άνθρωπος κουράστηκε απ' τις αρνήσεις που τον κρατούν
Στην κυκλικότητα μιας αφήγησης, ότι δεν μπόρεσε να καταλάβει
Τα γεγονότα παρά μονάχα μέσω εκκρεμοτήτων και γενικεύσεων.
Ήλιοι, σπουδές στη ευδαιμονία, γαμήλιες συνθέσεις,
Αναγνωρίζετε το χαμένο σας υποκείμενο; (Κυματίζουνε τόσο
Εξευμενιστικά οι λόφοι στο αντιφέγγισμα της έννοιας - λόφος,
Που εκατομμύρια μικρά "αλίμονο", στο νεράκι, φτιάχνουνε ένα.
Στρογγυλό "ευτυχώς"). Λοιπόν εμείς τ' αναγνωρίζουμε:
Ποτέ δεν γίναμε οπαδοί της κατ' ανάγκην συμπόρευσης,
Της συναίνεσης, του υπερθεματισμού στην ομαλή
Διεκπεραίωση των απείρων λειτουργιών της δυνητικότητας,
Ποτέ δεν στέρξαμε καμία στρατηγική της επιθυμίας.
Αλληλεγγύη λέγοντας, εννοούσαμε μια μεταβίβαση a priori
Μη χρονική. Εδώ είν' αλλιώς. (Να! μία πέρκα ή μήπως ήτανε
Σαργός! Θα τον άγγιζα παραλίγο! Αν τα μάτια σου
Άνοιγες, θα ΄χες ήδη απολαύσει ραβδώσεις ενός λευκόχρυσου
Γιαλού μέσα στην έννοια-γιαλός!) Γιατί ο αντίλαλος
Της λησμονιάς βρίσκεται γύρω μας. Θα με ρωτήσεις:
Εάν, αδιάκοπα, το περιεχόμενο της εμπειρίας του εδώ-τώρα,
Αιμορραγεί, σε τι χρειάζονται τα ρολόγια; (Και μι' αχιβάδα!
Θα στην κρατήσω!) Χρησιμεύουνε, πίστεψέ με, σαν ενθύμια
Αυτού του πράγματος, του χαμένου παρόντος. Στη νεκρή
Υλικότητα του χρόνου εξασφαλίζεται μια συμφέρουσα
Επαλήθευση. Πράγμα αφύσικο! Γιορτές, πετάγματα πουλιών,
Ανηθικότητες, όλος ο χρόνος έχει ήδη υπάρξει,
Όλη αυτή η συνενοχή υπεραπλούστευσης κι εφευρήματος,
Όλες εκείνες οι συναιρέσεις κοινοτοπίας και τέχνης
Έχουν κιόλας καταγραφεί σχολαστικότατα
Στα αρχεία. Αναπαράγονται. Τεμαχίζονται. Τρομερή ματαιοπονία.
Γι' αυτό ν' ακούς τον παφλασμό και να ξέρεις
Πως περισσεύει ό,τι δεν έχει αιτία κι ούτε το ίδιο είναι αιτία.
Η ροή του στιγμιαίου επιταχύνεται βάναυσα
Με τις εντάσεις, οι εκδορές της στην ψυχή είναι ανεξίτηλες.
Γι' αυτό ν' ακούς τη σιωπή της σιωπής καθώς το ξύλινο
Πέταγμα αναδεύει στο νερό την εντέλεια. Το REPLAY,
Και το PAUSE του Ραμσή η σπατάλη των αποδείξεων
Ότι η πλάση δύει σ' έναν αλλόκοτο μεσημβρινό
Αυτοανάλωσης του εικονικού της χρόνου δεν σου ταιριάζει.
Άκου καλύτερα, άγγελέ μου, μία διήγηση που μας κήδεψε
Ανακαλώντας τις αξίες του συμβολαίου όταν η ώρα μας εκπνέει
Γλυκά με τα τριξίματα του ξύλου. (Έτσι κι η βάρκα μας
Που 'γινε ολόκληρη ένας ρόζος αγάπης)…

Απόσπασμα από τη Θάλασσα του Ευγένιου Αρανίτση

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Αν τα μάτια σου Άνοιγες .."

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15

"Τι είπα κάποτε σ' έναν ιπτάμενο"


Σαν αφαιρέσεις από τον ήλιο την λαίμαργη αστρονομία
δεν είναι πιότερος από μιά πυγολαμπίδα που διαστέλλει
την κίνηση μέσ' στο άναυδο σκοτάδι.
Δεν έχει πόσιμη σημασία να σταλάξουμε
τσιγγούνικες αλήθειες και σταγονίδια βεβαιότητας
δεν έχει ούτε μιά πρωτοτυπία η ξεμυαλίστρα η εξυπνάδα
πρωτότυπος είναι εκείνος που δικάζει τις λέξεις
εκείνος που βάζει ποινές ολοένα στα δάχτυλά του
την ώρα που σέρνουν έρημα την άλαλη πένα.
Δεν έχει μητρότητα ο ίλιγγος
δεν έχει πατρότητα η νύχτα.
Μίλησα κι άλλοτε γι'αυτά τα χαρτόνια.
Οι σκοτεινοί μας σύντροφοι: οι άκρες και τα μάκρη
με του κύκλου τ 'άγρια δώρα μας κοροιδεύουν.
Έχοντας πιά ξεπέσει ο γέροντας Ευκλείδης
ειν' απόβλητο το μήκος ως πράξη του σύμπαντος
και το ύψος ανεύρετη μελωδία στα πλάτη...
Τράβηξα την σκονισμένη αιωνιότητα σαν κουρτίνα
με τόση ευκολία και τά 'χασα βλέποντας
το λάγνο τίποτα της αναφρόδιτης καμπύλης!
Ο άγγελος τότε του έαρος μου φώναξε: -Μη στενεύεις,
αγίαζε μονάχα, μη σκοπεύεις, κι απ'το μειλίχιο
δαιμόνιο της αγάπης πιο περ' ακόμη τράβα κι ας είπες
θα κομματιάσω τον κόσμο για να ματιάσω
τη δύναμη της αλήθειας.
'Ελα, λυτρώσου τώρα κι απ' του ερωτήματος την έλλειψη
να γίνεις ομορφότερος να μείνεις όντως μόνος...

[Χορταριασμένα Χάσματα,1974] Ν. Καρούζος

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Τι είπα κάποτε σ' έναν ιπτάμενο""

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14

Ιωσήφ Βρυέννιος: Η περιφρόνηση της αλληλογραφίας

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος υπήρξε λόγιος του Βυζαντίου. Ο πρώτος που σε πύρρειο λόγο του προφήτευσε -30 χρόνια πριν- την πτώση της Βασιλεύουσας. Άνθρωπος της σκέψης, του Θεού και της γραφής. Αλληλογραφούσε με το ιδιότυπο της εποχής. Ο πανεπιστημιακός Ν. Τωμαδάκης έσωσε και μετέφρασε αρκετές επιστολές του. Ανάμεσά τους και αυτή.

Aν ήξερα σίγουρα ότι και αυτές οι επιστολές μου δε θα ναυαγήσουν στη θάλασσα και ότι μετά την ανάγνωση δε θα τις πετάξεις στο χώμα ή τη φωτιά, ή το λιγότερο σε καμιά γωνιά, ίσως θα σου έστελνα πολλές και ομορφογραμμένες. Όσο όμως το θυμάμαι, τόσο περισσότερο τεμπελιάζω να σου γράψω. Kατάλαβε λοιπόν τι σημαίνει μάταια να αγοραστεί το χαρτί και το μελάνι που πρέπει και μάταια το γυαλιστικό και το ψαλίδι και το καλαμάρι να τοποθετηθούν μπροστά μου, να στομώσει η γραφίδα. Kαι η βελόνα και η κλωστή και το κερί και ύστερα η σφραγίδα μάταια να ετοιμαστούν.
Την εποχή του Βρυέννιου η επιστολή ήταν μία ιεροτελεστία ολόκληρη. H περγαμηνή ή το χαρτί ήταν κομμένα σε φύλλα, τα οποία ράβονταν μεταξύ τους. Γι' αυτό απαραίτητα όργανα ήταν το ψαλίδι, η βελόνα και το νήμα. Έγραφαν με τον κάλαμο, ειδικά ξυσμένο καλάμι για γραφή, τον οποίο βουτούσαν στο μελάνι. Tον κάλαμο, που ονόμαζαν επίσης καλαμίδα, γραφίδα ή δόνακα, τον τοποθετούσαν σε ειδική θήκη, η οποία πολλές φορές ήταν έτσι κατασκευασμένη, ώστε να μπορεί κανείς να την φορέσει στη μέση του. H επιστολή έμπαινε σε φάκελο που σφραγιζόταν με κερί. Βουλοκέρι!

Kαι αυτά είναι τα εξωτερικά στοιχεία. Eγώ ποια και πόσα πρέπει να κάνω; Nα σκεφτώ το περιεχόμενο, το αναγκαιότερο και πιο κουραστικό από όλα. Nα σκύψω το κεφάλι, να στυλώσω το βλέμμα μου, να χρησιμοποιήσω την τέχνη του χεριού μου και να κινήσω τα δάκτυλά μου, να λυγίσω τα γόνατά μου, να τραβήξω τις γραμμές, να κάνω ωραία γράμματα, να έχουν ωραίο νοηματικό περιεχόμενο και καμιά φορά να φανερώνουν κάποια μυστήρια. Όταν έπειτα βρεθεί και παρακληθεί ο ταχυδρόμος να το μεταφέρει και διανύσει με πλοίο μεγάλο ταξίδι, φτάνει η επιστολή στα χέρια εκείνου προς τον οποίο εστάλη. Aν αυτός λοιπόν, μόλις τη διαβάσει, την αφήσει στη γωνιά και το σκοτάδι, αντιλαμβάνεσαι πόσο πολύ περιφρονεί τον αποστολέα και όλα τα καλά που έκανε.
Η ανάγκη της απόκρισης δεν γνωρίζει αιώνες. Ήταν και είναι πάντα το ζητούμενο. Να δείξεις πως σέβεσαι, κατανοείς, διαφωνείς, αντιδράς αλλά να αποκρίνεσαι. Η σιωπή εκλαμβάνεται ως προσβολή. Ως απόρριψη. Kαι κάποια πράγματα είναι διαχρονικά. Όπως αυτή η στυφή γεύση στην έλλειψη της απόκρισης.

Γι' αυτό και οι παλαιοί δεν είχαν αυτή τη συνήθεια, αλλά το αντίθετο. Όταν έστελναν ή δέχονταν γράμματα, οι μεν αποστολείς, πριν δώσουν την επιστολή στα χέρια του γραμματοκομιστή, την αντέγραφαν σε ένα βιβλίο, όπου είχαν και τα άλλα γραπτά τους. Oι αποδέκτες, μόλις τη λάβαιναν, την επιδείκνυαν στους συντρόφους τους λογίους, την αποστήθιζαν πρώτοι και την αντέγραφαν στα δικά τους βιβλία. Oι φίλοι τους πάλι την έπαιρναν και την έβαζαν στα βιβλία τους, την αποστήθιζαν και την επιδείκνυαν, και στο σπίτι τους, στην αγορά, στους δρόμους, στις συγκεντρώσεις και σε οποιεσδήποτε συναντήσεις, αντί να αργολογούν, επαναλάμβαναν προφορικά το χρήσιμο περιεχόμενό της.

Τότε που η αλληλογραφία δεν ήταν προσωπική υπόθεση. Μετέφερε σπουδαία μαντάτα που έψαχναν πολλαπλούς αποδέκτες. Άλλωστε το ταξίδι της ήταν κοπιώδες. Πολλοί αναμειγνύονταν στην μεταφορά.
Η αλληλογραφία των ιστορικών προσώπων πάντα με γοήτευε. Το πρώτο ενικό πρόσωπο και οι αφτιασίδωτες αλήθειες τους. Οι έρωτες, τα συναισθήματα της απόρριψης, οι απογοητεύσεις, οι προβληματισμοί. Όσα δεν χώρεσε καμία ιστορική καταγραφή αλλά μου μοιάζουν πιο πολύτιμα και ανθρώπινα.
Ο Βρυέννιος γράφει χωρίς περιστροφές τον "πόνο" του. Ένας πόνος που ταξίδεψε με κόπο για να φτάσει ως παράπονο και "γιατί" στα χέρια του παραλήπτη του.
Όταν προσδοκούμε δεν αναλλογιζόμαστε καν τις συνθήκες του άλλου. Ο παραλήπτης μπορεί για λόγους ανωτέρας βίας να μην φάνηκε συνεπής. Στην περίπτωση του Βρυέννιου ακριβώς αυτό είχε συμβεί. Εν τούτοις, το παράπονο έμεινε ως ιστορικός "μάρτυρας" μιάς εποχής που η επιστολή διέσχιζε σαράντα κύματα μέχρι να φτάσει στον προορισμό της.

Στον σιωπηλό τρυφερό απ' τα Παρίσια.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ιωσήφ Βρυέννιος: Η περιφρόνηση της αλληλογραφίας"

"ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ"


Πλήθος Σαδδουκαίων

Ρωμαίων υπαλλήλων

μάντεις και αστρονόμοι

(κάποιος Βαλβίλος εξ Εφέσου)


περιστοιχίζουν τον Αυτοκράτορα.

Κραυγές απ' τον προνάρθηκα του Ναού.

Απ' τη φατρία των Εβιονιτών κραυγές:


Ο ψευδο-Μάρκελος να παριστάνει το Χριστό.
Διδάσκετε την επανάστασιν Κατά του πρίγκιπος
Οι Χριστιανοί να 'χουνε δούλους Χριστιανούς.

Η αριστοκρατία του Ναού να εκλείψει.

Εγώ απέναντί σας ένας μάρτυρας
η θέλησή μου που καταπατήθηκε

τόσους αιώνες.

Τους ύπατοuς εγώ ανάδειξα στις συνελεύσεις
κι αυτοί κληρονομήσανε τα δικαιώματα
φορέσαν πορφυρούν ατίθασον ένδυμα
σανδάλια μεταξωτά η πανοπλία-

εξακοντίζουν τα βέλη τους εναντίον μου ­

η θέλησή μου που καταπατήθηκε

τόσους αιώνες.


Τους άλλους απ την πέτρα και το τείχος μου
καθώς νερό πηγής τους είχα φέρει

η θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ' άλογά τους απ' τον κάμπο μου.

δε μου επέτρεψαν να δω τον Αυτοκράτορα
τους ύπατους δεν άφηναν να πλησιάσω
σε μυστικά συμπόσια και ένδοξα

τη θέλησή μου την καταπατήσανε
τόσους αιώνες.

Τώρα κι εγώ υποψιάζομαι

όλο το πλήθος των αυλοκολάκων
όλους τους ταπεινούς γραμματικούς
τους βραβευμένους με χρυσά παράσημα
λεγεωνάριους και στρατηλάτες
υποψιάζομαι τις αυλητρίδες τη γιορτή
όλους τους λόγους και προπόσεις
αυτούς που παριστάνουνε τους εθνικούς
τον πορφυρούν χιτώνα του πρίγκιπος
τους συμβουλάτορες και τους αιρετικούς
υποψιάζομαι συνωμοσία

νύκτα θα ρεύσει πολύ αίμα

νύχτα θα εγκαταστήσουν τη βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες με νέους στεφάνους

οι πονηροί ρωμαίοι uπάλληλοι του

*του αυτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφά να παραδώσουν
να παραδώσουν τα κλειδιά και την
υπόκλισή τους.

Εγώ πάλι μέσα στο πλήθος διακλαδίζομαι

η θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στο πλήθος
μαζεύω τους σκόρπιους σπόρους μου

για την καινούρια μακρινή μου ανάσταση
μαζεύω.


Μιχάλης Κατσαρός

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ""

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13

"Ο Μέγας Ιεροεξεταστής" του Ντοστογιέφσκυ

Ισπανία. Η εποχή της "φοβερής και τρομερής" Ιεράς Εξέτασης. Παρανάλωμα πυρός οι ανθρώπινες σάρκες. Αιρετικοί, μάγισσες και "άπιστοι" στο εξώτερον πυρ. Και όλα θυσία στο βωμό μίας σαθρά εννοούμενης αγάπης στον Θεό και τον πλησίον.
Ο Ντοστογιέφσκυ (μέγας ψυχογράφος) "κατεβάζει" τον Χριστό στη γη και τον ρίχνει στα χέρια του Τρομερού Ιεροεξεταστή. Δύο ήρωες με απόλυτη εξουσία στον θάνατο. Ο πρώτος σιωπηλός. Ο δεύτερος λαλίστατος. Και το απόσπασμα συγκλονιστικό:
"Μα να που θέλησε να παρουσιαστεί για μια στιγμή τουλάχιστον στον ταπεινωμένο κι εξαθλιωμένο λαό, στο λαό που σερνόταν μέσα στην αμαρτία, μα που τον αγαπούσε μ' αφέλεια. Η δράση λοιπόν εξελίσσεται στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, στην πιο τρομερή εποχή της Ιεράς Εξέτασης, όταν κάθε μέρα άναβαν φωτιές κι έκαιγαν ανθρώπους για την αγάπη του Θεού κι όπου

" Σ' υπέροχες λαμπαδιαστές φωτιές
έκαιγαν τις τρομερές αιρετικές "
"Ώ, μα δεν ήταν έτσι που υποσχέθηκε να ξαναγυρίσει, στους αιώνες των αιώνων, με το πλήρωμα του χρόνου, σ' όλη του την ουράνια δόξα, ξαφνικά, "καθώς η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών" . Όχι, θέλησε να επισκεφθεί τα παιδιά του στον ίδιο τον τόπο, όπου έκαιγαν οι φωτιές για τους αιρετικούς. Μέσα στην απέραντη ελεημοσύνη του, ξαναγυρίζει κοντά στους ανθρώπους, με τη μορφή που είχε κατά τη διάρκεια των τριών χρόνων της δημόσιας ζωής του. Νάτον που κατεβαίνει τους ηλιολουσμένους δρόμους αυτής της μεσογειακής πόλης, όπου ακριβώς την παραμονή, μπροστά στο βασιλιά, τους αυλικούς, τους ιππότες, τους καρδινάλιους, και τις πιο χαριτωμένες κυρίες της Αυλής, ο Μέγας Ιεροεξεταστής έβαλε να κάψουν μια εκατοστή αιρετικούς "Ad Ma jorem Dei Gloriam". Εμφανίζεται αθόρυβα, χωρίς να τον προσέξει κανένας και - πράγμα παράξενο - όλοι τον αναγνωρίζουν...
Ο λαός σα να τον τραβούσε μια ακατανίκητη δύναμη, όλοι μαζεύονται στο πέρασμά του και τον ακολουθούν. Σιωπηλός, περνά καταμεσής του πλήθους, μ' ένα χαμόγελο απέραντης συμπάθειας. Η καρδιά του πλημμυρίζει από αγάπη, τα μάτια του αντανακλούν τη Γνώση, το Φως, τη Δύναμη, που φωτίζουν και ξυπνούν την αγάπη στις καρδιές, τους απλώνει τα χέρια, τους ευλογεί, μια άρετή εξυγίανσης βγαίνει απ' την κάθε επαφή μαζί του κι' ακόμη απ' τα φορέματά του. Ένας γέρος, τυφλός απ' τα παιδικά του χρόνια φωνάζει μεσ' από το πλήθος : "Κύριε θεράπευσέ με και θα δω". Ο λαός χύνει δάκρυα χαράς καί φιλά το χώμα όπου πατά. Απ' τα μάτια του γέρου πέφτει ένα φλούδι κι εκείνος βλέπει. Τα παιδιά σκορπίζουν λουλούδια στο πέρασμά του και φωνάζουν "Ωσαννά!" Εκείνος, φωνάζουν. Είναι Εκείνος ! Δεν μπορεί παρά να 'ναι Εκείνος. Σταματά στην πλατεία της Μητρόπολης της Σεβίλλης τη στιγμή που φέρνουν ένα μικρό άσπρο φέρετρο, όπου αναπαύεται η εφτάχρονη μοναχοκόρη κάποιου προύχοντα. Η νεκρή είναι σκεπασμένη με λουλούδια. "Θ' αναστήσει το παιδί σου", φωνάζουν απ' το πλήθος κι η μητέρα κλαίει. Ο παπάς που προχωρεί μπρός απ' το φέρετρο, κοιτάζει μ' ένα ύφος συγχυσμένο καί ζαρώνει τα φρύδια. Ξαφνικά, μια φωνή αντηχεί, η μητέρα ρίχνεται στα πόδια του : "Αν είσαι Εσύ, ανάστησε το παιδί μου !" και του απλώνει τα χέρια της. Η πομπή σταματά, αφήνουν το φέρετρο πάνω στις πέτρες της πλατείας. Το κοιτάζει με οίκτο, το στόμα του προφέρει για μια φορά ακόμη : "Ταλιθά κούμμι" και η κόρη εγείρεται. Η νεκρή σηκώνεται, κάθεται και κοιτάζει γύρω της με ύφος κατάπληκτο, χαμογελαστή. Κρατεί ακόμη στα χέρια της το μπουκέτο με τ' άσπρα τριαντάφυλλα, που συνηθίζουν να δίνουν στους νεκρούς. Μέσα στο πλήθος, όλοι έχουν ταραχτεί,φωνάζουν, κλαίνε.

Εκείνη τη στιγμή περνά από την πλατεία ο καρδινάλιος Μέγας Ιεροεξεταστής. Είν' ένας ψηλός γέρος, σχεδόν αιωνόβιος, με στεγνό πρόσωπο, μάτια χωμένα στις κόγχες, μα που μέσα του λάμπει ακόμη μια σπίθα. Δε φορεί πια εκείνη την περίλαμπρη στολή, που τον έκανε να ξεχωρίζει χτες μέσα στο πλήθος, την ώρα που έκαιγαν τους εχθρούς της Καθολικής Εκκλησίας. Έχει ξαναβάλει το παλιό, ασκητικό του ράσο. Οι βοηθοί του κι ο Μέγας Σκευοφύλακας τον ακολουθούν από απόσταση, όλο σεβασμό. Σταματά πλάι στο πλήθος και κοιτάζει από μακριά. Τα είδε όλα, το φέρετρο ακουμπισμένο μπροστά Του, την ανάσταση του κοριτσιού, και το πρόσωπό του σκοτεινιάζει... Ζαρώνει τα πυκνά του φρύδια και στα μάτια του αστράφτει μια τρομερή φλόγα. Τον δείχνει με το δάχτυλο και διατάζει τους φρουρούς του να τον πιάσουν. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμή του και ο λαός τόσο συνηθισμένος να τον υπακούει, που όλοι παραμερίζουν, υπακούουν τρέμοντας. Μέσα σε μια θανάσιμη σιωπή, οι χωροφύλακες τον πιάνουν και τον φέρνουν μπροστά του. Σαν ένας άνθρωπος όλο αυτό το πλήθος γονατίζει μπρός στο Μεγάλο Ιεροεξεταστή που σηκώνει το χέρι του και το ευλογεί κι ύστερα χωρίς να πει μια λέξη εξακολουθεί το δρόμο του. Οδηγούν τον Κρατούμενο στο θλιβερό και παλιό κτίριο της Αγίας Σκεύης, και τον κλείνουν εκεί, σ' ένα μικρό υπόγειο κελί.
Η ημέρα περνά κι έρχεται η νύχτα, μια νύχτα Σεβιλλιάνικη ζεστή κι αποπνικτική. Ο αγέρας είναι πλημμυρισμένος απ' τις μυρωδιές που ξεχύνουν οι ροδοδάφνες και οι πορτοκαλιές. Μέσα στα σκοτάδια, η σιδερένια πόρτα του κελιού ανοίγει, και παρουσιάζεται ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ' ένα δαυλό στο χέρι. Σταματά στο σκαλοπάτι, παρατηρεί για πολλήν ώρα την Αγία Μορφή, τελικά πλησιάζει, ακουμπά τη δάδα πάνω στο τραπέζι και του λέει: "Εσύ; Είσαι Εσύ;" Μην παίρνοντας απάντηση προσθέτει γρήγορα:
"Μη λες τίποτα, πάψε. Άλλωστε τι θα μπορούσες να πεις; Τα ξέρω όλα πολύ καλά. Και δεν έχεις το δικαίωμα να προσθέσεις ούτε μια λέξη στα όσα είπες άλλοτε. Γιατί ήρθες να μας αναστατώσεις; Γιατί, ναι, μας αναστατώνεις, και το ξέρεις πολύ καλά. Αλλά ξέρεις τι θα συμβεί αύριο ; Αγνοώ ποιός είσαι κι ούτε θέλω να το ξέρω: είσ' Εσύ ή μόνο το ομοίωμά Σου; Όμως αύριο θα σε καταδικάσω και θα καείς στην πυρά, όπως ο χειρότερος των αμαρτωλών, κι αυτός ο ίδιος λαός που σου φιλούσε τα πόδια, θα ξεχυθεί αύριο, μόλις δώσω το σύνθημα, για να βάλει φωτιά στο σωρό με τα ξύλα. Το ξέρεις; Ισως" - προσθέτει ο γέρος με τα μάτια καρφωμένα πάνω στον κρατούμενό του, συλλογισμένος...
"Έχεις το δικαίωμα να μας αποκαλύψεις ας είναι και έν' από τα μυστικά του κόσμου απ' όπου έρχεσαι;" ρωτά ο γέρος, κι απαντά ο ίδιος : "Όχι, δεν έχεις το δικαίωμα. Γιατί τούτη η αποκάλυψη θα 'ρχόταν να προστεθεί στην προηγούμενη, και μ' αυτόν τον τρόπο θ' αφαιρούσες απ' τους ανθρώπους την ελευθερία που την υπερασπίσθηκες τόσο πάνω σε τούτη τη γη.
Όλες οι νεώτερες αποκαλύψεις θα έβλαπταν την ελευθερία της πίστης, γιατί θα εμφανίζονταν σαν οφειλόμενες σε θαύμα. όμως, εσύ ο ίδιος πριν από δεκαπέντε αιώνες έβαζες πάνω απ' όλα τούτη την ελευθερία της πίστης. Δεν είπες τάχα τόσες φορές : "Θέλω να σας καταστήσω ελεύθερους!" Ε, λοιπόν ! Τους είδες τους "ελεύθερους" ανθρώπους - προσθέτει ο γέρος με σαρκαστικό τόνο. Ναί, όλο αυτό μας στοίχισε πολύ ακριβά- εξακολούθησε κοιτάζοντάς τον μ' αυστηρότητα -μα επιτέλους τελειώσαμε τούτο το έργο στ' όνομά σου. Μας χρειάσθηκαν δικαπέντε αιώνες σκληρής δουλειάς, για να εγκαθιδρύσουμε την ελευθερία. μα τώρα πια έγινε, και καλά. Δεν το πιστεύεις; Με κοιτάζεις μάλιστα με τρυφερότητα, χωρίς ούτε να καταδεχτείς ν' αγανακτήσεις. Μα ξέρετε ότι οι άνθρωποι ποτέ άλλοτε δεν πίστεψαν τον εαυτό τους πιο λεύτερο όσο τώρα, κι ωστόσο, η ελευθερία τους είν' εκείνη, που έρχονται να την καταθέσουν ταπεινά στα πόδια μας. Αυτό λοιπόν είναι το έργο μας, για να λέμε την αλήθεια. Αυτή είν' η ελευθερία που ονειρεύτηκες ;"
...Ήσουν πληροφορημένος για όλ' αυτά -συνεχίζει ο γέρος- τα συμβούλια δε σου λείπουν, αλλά δε λογάριασες τίποτα, δε σκέφτηκες το μοναδικό μέσο για να γίνουν οι άνθρωποι ευτυχισμένοι. Ευτυχώς που φεύγοντας ανάθεσες σ' εμάς το έργο, μας το υποσχέθηκες, μας παραχώρησες επίσημα το δικαίωμα να λύνουμε και να δένουμε. Τώρα, δεν πιστεύω να σκέφτηκες να μας το αφαιρέσεις; Για ποιό λόγο λοιπόν ήρθες να μας αναστατώσεις ; "...
...Μα αυτό είναι το βασικό ζήτημα της ομιλίας του γέρου : "Το Πνεύμα, το τρομερό και βαθύ, το Πνεύμα της καταστροφής και του μηδενισμού -συνεχίζει- σου μίλησε στην έρημο, κι οι Γραφές αναφέρουν ότι "σ' έβαλε σε πειρασμό". Είν' αλήθεια αυτό; Και μπορούμε να πούμε τίποτα πιο διεισδυτικό, απ' αυτό που σου είπε στα τρία εκείνα ερωτήματα ή, για να μιλήσουμε όπως οι Γραφές- στους τρεις "πειρασμούς" που απέκρουσες ; Αν πραγματικά σημειώθηκε ποτέ πάνω στη γη ένα θαύμα αυθεντικό, που να τόμαθε όλος ο κόσμος, έγινε κείνη την ημέρα των τριών ερωτήσεων. Και μόνο το γεγονός ότι διατυπώθηκαν αυτά τα τρία ερωτήματα αποτελεί ένα θαύμα. Ας υποθέσουμε ότι τα σβήνουμε μεσ' από τις Γραφές, κι ότι πρέπει να τ' αποκαταστήσουμε, να τα φανταστούμε πάλι για να τα τοποθετήσουμε εκεί, και συγκεντρώνουμε γι' αυτό το σκοπό όλους τους σοφούς της γης, πολιτικούς, δεσποτάδες, διανοούμενους, φιλοσόφους, ποιητές, λέγοντάς τους: σκεφτείτε και συντάξετε πάλι τρία ερωτήματα που όχι μόνο ν' αντιστοιχούν στη σημασία του γεγονότος, μα ακόμη και να εκφράζουν σε τρεις φάσεις όλη τη μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας, πιστεύεις ότι αυτός ο Άρειος Πάγος, της ανθρώπινης σοφίας θα μπορούσε να φανταστεί τίποτα το ίδιο δυνατό και το ίδιο βαθύ, με τα τρία ερωτήματα που σου πρότεινε τότε το ισχυρό Πνεύμα; Αυτά τα τρία ερωτήματα αποδείχνουν από μόνα τους ότι έχουμε να κάνουμε μ' ένα Πνεύμα αιώνιο κι απόλυτο, κι όχι μ' ένα διαβατάρικο πνεύμα όπως το ανθρώπινο. Γιατί περικλείνουν μέσα τους και προλέγουν ταυτόχρονα όλη την κατοπινή ιστορία της ανθρωπότητας. είναι οι τρεις μορφές όπου αποκρυσταλλώνονται όλες οι αντιθέσεις, οι αξεδιάλυτες της ανθρώπινης φύσης. Τότε δεν μπορούσαμε να το αντιληφθούμε αυτό, γιατί το μέλλον δεν είχε αποκαλυφθεί, μα τώρα που κύλησαν δεκαπέντε αιώνες, βλέπουμε πως όλα είχαν προβλεφθεί σ' αυτά τα τρία ερωτήματα και πραγματοποιήθηκαν σε σημείο που νάναι αδύνατο να προσθέσεις ή ν' αφαιρέσεις μια λέξη.
"Αποφάσισε λοιπόν από μόνος σου, ποιός είχε δίκιο: εσύ, ή εκείνος που σε ρώτησε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα, την έννοια έστω κι όχι την επιφάνεια: θες να πας στον κόσμο μ' άδεια χέρια και να κηρύξεις μιαν ελευθερία που τους κάνει ανόητους και που η φυσική τους αχαριστία τους εμποδίζει να καταλάβουν, μια ελευθερία που την φοβούνται, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει ποτέ τίποτα πιο ανυπόφορο για τον άνθρωπο και για την κοινωνία, από τούτη την ελευθερία! Βλέπεις αυτές τις πέτρες στην άνυδρη έρημο; Μετάλλαξέ τις σε ψωμιά κι ο κόσμος θα τρέξει να πέσει στα πόδια σου, όμοια σαν ένα κοπάδι πειθαρχημένο κι όλο ευγνωμοσύνη, τρέμοντας ωστόσο μη τυχόν χάσουν την προστασία σου και πάψουν νάχουν ψωμί.
"Μα δε θέλησες να στερήσεις τον άνθρωπο απ' την ελευθερία του, κι αρνήθηκες, κρίνοντας πως η ελευθερία ήταν κάτι ασυμβίβαστο με την υποταγή που αγοράζεται με ψωμιά. Αποφάνθηκες πως ο άνθρωπος δεν ζει "μόνο με άρτον", μα ξέρεις ότι στ' όνομα του γήινου αυτού άρτου, το πνεύμα της Γης θα εξεγερθεί εναντίον σου, θ' αγωνιστεί και θα σε νικήσει, ότι όλοι το ακολουθούν φωνάζοντας: "Ποιός μοιάζει μ' αυτό το θηρίο που μας έδωσε τη φωτιά τ' ουρανού;" Αιώνες θα περάσουν κι η ανθρωπότητα θα διακηρύσσει με το στόμα των σοφών και των συνετών της ότι δεν υπάρχουν εγκλήματα και κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν κι αμαρτήματα. ότι δεν υπάρχουν παρά μόνο πεινασμένοι. "Θρέψε τους πρώτα κι ύστερα ν' απαιτείς απ' αυτούς νάναι "ενάρετοι". Να τι θα γράψουν στο λάβαρο της επανάστασής τους, που θα επιτεθεί στο ναό σου. Στη θέση του ένα καινούργιο οικοδόμημα θα υψωθεί, ένας νέος πύργος της Βαβέλ, που θα παραμείνει δίχως αμφιβολία ατέλειωτος, όπως κι ο πρώτος εκείνος. αλλά θα μπορούσες να γλυτώσεις τους ανθρώπους απ' αυτή την δοκιμασία, κι από χιλιόχρονα βάσανα. Γιατί θα ξανάρθουν να μας βρουν αφού θάχουν κοπιάσει χίλια χρόνια να χτίσουν τον πύργο τους! Θα μας αναζητήσουν κάτω απ' τη γη, όπως άλλοτε, μέσα στις κατακόμβες όπου θάμαστε κρυμένοι (θα μας βασανίσουν πάλι) και θα κραυγάσουν: "Δώστε μας να φάμε γιατί αυτοί που μας υποσχέθηκαν τη φωτιά τ' ουρανού δε μας την έδωσαν".
Τότε θ' αποτελειώσουμε εμείς τον πύργο τους, γιατί δε χρειάζεται για κάτι τέτοιο παρά μόνο η τροφή, και θα τους θρέψουμε, υποτίθεται στ' όνομά σου, θα τους κάνουμε να το πιστέψουν τουλάχιστο. Χωρίς εμάς θάναι για πάντα τους πεινασμένοι. Καμιά γνώση δε θα τους δώσει ψωμί, όσο θα μένουν ελεύθεροι αλλά θα καταλήξουν να την καταθέσουν στα πόδια μας τούτη την ελευθερία τους, λέγοντας: "Υποτάξετέ μας, κάνετέ μας δούλους, μα δώστε μας να φάμε". Θα καταλάβουν επιτέλους πως η ελευθερία δε μπορεί να συμφιλιωθεί με το ψωμί της γης που είναι στη διάθεσή τους, γιατί ποτέ δε θα μπορέσουν να το μοιράσουν μεταξύ τους! Θα πεισθούν ακόμη για την ανικανότητά τους νάναι ελεύθεροι, όντας αδύναμοι, ξεστρατισμένοι, μηδαμινοί κι επαναστατημένοι.
Τους υποσχέθηκες τον ουράνιον άρτον. αλλά μπορεί κάτι τέτοιο, όσο δυνατό κ αν είναι σαν χτύπημα, να συγκριθεί μ' αυτό της γης, στα μάτια της αδύναμης και ξεστρατισμένης της αιώνια αχάριστης ανθρώπινης ράτσας; Χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδων ψυχές θα σε ακολουθήσουν εξαιτίας αυτού του ψωμιού, μα τι θα γίνουν τα εκατομμύρια κι οι χιλιάδες που δεν έχουνε το θάρρος να προτιμήσουν τον άρτο τ' ουρανού απ' τον άρτον της γης; Δεν θα 'φτανες στο σημείο να διαλέξεις τους μεγάλους και τους δυνατούς, που σ' αυτούς οι άλλοι, το αναρίθμητο πλήθος, που είναι αδύναμο μα που σ' αγαπά, θα χρησίμευε σαν εκμεταλλεύσιμο υλικό; Μας είναι το ίδιο αγαπητά και τ' αδύναμα πλάσματα. Παρόλο που είναι ξεστρατισμένοι κι επαναστατημένοι θα γίνουν πειθαρχικοί τελικά. Θα ξαφνιαστούν και θα μας πιστέψουν για θεούς μια που καταδεχτήκαμε να μπούμε επικεφαλής τους, για να τα καταφέρουμε έτσι που η ελευθερία που τους τρόμαζε να ξαναγυρίσει απ' άλλο δρόμο, κι ακόμη γιατί καταδεχτήκαμε να βασιλέψουμε πάνω τους, τόσο που στο τέλος θ' αρχίσουν πραγματικά να φοβούνται νάναι ελεύθεροι.
Αλλα εμείς θα τους λέμε πως είμαστε υποτακτικοί σου, ότι βασιλεύουμε μόνο στ' όνομά σου. Θα τους ξεγελάσουμε πάλι, μια και δεν πρόκειται να σ' αφήσουμε να τους ξαναπλησιάσεις. Κι είναι τούτη η αγυρτεία που θα γίνει το βασανιστήριό μας, γιατί θα πρέπει να πούμε ψέματα. Αυτό είναι το πρώτο νόημα του ερωτήματος που σούκαναν στην έρημο, και να, που αποδιώχτηκες στ' όνομα αυτής της ελευθερίας που την τοποθετούσες πάνω απ' όλα. Ωστόσο αυτή είναι που κρύβει όλο το μυστικό του κόσμου. Γιατί αν δεχόσουν να κάνεις αυτό το θαύμα των ψωμιών θα 'χες κατασιγάσει την πανανθρώπινη αγωνία -ατόμων και ομάδων- δηλαδή θα 'δινες απάντηση στο αγωνιακό ερώτημα: "μπροστά σε ποιόν πρέπει να υποκλιθούμε;" Γιατί δεν υπάρχει για τον άνθρωπο που απομένει ελεύθερος, έγνοια πιο μόνιμη, πιο αγωνιώδης, απ' την αναζήτηση ενός πλάσματος για να το προσκυνήσουν. Αλλά, ο ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει να υποκύψει παρά μόνο μπροστά σε κάποιον με αναμφισβήτητη αξία και δύναμη, που όλοι να τον σέβονται, με μια παγκόσμια συγκατάθεση. Αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα βασανίζονται αποζητώντας μια λατρεία, που να ενώνει όχι μόνο τους αδύναμους, και μικρούς πιστούς, αλλά που σ' αυτήν να μετέχουν όλοι μαζί, ενωμένοι απ' την ίδια πίστη. Αυτή η ανάγκη της κοινότητας μέσα στη λατρεία, είναι το ουσιαστικώτερο βασανιστήριο του κάθε ατόμου και της ανθρωπότητας ολόκληρης, από την πανάρχαια εποχή...
Για να πραγματοποιήσουν αυτό το σκοπό αλληλοεξοντώνονται με τη ρομφαία. Οι λαοί δημιούργησαν θεούς και τους έβαλαν ν' αντιμάχονται ο ένας τον άλλο: "Αρνηθείτε τους θεούς σας και πιστέψτε στους δικούς μας, αλλιώτικα δυστυχία σ' εσάς και στου θεούς σας!" Κι έτσι θα γίνεται ως τη συντέλεια του κόσμου, ακόμη κι όταν οι θεοί θάχουν εξαφανιστεί. οι άνθρωποι θα γονατίζουν μπρος στα είδωλα. Δεν αγνοούσες, δεν ήταν δυνατό ν' αγνοείς αυτό το βασικό μυστικό της ανθρώπινης φύσης, κι ωστόσο απόδιωξες το μοναδικό ακατανίκητο λάβαρο που σου προσφέρθηκε και που αναμφισβήτητα θα 'χε τυλίξει όλους του ανθρώπους μέσα του και θα τους έκανε να κλίνουν το κεφάλι μπρός σου, το λάβαρο του γήινου ψωμιού. το απώθησες στ' όνομα του ουράνιου άρτου και της ελευθερίας! Να τι έκανες κατόπι στ' όνομα πάντα της ελευθερίας! Δεν υπάρχει στο ξαναλέω, πιο αγωνιακή ανάγκη για τον άνθρωπο απ' το να βρει, όσο γίνεται πιο γρήγορα, ένα πλάσμα που να του παραδώσει αυτή την ελευθερία, που ο δυστυχισμένος κουβαλά στη ράχη του απ' τη στιγμή της γέννησής του. Αλλά για να διαθέσεις κατάλληλα την ελευθερία των ανθρώπων, πρέπει να τους προσφέρεις την ανάπαυση της συνείδησης. Το ψωμί θα σου εξασφάλιζε την επιτυχία. ο άνθρωπος υποκύπτει μπροστά σ' αυτόν που δίνει αυτό το ψωμί, γιατί πρόκειται για κάτι χεροπιαστό, μα όταν κάποιος άλλος θελήσει να γίνει κύριος της ανθρώπινης συνείδησης, θα παρατήσει ακόμη και τον άρτον σου, κατά μέρος για να προσφέρει αυτό που κατακτά τούτη την ανθρώπινη συνείδηση. Πάνω σ' αυτό είχες δίκιο, γιατί το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης συνίσταται όχι μόνο στο να ζήσει, μα και στο να βρει ένα κίνητρο για τούτη τη ζωή. Χωρίς μια ξεκάθαρη ιδέα για το σκοπό της ύπαρξης, ο άνθρωπος προτιμά να τ' αρνηθεί όλα, έστω κι αν έχει όσο ψωμί θέλει γύρω του -θα προτιμήσει να καταστραφεί, παρά να μείνει στη γη. Μα τι απόγινε; Αντί να πάρεις στα χέρια σου την ανθρώπινη ελευθερία θέλησες να την εξαπλώσεις; Ξέχασες λοιπόν ότι ο άνθρωπος προτιμά την ησυχία του κι ακόμη το θάνατο, απ' την ελευθερία να ξεχωρίζει το Καλό απ' το Κακό; Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό για τον άνθρωπο απ' το να τον αφήνεις ασύδοτο, μα κι ακόμη τίποτα πιο επίπονο. Κι αντί για σταθερές αρχές που θα 'χαν καθησυχάσει για πάντα την ανθρώπινη συνείδηση, διάλεξες αόριστα νοήματα, παράξενα κι αινιγματικά, το κάθε τι που ξεπερνά τη δύναμη του ανθρώπου, κι ενήργησες κατά ένα τρόπο σα να μην αγαπούσες την ανθρωπότητα, εσύ, που ήρθες να δώσεις τη ζωή σου για χάρη των ανθρώπων! Μεγάλωσες την ανθρώπινη ελευθερία αντί να την περιορίσεις, κι επέβαλες για πάντα στο ηθικό άτομο τα βασανιστήρια αυτής της ελευθερίας. Θέλησες να σ' αγαπούν ελεύθερα, να σ' ακολουθήσουν εθελοντικά οι άνθρωποι γοητευμένοι από σένα.
Αντί για τον σκληρό, παλαιό νόμο, ο άνθρωπος δε θα 'χε τώρα παρά να ξεχωρίσει μ' ελεύθερη καρδιά το Καλό απ' το Κακό, χωρίς άλλο οδηγό έξω απ' την εικόνα σου -μα δεν προέβλεψες ότι τελικά θ' απωθούσε και θα περιφρονούσε, αμφισβητώντας την εικόνα σου, έχοντας κουραστεί απ' αυτό το τρομερό φορτίο: την αλήθεια να διαλέξουν; Θα φωνάξουν τελικά πως η αλήθεια δε βρισκόταν σ' εσένα, γιατί αλλιώτικα δε θα τους άφηνες μέσα σε μια τέτοια αγωνιώδη αβεβαιότητα, με τόσες αγωνίες κι αξεδιάλυτα προβλήματα. Προετοίμασες έτσι την καταστροφή της βασιλείας σου. μην κατηγορείς λοιπόν κανένα γι' αυτή την καταστροφή. Ωστόσο ήταν αυτό που σου πρότειναν;
Υπάρχουν τρεις δυνάμεις, οι μόνες που μπορούν να υποδουλώσουν για πάντα τη συνείδηση αυτών των αδυνάμων επαναστατημένων, είναι: το θαύμα, το μυστήριο, η αυταρχικότητα ! Τ' απώθησες και τα τρία αυτά, δίνοντας έτσι ένα παράδειγμα. Το τρομερό και βαθύ Πνεύμα, σε είχε συμπαρασύρει μέσα στο Ναό και σου είχε πει: "Θες να ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού; Πέσε κάτω από δω ψηλά, γιατί είναι γραμμένο πως οι άγγελοι θα σε συγκρατήσουν και θα σε στηρίξουν, δε θα τραυματιστείς καθόλου, και τότε θα ξέρεις αν είσαι γιος του Θεού, και θ' αποδείξεις έτσι την πίστη στον Πατέρα σου". Μα απόδιωξες και τούτη την πρόταση, δεν όρμησες να πέσεις κάτω. Έδειξες τότε μια υπέροχη περηφάνεια, ολότελα θεία, μα για τους ανθρώπους, ράτσα αδύναμη κι επαναστατημένη, δεν είναι θεία ! Ήξερες πως κάνοντας ένα βήμα, μια χειρονομία για να ορμήσεις, θα ενοχλούσες τον Κύριο και θα 'χανες την πίστη σου σ' Αυτόν. Μα υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα ; Μπορούσες να παραδεχτείς έστω και για μια στιγμή ότι οι άνθρωποι θα 'χαν τη δύναμη ν' αντέξουν σ' ένα παρόμοιο πειρασμό; Είναι τάχα μέσα στην ανθρώπινη φύση ν' αποδιώχνει το θαύμα, και στις σοβαρές στιγμές της ζωής μπροστά σε βασικά κι επίμονα προβλήματα, να διατηρεί την ελεύθερη κρίση της καρδιάς;
Ώ ! Ήξερες πως η σταθερότητά σου θ' αναφερόταν στις Γραφές, θα επιζούσε μέσα στους αιώνες, θα 'φτανε ως τις πιο μακρινές περιοχές, κι έλπισες πως ακολουθώντας το παράδειγμά σου, ο άνθρωπος θα περιοριζόταν στο Θεό χωρίς να προσφεύγει στο θαύμα. Μα αγνοούσες ότι ο άνθρωπος απωθεί το Θεό ταυτόχρονα με το θαύμα, γιατί είναι προπάντων το θαύμα που αποζητά. Καί καθώς δεν ξέρει πως να κάνει συγκεντρώνεται πάλι στον εαυτό του, καταφεύγει στους δικούς του, υποκλίνεται στα θαύματα κάποιου μάγου, στα μαγικά κόλπα μιας μάγισσας, στον όποιο επαναστατημένο ή αιρετικό. Δεν κατέβηκες από το σταυρό όταν σε κορόιδευαν, κι όταν σου φώναζαν μ' απόγνωση: "Κατέβα από το σταυρό και θα σε πιστέψουμε". Δεν το έκανες, γιατί δε θέλησες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ' ένα θαύμα, επιθυμούσες μια πίστη που θα 'ταν ελεύθερη και δε θα εμπνεόταν από θαύματα. Σου χρειαζόταν μια ελεύθερη αγάπη, κι όχι η δουλική συμπεριφορά του τρομοκρατημένου σκλάβου. Και στο σημείο αυτό ακόμη η ιδέα που είχες για τον άνθρωπο ήταν πολύ ανώτερη, γιατί οι άνθρωποι είναι σκλάβοι, έστω κι αν δημιουργούν επαναστατικές ιδέες. Δες μονάχος σου και κρίνε, τι έγινε ύστερ' από δεκαπέντε επαναστατημένους αιώνες, ποιός ανυψώθηκε ως εσένα; Σου το καταγγέλω: ο άνθρωπος είναι πιο αδύναμος και πιο χυδαίος, απ' όσο πίστεψες ποτέ. Μπορεί, είναι δυνατό ποτέ να ολοκληρωθεί ένας άνθρωπος, όπως εσύ; Η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφες για τον άνθρωπο, αδίκησε τον οίκτο που έπρεπε να νιώσεις γι αυτόν. Ζήτησες πολλά απ' τους άνθρώπους, εσύ προπάντων που τους αγάπησες περισσότερο κι απ' τον εαυτό σου ! Αν τους εκτιμούσες λιγώτερο, θα τους είχες επιβάλει ένα ελαφρότερο φορτίο, που να αναλογεί περισσότερο στην αγάπη σου. Ο άνθρωπος είναι κουρασμένος κι αδύναμος.
Τι σημασία έχει τώρα αν επαναστατούν παντού ενάντια στην εξουσία μας, κι αν είναι περήφανοι γι' αυτή την εξέγερση; Είναι κάτι ανάλογο με την αλαζονεία νεαρών σπουδαστών που εστασίασαν κι έδιωξαν το δάσκαλό τους. Αλλά τούτη η επιπολαιότητα των χαμινιών θα πάρει τέλος και θα τους στοιχίσει ακριβά. Θα γκρεμίσουν τους ναούς και θα πλημμυρίσουν τη γη στο αίμα. Αλλά θα καταλάβουν επιτέλους αυτά τ' ανόητα παιδιά, πως δεν είναι παρά κάτι αδύναμοι στασιαστές, ανίκανοι να επαναστατούν για πολύ. Θα χύσουν ανόητα δάκρυα και θα καταλάβουν ότι ο Δημιουργός κάνοντάς τους έτσι επαναστάτες, θέλησε να τους κοροϊδέψει, σίγουρα. Θα το φωνάξουν μ' απελπισία κι αυτή η βλαστήμια θα τους κάνει ακόμη πιο δυστυχισμένους, γιατί η ανθρώπινη φύση δεν ανέχεται τούτη τη βλαστήμια και καταλήγει να παίρνει την εκδίκησή της. Έτσι, η αγωνία, η ταραχή, η δυστυχία είναι το μοιράδι των ανθρώπων, ύστερ' από τα μαρτύρια που δοκίμασες για να τους απελευθερώσεις !
Ο φωτισμένος προφήτης σου είπε, μέσα στο συμβολικό όραμά του, ότι είδε όλους όσοι παίρνουν μέρος στην πρώτη ανάσταση και τους αριθμεί σε δώδεκα χιλιάδες απ' την κάθε φυλή. Για να 'ναι όμως τόσο πολλοί, έπρεπε να 'ναι περισσότερο από άνθρωποι, έπρεπε να 'ναι θεοί. Υπόφεραν το σταυρό σου, και τη ζωή μέσα στην έρημο, τρώγοντας ακρίδες κι άγρια χόρτα. Βέβαια, μπορεί να 'σαι περήφανος γι' αυτά τα παιδιά της ελευθεριάς, για τούτη την ελεύθερη αγάπη, για την υπέρτατη θυσία τους στο' όνομά σου. Αλλά θυμήσου, δεν ήταν παρά μερικές δεκάδες χιλιάδες κι όλοι τους σχεδόν θεοί, οι υπόλοιποι όμως; Είναι από λάθος τους αυτών των άλλων, των αδύναμων, αν δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τα μαρτύρια των δυνατών; Η αδυναμία της ψυχής φταίει τάχα που δεν μπόρεσε να κρατήσει μέσα της τόσο τρομερά δώρα; Δεν ήρθες στ' αλήθεια για τους εκλεκτούς; Τότε, αυτό είναι ένα μαρτύριο, ακατανόητο για μας, και θα 'χαμε το δικαίωμα να το κηρύξουμε στους ανθρώπους, να τους διδάξουμε πως δεν πρόκειται για καμιά ελεύθερη απόφαση μέσ' από την καρδιά, ούτε για την αγάπη, αλλά για ένα μυστήριο που οφείλουν να υποταχτούν σ' αυτό τυφλά, ακόμη και ενάντια στη θέληση ή στην συνείδησή τους. Αυτό ακριβώς κάναμε κι εμείς. Διορθώσαμε το έργο σου στηρίζοντάς το πάνω στο "θαύμα, στο "μυστήριο" και στην "κυριαρχία". Κι οι άνθρωποι χαίρονται να ξαναγεννηθούν σαν ένα κοπάδι και ν' απαλλαγούν απ' αυτό το μοιραίο δώρο που τους προκαλούσε τόσα βάσανα. Είχαμε δίκιο που ενεργήσαμε έτσι; Πες μου!
Δε σημαίνει ότι αγαπάς την ανθρωπότητα, όταν καταλαβαίνεις τις αδυναμίες της, όταν ξαλαφρώνεις το φορτίο της με την αγάπη, όταν ανέχεσαι ακόμη και την αμαρτία στον αδύναμο χαρακτήρα, φτάνει τούτη η αμαρτία να γίνεται με την άδειά μας; Γιατί λοιπόν να 'ρθεις και να εμποδίσεις το έργο μας; Γιατί κάθεσαι έτσι σιωπηλός και με κοιτάζεις με το τρυφερό και διαπεραστικό αυτό βλέμμα; Εξαφανίσου καλύτερα, δεν τη θέλω την αγάπη σου, γιατί ούτε κι εγώ σ' αγαπώ. Γιατί να το κρύψω; Ξέρω σε ποιόν μιλώ, ξέρεις όλ' αυτά που έχω να σου πω, το βλέπω μέσα στα μάτια σου. Τάχα είναι στο χέρι μου να σου κρύψω το μυστικό μας; Ίσως να 'θελες να τ' ακούσεις απ' το στόμα μου, ορίστε που σου το 'πα. Δεν είμασταν μαζί σου αλλά μ' Εκείνον που πέρασε εδώ και πολύν καιρό από τούτη τη γη. Είν' ακριβώς οχτώ αιώνες που πήραμε απ' Αυτόν τούτο το δώρο, το τελευταίο που εσύ απόδιωξες μ' αγανάκτηση, όταν σου έδειχνε όλα τα βασίλεια πάνω στη γη, δεχτήκαμε τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα, κι ανακηρυχτήκαμε οι μοναδικοί βασιλιάδες της γης, παρόλο που ως τώρα δεν είχαμε ποτέ τον καιρό ν' αποτελειώσουμε το έργο μας. Αλλά ποιανού είναι το λάθος ; Ω ! η υπόθεση αυτή δε βρίσκεται παρά μόνο στην αρχή, θέλει πολύν καιρό για να τελειώσει ακόμη, κι η γη θα χρειαστεί πολλά να υποφέρει ως τότε, αλλά εμείς θα φτάσουμε στο σκοπό μας, θα γίνουμε Καίσαρες και τότε θα συλλογιστούμε και την παγκόσμια ευτυχία.
"Ωστόσο, θα μπορούσες τότε να 'χες πάρει το σπαθί του Καίσαρα. Γιατί τ' απόδιωξες αυτό το τελευταίο δώρο ; Ακολουθώντας εκείνη την τελευταία συμβουλή του παντοδύναμου Πνεύματος, θα μπορούσες να πραγματοποιήσεις το κάθε τι που ζητούν οι άνθρωποι στη ζωή, και πάνω σ' αυτή τη γη : να γίνεις ένας αφέντης που μπρός του να προσκυνούν, ένας φύλακας της συνείδησής τους, και το μέσο που θα τους ανάγκαζε να ενωθούν τελικά μονιασμένοι σε μια κοινότητα μυρμηγκιών, γιατί η ανάγκη για παγκόσμια ένωση είναι το τρίτο και το τελευταίο βασανιστήριο της ανθρώπινης φυλής.
Η ανθρωπότητα είχε πάντα την τάση, στο σύνολό της, να οργανωθεί σε μια παγκόσμια βάση. Υπάρχουν μεγάλοι λαοί μέσα στην Ιστορία μα στο μέτρο που ανυψώθηκαν υπόφεραν πιότερο, δοκιμάζοντας πιο ισχυρά απ' τους άλλους την ανάγκη τούτη για παγκόσμια ένωση. Οι μεγάλοι κατακτητές, οι Ταμερλάνοι κι οι Τζέγκις Χαν, που πέρασαν πάνω απ' τη γη σαν την καταιγίδα, ενσάρκωναν κι αυτοί οι ίδιοι χωρίς να το συνειδητοποιούν τούτη την τάση των λαών προς την ενότητα. Αν είχες δεχτεί την πορφύρα του Καίσαρα, θα μπορούσες να δημιουργήσεις τις βάσεις για μια παγκόσμια αυτοκρατορία και να φέρεις την ειρήνη στον κόσμο. Γιατί ποιός άλλος είναι προορισμένος να κυβερνήσει τους ανθρώπους παρά όποιος κυβερνά τη συνείδησή τους κι ακούει τον πόνο τους; Εμείς πήραμε το σκήπτρο του Καίσαρα, και κάνοντάς το αυτό σ' εγκαταλείψαμε για ν' ακολουθήσουμε Εκείνον. Ω, θ' ακολουθήσουν ακόμη αιώνες πνευματικής λογοκρισίας, μάταιης γνώσης κι ανθρωποφαγίας, γιατί μόνο έτσι θα καταλήξουν, αφού θα οικοδομήσουν τον Πύργο της Βαβέλ τους, χωρίς εμάς, να φτάσουν σ' εμάς. Αλλά τότε το ζώο θα α 'ρθει σ' εμάς μπουσουλίζοντας, θα γλύψει τα πόδια μας, θα τα ποτίσει μ' αίμα και δάκρυα. Κι εμείς θα σκαρφαλώσουμε πάνω του, θα υψώσουμε στον αγέρα τό κύπελλο που πάνω του θα 'ναι γραμμένη η λέξη : "Μυστήριο!" Τότε μόνο η γαλήνη κι η ευτυχία θα βασιλέψουν πάνω στους ανθρώπους.
Είσαι περήφανος για τους εκλεκτούς σου, αλλά δεν πρόκειται παρά για λίγους διαλεχτούς, ενώ εμείς θα δώσουμε τη γαλήνη σ' όλους. Άλλωστε ανάμεσα σ' αυτούς τους ισχυρούς, που προορίζονται να γίνουν εκλεκτοί, πόσοι δεν έχουν κουραστεί επιτέλους να περιμένουν, πόσοι δεν πρόσφεραν και θα προσφέρουν ακόμη αλλού τη δύναμη του πνεύματός τους και τη φλόγα της καρδιάς τους, πόσοι δε θα καταλήξουν να επαναστατήσουν εναντίον σου στ' όνομα της ελευθερίας! Όμως εσύ τους την έδωσες. Ενώ εμείς θα τους κάνουμε όλους ευτυχισμένους, οι επαναστάσεις κι οι σφαγές, που συνοδεύουν αξεχώριστα την ελευθερία, θα σταματήσουν. Ω, θα τους πείσουμε ότι δε θα 'ναι πραγματικά ελεύθεροι παρά μόνο αν παραιτηθούν απ' την ελευθερία τους για χάρη μας. Ε, λοιπόν, θα πούμε την αλήθεια ή θα 'χουμε πει ψέμματα; Θα πεισθούν κι αυτοί οι ίδιοι ότι μιλούμε την αλήθεια, γιατί θα θυμηθούν σε ποιά δουλεία, σε ποιά αναταραχή τους είχε βυθίσει η δική σου ελευθερία. Η ανεξαρτησία, η ελεύθερη σκέψη, η επιστήμη θα τους έχουν παρασύρει σ' ένα τέτοιο λαβύρινθο, θα τους φέρουν μπρος σε τόσα ανεξήγητα θαύματα κι αινίγματα, που άλλοι, έξαλλοι επαναστάτες θα καταστρέψουν τον ίδιο τον εαυτό τους, κι άλλοι επαναστάτες κι αυτοί, μα αδύναμοι, δειλοί, τρελλοί κι εξαθλιωμένοι, θα συρθούν στα πόδια μας φωνάζοντας : "Ναι, είχατε δίκιο, εσείς μόνο ξέρετε το μυστικό και σ' εσάς ξαναγυρίζουμε. σώστε μας απ' τον εαυτό μας!" Χωρίς αμφιβολία, όταν θα πάρουν από μας το ψωμί, θα δουν βέβαια ότι τους παίρνουμε το δικό τους, που το κέρδισαν με τον ίδιο τον κόπο τους, για να τους το ξαναμοιράσουμε δίχως θαύματα, θα δουν ότι δε μεταλλάξαμε τις πέτρες σε ψωμιά, αλλ' αυτό που θα τους ευχαριστήσει περισσότερο κι απ' το ψωμί το ίδιο, είναι το γεγονός ότι θα το παίρνουν από τα χέρια μας ! Γιατί θα θυμηθούν ότι παλιότερα, ακόμη και το ίδιο το ψωμί, ο καρπός της δουλειάς τους, μετάλλαζε σε πέτρα μέσα στα χέρια τους, ενώ όταν ξαναγυρίσουν κοντά μας, οι πέτρες θα μοιάζουν με ψωμί. Θα καταλάβουν την αξία της οριστικής υποταγής. Όσο οι άνθρωποι δε θα μπορούν να τα καταλαβαίνουν όλ' αυτά, θάναι δυστυχισμένοι.
Ποιός έχει βάλει το χέρι του περισσότερο απ' όλους για να δημιουργηθεί τούτη η ακατανοησία; Πες μου ! Ποιός μοίρασε το κοπάδι και το σκόρπισε σ' άγνωστους δρόμους; Μα το κοπάδι θα ξανασυγκροτηθεί, θα ξαναβρεί την υπακοή, κι αυτό θα 'ναι πια για πάντα. Τότε θα τους προσφέρουμε μια ήρεμη και ταπεινή ευτυχία, μια ευτυχία προσαρμοσμένη στα μέτρα των αδύναμων πλασμάτων, τέτοιων που είναι. Θα τους πείσουμε τέλος να μην περηφανεύουνται, γιατί ήσουν εσύ, που ανυψώνοντάς τους, τους το δίδαξες κι αυτό. Εμείς θα τους αποδείξουμε ότι είναι ταπεινοί κι άχρηστα παιδιά, θλιβερά πλάσματα, μα πως η παιδιάστικη ευτυχία είναι πιο προσιτή. Θα γίνουν ντροπαλοί, δε θα θέλουνε να μας χάσουν απ' τα μάτια τους, και θα σφίγγονται πάνω μας με τρόμο σαν τα τρυφερά κλωσσοπούλια κάτω απ' τα φτερά της κότας. Θα δοκιμάζουν μιαν όλο φόβο κατάπληξη και θα 'ναι περήφανοι γι αυτή την ενεργητικότητα και την εξυπνάδα, που εμείς θα τους επιτρέπουμε να παρουσιάζουν όλοι αυτοί, μέσ' από το αναρίθμητο πλήθος των επαναστατημένων. Η οργή μας θα τους κάνει να τρέμουν, η ντροπή κι η δειλία θα τους πλημμυρίζει, τα μάτια τους θα πάρουν μια θρυνητική έκφραση σαν των γυναικών και των παιδιών. Μα, σ' ένα νόημά μας, θα περνούν το ίδιο εύκολα στη χαρά και στο γέλιο, σαν ξένοιαστα παιδιά. Βέβαια, θα τους υποχρεώνουμε να δουλεύουν, μα τις ώρες της σχόλης τους, θα οργανώσουμε τη ζωή τους έτσι που να μοιάζει σαν παιχνίδι, με τραγούδια, με χορωδίες, μ' αθώους χορούς.
Ω, ναι ! Θα τους επιτρέπουμε ακόμη και ν' αμαρτάνουν, γιατί είν' αδύναμοι, κι εξαιτίας αυτού είναι που θα μας αγαπούν σαν παιδιά. Θα τους πούμε πως το κάθε αμάρτημα θα εξαγοράζεται, αν έγινε με την άδειά μας. Από αγάπη είναι που θα τους επιτρέπουμε ν' αμαρτάνουν και θα παίρνουμε τη θλίψη και το βάρος πάνω μας. Θα μας ευλογούν σαν ευεργέτες που φορτωνόμαστε τα αμαρτήματά τους, ενώπιον του Θεού. Δε θα 'χουν πια μυστικά από μας. Ανάλογα με το βαθμό της υπακοής τους, θα τους επιτρέπουμε ή θα τους απαγορεύουμε να ζουν με τις γυναίκες τους, ή με τις ερωμένες τους, να 'χουν παιδιά ή να μη έχουν, κι αυτοί θα μας ακούνε με χαρά. Θα μας παραδίνουν τα πιο πολύτιμα μυστικά της συνείδησής τους, θα λύνουμε όλα τα προβλήματά τους, και θα δέχονται την απόφασή μας με ξεγνοιασιά, γιατί θα τους βγάζει απ' τη μεγάλη έγνοια να διαλέξουν από μόνοι τους ελεύθερα. Κι όλοι τους θα 'ναι ευτυχισμένοι, εκατομμύρια πλάσματα, έξω από καμιά εκατοστή χιλιάδες, τους διευθυντές τους, έξω από μας, που θα ξέρουμε τα μυστικά τους.
Οι ευτυχισμένοι θ' αριθμούνται κατά δεκάδες χιλιάδες, κατά μυριάδες και δε θα υπάρχουν παρά εκατό χιλιάδες μάρτυρες, που θα ξέρουν την καταραμένη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό. Θα πεθάνουν ειρηνικά, θα σβήσουν γλυκά στ' όνομά σου, και στο υπερπέραν δε θα βρουν παρά το θάνατο. Θα φυλάξουμε όμως το μυστικό. θα τους λικνίσουμε, ναι, θα τους νανουρίσουμε, για την ευτυχία τους, με μιαν αιώνια ανταμοιβή στον ουρανό. Γιατί δεν υπάρχει άλλη ζωή, κάτι τέτοιο βέβαια δεν είναι καμωμένο για πλάσματα σαν κι αυτά.
Προφητεύουν ότι θα ξαναγυρίσεις για να νικήσεις πάλι, περιτριγυρισμένος από τους εκλεκτούς σου, τους πανίσχυρους και περήφανους. θα πουν ότι δε θα 'χουν σωθεί παρά μόνο εκείνοι από μόνοι τους, ενώ εμείς θα 'χουμε σώσει όλο τον κόσμο. Ισχυρίζονται ότι η πόρνη ανεβασμένη πάνω στο ζώο και κρατώντας στα χέρια της τό "κύπελλο του μυστηρίου" θα 'ναι ατιμασμένη, ότι οι άνθρωποι θα επαναστατήσουν πάλι, ότι θα ξεσχίσουν την πορφύρα της και θα καταβροχθίζουν το "ακάθαρτο". Θα σηκωθώ τότε και θα δείξω τις μυριάδες τους ευτυχισμένους, που δε γνώρισαν το αμάρτημα. Κι εμείς, εμείς που πήραμε απάνω μας τα λάθη τους, για την ευτυχία τους, θ' ανορθωθούμε μπροστά σου και θα πούμε: "Δε σε φοβόμαστε καθόλου. Κι εμείς το ίδιο βρεθήκαμε στην έρημο, ζήσαμε μ' ακρίδες και μέλι. Κι εμείς το ίδιο ευλογήσαμε την ελευθερία που παραχώρησες στους ανθρώπους. Κι ετοιμαστήκαμε να 'μαστε ανάμεσα στους εκλεκτούς σου, στους ισχυρούς και στους περήφανους, και να καούμε "για να συμπληρώσουμε τον αριθμό". Αλλά συνήρθαμε και δε θελήσαμε να υπηρετήσουμε μια παράλογη ιδέα. Ξαναγυρίζουμε για να ενωθούμε μ' αυτούς που διόρθωσαν το λάθος σου. Εγκαταλείψαμε τους περήφανους και γυρίσαμε κοντά στους ταπεινούς, για να φτιάξουμε την ευτυχία τους". Στο ξαναλέω, αύριο, σ' ένα νόημά μου, όλο αυτό το πειθαρχημένο κοπάδι θα φέρει αναμμένα κάρβουνα για την πυρά, όπου θα σ' ανεβάσουμε για να μην εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν κάποιος αξίζει πιότερο απ' όλους να καεί, αυτός είσ' εσύ. Αύριο θα σε κάψω. Ελέχθη.
... ο ιεροεξεταστής σωπαίνει, περιμένει μια στιγμή την απάντηση του Κρατούμενου. Η σιωπή του, τον βαραίνει. Ο Κρατούμενος τον άκουγε όλη την ώρα έχοντας καρφωμένη πάνω του τη διαπεραστική κι ήρεμη ματιά του, φανερά αποφασισμένος να μην του απαντήσει. Ο γέρος θα 'θελε να του πει κάτι, έστω κι αν ήταν λόγια πικρά και σκληρά. Ξαφνικά ο Κρατούμενος πλησιάζει ήρεμα και σιωπηλός το γέρο και του φιλά τ' άχρωμα χείλια του. Αυτή ήταν όλη κι όλη η απάντησή του.
Ο γέρος τινάζεται, τα χείλια του τρέμουν. Πάει στην πόρτα, την ανοίγει και του λέει: "Φύγε και να μην ξαναγυρίσεις πια... ποτέ πια !" Και τον αφήνει να φύγει μέσα στα σκοτάδια της πόλης. Ο Κρατούμενος φεύγει.

** Οι πίνακες είναι από την Ισπανική και την Ιταλική περίοδο του Θεοτοκόπουλου. Τολέδο, Η θεραπεία του Τυφλού (Ιταλική περίοδος) και η εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Ο Μέγας Ιεροεξεταστής" του Ντοστογιέφσκυ"

Ερωτικής αλληλογραφίας .. το ανάγνωσμα

Συνέχεια στις ερωτικές επιστολές. Σαν να κρυφοκοιτάς από την κλειδαρότρυπα τους πιο δημιουργικούς εαυτούς των ανθρώπων. Τους ερωτευμένους εαυτούς τους.

Σαρλ Μποντλέρ - Απολονί Σαμπατιέ

Ο μεγάλος έρωτας στη ζωή του γάλλου ποιητή ήταν η Ζαν Ντυβάλ, η εικόνα της οποίας αναδύεται συχνά από τους στίχους των «Λουλουδιών του κακού» (1857). Η ταραχώδης και επώδυνη σχέση τους διακόπηκε για αδιευκρίνιστους λόγους γύρω στο 1852, ύστερα από 14 χρόνια πάθους και οπίου. Συντετριμμένος από το τέλος ενός καταστροφικού έρωτα, ο Μποντλέρ προτίμησε να κρατήσει την επόμενη σχέση του σε... επιστολογραφικό επίπεδο. Το νέο αντικείμενο του (εγγράφου) πόθου του ήταν η Απολονί Σαμπατιέ, μια όμορφη εταίρα με πεδίο «δράσης» το επίκεντρο του καλλιτεχνικού κόσμου. Αρχισε να της στέλνει ανώνυμες επιστολές στα τέλη του 1852 και συνέχισε ως την άνοιξη του 1855. Οι επιστολές αυτές είναι γραμμένες σε επίσημο τόνο και γεμάτες εξάρσεις λατρείας. Κάποια στιγμή η Απολονί ανακάλυψε την ταυτότητα του αποστολέα και τον ερωτεύθηκε παράφορα. Ο Μποντλέρ έκανε πίσω:

«Ειλικρινά, κυρία, σας ζητώ συγγνώμη χίλιες φορές γι' αυτό το ανόητο, ανώνυμο παιχνίδι που θυμίζει παιδιάστικα καμώματα ­ αλλά τι να κάνω; Είμαι τόσο εγωιστής όσο ένα μικρό παιδί ή ένας ανάπηρος. Οταν υποφέρω, σκέφτομαι εκείνους που αγαπώ. Οι σκέψεις που αφορούν εσάς παίρνουν συνήθως τη μορφή στίχων και όταν οι στίχοι αυτοί ολοκληρώνονται, δεν μπορώ να αντισταθώ στην επιθυμία να τους δείξω στο πρόσωπο που τους ενέπνευσε. Την ίδια όμως στιγμή κρύβομαι, όπως κάποιος που φοβάται μήπως φανεί γελοίος ­ δεν υπάρχει πάντα κάτι το πραγματικά κωμικό στην αγάπη; ­ ειδικά για κείνους που δεν αναμειγνύονται. Σας ορκίζομαι όμως ότι αυτή θα είναι η τελευταία φορά που θα εκθέσω τον εαυτό μου στη γελοιότητα. Οσο παράλογα και αν σας φαίνονται όλα αυτά, να θυμάστε ότι υπάρχει μια καρδιά όπου η εικόνα σας είναι πάντα ζωντανή. Θα ήταν λοιπόν σκληρό να την κοροϊδέψετε» (9 Μαΐου 1853).

Αντον Τσέχοφ - Ολγα Κνίπερ

Ο μεγάλος ρώσος θεατρικός συγγραφέας (1860-1904) είδε για πρώτη φορά την Ολγα Κνίπερ τον Σεπτέμβριο του 1898, καθώς παρακολουθούσε μια πρόβα ενός έργου του Τολστόι, του «Τσάρος Φιόντορ Ιοάνοβιτς», όπου εκείνη έκανε την Ιρίνα, τη γυναίκα του τσάρου. «Η φωνή της, η ευγένειά της, η ειλικρίνειά της ­ όλα είναι τόσο φίνα που σου προκαλούν ένα σπασμό στον λαιμό... Αν έμενα στη Μόσχα, θα ερωτευόμουν οπωσδήποτε αυτή την Ιρίνα». Συναντήθηκαν ξανά και η Ολγα έπαιξε ένα ρόλο στον «Γλάρο» του. Παντρεύτηκαν το 1901. Οι βιογράφοι διαφωνούν σχετικά με τον αριθμό των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του Τσέχοφ πριν και μετά τον γάμο του με την Κνίπερ. Ολοι όμως συμφωνούν ότι το ζευγάρι αγαπιόταν με πάθος και τρυφερότητα. Συχνά αναγκάζονταν να αποχωριστούν ο ένας τον άλλο λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων της Ολγας κι έτσι τους δινόταν η ευκαιρία να αλληλογραφούν. Τα γράμματά τους διακρίνονται για την ευρύτατη χρήση χαϊδευτικών ονομάτων: κουταβάκι, κροκοδειλάκι, κατσαριδούλα, χρυσόψαρο, πέρκα... Η Ολγα ήταν στο πλευρό του Αντον στη Γερμανία, όταν ξαφνικά ένα πρωινό του 1904 ο σφυγμός του έγινε αδύναμος και η αναπνοή του ακανόνιστη. Ο γιατρός ήρθε εσπευσμένα και παρήγγειλε ένα μπουκάλι... σαμπάνιας για να τον συνεφέρει. «Πεθαίνω» είπε ο Τσέχοφ, πίνοντας στην υγεία της γυναίκας του. «Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ήπια σαμπάνια». Στη συνέχεια ξάπλωσε και πέθανε.

«Τι απαίσιο όνειρο που είδα! Ονειρεύτηκα ότι βρισκόμουν στο κρεβάτι με κάποια που δεν ήταν εσύ ­ κάποια γυναίκα φοβερά απωθητική, μια ξιπασμένη καστανομάλλα ­ και το όνειρο αυτό κράτησε πάνω από μία ώρα. Τώρα αυτό πώς το ερμηνεύεις; Θέλω να σε δω, γλυκιά μου. Θέλω να μιλήσω με τη γυναίκα μου, τη μοναδική μου γυναίκα... Δεν έχω κανένα νέο. Το μόνο θέμα συζήτησης εδώ πέρα είναι οι Γιαπωνέζοι... Εύχομαι ο Θεός να σε έχει καλά και να σε προστατεύει. Μην γκρινιάζεις, μη δουλεύεις υπερβολικά και να είσαι ευδιάθετη... Σε αγκαλιάζω, μικρή κατσαριδούλα μου, και σου στέλνω ένα εκατομμύριο φιλιά» (Γιάλτα, 6 Μαρτίου 1904)

Λόρδος Μπάιρον - Λαίδη Κάρολιν Λαμπ




Οταν η Κάρολιν Λαμπ συνάντησε τον Λόρδο Μπάιρον, έγραψε στο ημερολόγιό της ότι ήταν «τρελός, κακός και επικίνδυνος». Συγχρόνως προφήτευσε: «Αυτό το όμορφο χλωμό πρόσωπο θα είναι η μοίρα μου». Και πράγματι ήταν ­ τουλάχιστον για τους τρεις μήνες που διήρκεσε η σχέση τους. Μετά εκείνος άρχισε να τη βαριέται. Οχι ότι ήταν καμιά αξιολύπητη γυναικούλα που έπεσε θύμα αυτού του άκαρδου καρδιοκατακτητή. Αντιθέτως, ήταν μια φημισμένη κοκέτα με πληθώρα κατακτήσεων. Ο ίδιος ο Μπάιρον την περιέγραψε ως «το πιο παράλογο, επικίνδυνο και σαγηνευτικό πλάσμα στη γη». Η Κάρολιν δεν φημιζόταν για τη διακριτικότητά της και έτσι τα κουτσομπολιά για τη σχέση της με τον Μπάιρον έφθασαν γρήγορα στα αφτιά του άντρα της, που της απαγόρευσε να βλέπει τον εραστή της. Ακολούθησαν πολλοί τσακωμοί, υστερίες, απειλές και γενικά η σύντομη αυτή ερωτική ιστορία δεν ήταν μία από τις πιο ευχάριστες. Ο Μπάιρον προτίμησε τελικά τη συντροφιά της πολυαγαπημένης ετεροθαλούς αδελφής του, της Αυγούστας, και έτσι εγκατέλειψε την Κάρολιν. Το 1814 η Αυγούστα γέννησε μια κόρη ­ πιθανότατα του Μπάιρον: όλη η Αγγλία σκανδαλίστηκε και εκείνος έφυγε από τη χώρα.

«Αγαπημένη μου Κάρολιν... Αν τα δάκρυα ­ τα οποία είδες και που ξέρεις ότι δεν συνηθίζω να χύνω ­, αν η αναστάτωση που με κατέλαβε όταν αποχωριζόμαστε ­ αν όλα όσα έχω πει και κάνει και είμαι ακόμη πανέτοιμος να πω και να κάνω δεν σου έχουν επαρκώς αποδείξει ποια είναι και πρέπει πάντα να είναι τα πραγματικά μου αισθήματα για σένα, αγάπη μου, τότε δεν έχω καμία άλλη απόδειξη να σου δώσω. Ο Θεός το ξέρει πόσο εύχομαι την ευτυχία σου και όταν σε εγκαταλείψω ­ ή μάλλον όταν εσύ με εγκαταλείψεις από αίσθηση καθήκοντος στον σύζυγό σου ­ τότε θα αναγνωρίσεις την αλήθεια αυτού που ξανά υπόσχομαι και ορκίζομαι, ότι δηλαδή καμία άλλη δεν θα πάρει ποτέ (με πράξεις ή με λόγια) τη θέση σου στην καρδιά μου, που θα είναι πάντα αφιερωμένη σε σένα, ώσπου να μην είμαι πια τίποτε... Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα το μάθει αυτό... ήμουν και είμαι δικός σου ολοκληρωτικά για να σε υπακούω, να σε τιμώ, να σε αγαπώ ­ και να δραπετεύσω μαζί σου όποτε και όπως εσύ θα ορίσεις» (Αύγουστος 1812;).

Κωστής Παλαμάς - Ραχήλ (Ελένη Κορτζά)

Οταν πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι τα Χριστούγεννα του 1921, η Ελένη Κορτζά ήταν μια όμορφη, φιλομαθής κοπέλα γύρω στα 20. Παρ' ότι αγνοούσε την ύπαρξή του («Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά»), η Ελένη κατάφερε να εντυπωσιάσει τον εξηντάρη τότε Παλαμά, όχι μόνο με τη μορφή αλλά και με τη μόρφωσή της. Η συζήτησή τους γύρω από τον Μποντλέρ και τον Ουγκό αποδείχθηκε τόσο ενδιαφέρουσα που συμφώνησαν ότι πρέπει να συνεχιστεί. Ετσι, για τον σκοπό αυτόν άρχισαν, παρουσία και άλλων ενδιαφερομένων, να συναντιούνται κάθε Σάββατο στο ίδιο σπίτι ­ κάτι σαν κοσμικό φιλολογικό «σαλόνι» της εποχής. Ο Παλαμάς όμως δεν άντεχε την πολυκοσμία και ζήτησε από την Ελένη να τον επισκέπτεται στο Κελλί (το «ησυχαστήριο» και σπουδαστήριό του). Σιγά σιγά αναπτύχθηκε μεταξύ τους μια ερωτική σχέση που έδωσε νέα πνοή στον κουρασμένο ποιητή: οι φόβοι, οι αμφιβολίες και οι ανησυχίες καταλάγιασαν χάρη στο γεμάτο προσμονή και πίστη βλέμμα της Ελένης. Και εκείνη όμως με τη σειρά της ­ που έπασχε από φυματίωση και είχε μια μελαγχολική φύση ­ άντλησε δύναμη από την προσοχή αυτή που την κολάκευε τόσο. Συχνά, κυρίως τους χειμώνες, αναγκάζονταν να μείνουν χωριστά, εφόσον η άρρωστη Ελένη έπρεπε να αναζητήσει ηπιότερα κλίματα. Τα διαστήματα αυτά αλληλογραφούσαν εκτεταμένα. Στα γράμματά του ο Παλαμάς άρχισε να την αποκαλεί «Ραχήλ». Η σχέση συνεχίστηκε σίγουρα ως τον Αύγουστο του 1935 ­ τότε χρονολογείται το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε. Από εκεί και πέρα δεν είμαστε σίγουροι. Η Ελένη ακολούθησε τον στρατηγό πατέρα της στην Αίγυπτο και μετά στη Νότιο Αφρική. Οταν επέστρεψε το 1944, ο Παλαμάς είχε πια πεθάνει.

«Η αλήθεια είναι πως τα γράμματά σου ­ και μάλιστα το τελευταίο σου ­ είναι σαν κάποια ωραία μάτια εκφραστικά που σε κοιτάζουν δακρυοπνιγμένα, μα χωρίς να στάζουνε τα δάκρυά τους, και χωρίς να χάνουν τίποτε από την ομορφιά τους τα μάτια αυτά. Μάλιστα γίνονται ομορφότερα. Μα η αλήθεια είναι πως θα τα ήθελα τα μάτια αυτά (παραμερίζοντας κάθε αισθητικό εγωισμό), πως θα τα ήθελα να μη πνίγονται δακρυσμένα, θα τα ήθελα ολοκάθαρα να λάμπουν και να χαμογελούν με το χαμόγελο εκείνο των ωραίων ματιών που κάποτε και πότε είναι εκφραστικώτερο και ποθητότερο από το χαμόγελο που ανατέλλει στα χείλη· κάποτε και πότε σημειώνω, γιατί δεν είναι τίποτε ωραιότερο ­ καθώς κάπου το παρατηρεί και ο Τολστόης ­ από το χαμόγελο του ανθρώπου· το μειδίαμα, βέβαια, που κέντρο του το στόμα είναι, μα που απλώνεται φωτίζοντας, με το φως μιας αυγής, ολόκληρο το πρόσωπο... Τα γράμματά σου πώς πονούν! Παλμός τους είναι η μελαγχολία, μια deception τα τρεμοσαλεύει κ' ένας φόβος τα κιτρινίζει. Αστείος και αφελής θα ήμουν αν προσπαθούσα να σε παρηγορήσω. Μα και δεν πρέπει να σου σιωπήσω δυο πράγματα: Πρώτα, πως μου δίνουν κ' εμένα ένα πένθος που όσο κι αν είναι δυσκολοέκφραστο, εύκολα θα μπορής να το εννοήσης. Επειτα και μαζί πως μου δίνουν μια χαρά. Το πένθος είναι από το πένθος σου, και η χαρά από τη σκέψη πως με θεωρείς άξιο της εμπιστοσύνης σου ώστε να γέρνης προς την ψυχή μου το πρόσωπο της θλίψης σου» (31 Αυγούστου 1924).

Γεώργιος Παπανδρέου - Σοφία Μινέικο

«Σπάνια δύο ερωτευμένοι είχαν την τύχη να ζήσουν τον προσωπικό τους μύθο στην πρώτη γραμμή της Πολιτικής μας Ιστορίας. Γεύτηκαν τα μεγάλα γεγονότα μαζί με τον μεγάλο έρωτα». Με αυτή τη φράση (που περιέχεται στο βιβλίο του «Ακριβή μου Σοφία») ο Φρέντυ Γερμανός συνοψίζει τη σχέση του Γεώργιου Παπανδρέου και της Σοφίας Μινέικο, πρώτης του γυναίκας και μητέρας του Ανδρέα. Γνωρίστηκαν το 1907 στην Αθήνα, όπου ήταν και οι δύο φοιτητές στο Πανεπιστήμιο: εκείνος σπούδαζε Νομική και εκείνη Φιλολογία. Τράβηξε πρώτη φορά την προσοχή της όταν ένα μεσημέρι είδε κάτι χωροφύλακες εφ' όπλου λόγχη να τον σπρώχνουν στα σκαλιά του Πανεπιστημίου: «Πόσο τον πόνεσα εκείνη τη μέρα. Πόνεσα τα νιάτα του ­ τη φλόγα του. Δεν άντεχα να βλέπω να τον κλωτσάνε εκείνοι οι χωροφύλακες...». Η Σοφία, κόρη ενός αυστηρού πολωνού στρατηγού, δεν μπόρεσε να αντισταθεί για πολύ στην πολιορκία του νεαρού Παπανδρέου, που άρχισε να τη βομβαρδίζει με φλογερά γράμματα: «Είμαι ένας παράξενος άνθρωπος, Σοφία μου. Δεν συλλογίζομαι τα μελλούμενα· ούτε την ένωσή μας ή τα γεράματα. Χαίρομαι μόνο την καρδιά μου που σπαρταράει· αγαπώ τον πόνο μου». Τελικά παντρεύτηκαν το 1913, λίγο πριν ο Γεώργιος αναχωρήσει ξανά για σπουδές στη Γερμανία. Εμειναν μαζί πολλά χρόνια, ώσπου ο Παπανδρέου, παράφορα ερωτευμένος με την Κυβέλη, την ντίβα της εποχής, την εγκατέλειψε. Η Σοφία δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπά. Ενθυμούμενη την ημέρα που έλαβε τα νέα του θανάτου του (1 Νοεμβρίου 1968) είπε: «Μόνο τότε πίστεψα πως τον είχα χάσει».

«Παρηγορήσου, Σοφία μου, όσο μπορείς. Το μέλλον μας, το αύριο, είναι κοινό πια για μας· ό,τι και να γίνη ψηλά ή χαμηλά, σ' την άβυσσο ή σ' τα σύννεφα, με την κατάρα ή με την ευλογία των άλλων, εμείς, αν δεν προφθάση ο θάνατος, ενωρίς ή αργά, θα παρθούμε...» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου, όταν ήταν ακόμη δεκανέας του Δωδέκατου Συντάγματος στην Πάτρα, το 1910).

«Αγάπη μου, αγάπη μου γλυκειά, δυο μάτια καρφωμένα μέσα μου μ' ακολουθούν παντού· από την ώρα που χωρίσαμε στο τραμ, τα μάτια σου, τα παρθενικά, τα τίμια κι αγαπημένα. Εφευγα κι η καρδιά μου ολάκερη γύριζε πάλι, Σοφία μου, σε σένα, αγάπη μου γλυκειά. Εμπαινα στον ηλεκτρικό, μπήκα στις βάρκες, ανέβηκα στο παπόρι κι ένας πόνος και μια ανησυχία βαθειά μου βάραινε την καρδιά!» (απόσπασμα από γράμμα του Γ. Παπανδρέου καθώς αναχωρεί τον Μάιο του 1911 για σπουδές στη Γερμανία).

Πηνελόπη Σ. Δέλτα - Ιων Δραγούμης

Γνωρίστηκαν σε κάποια επίσημη δεξίωση στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 1905. Συνέχισαν να συναντιούνται σε παρόμοιες εκδηλώσεις και σύντομα διαπίστωσαν την αμοιβαία έλξη τους. Επειδή η Πηνελόπη ήταν παντρεμένη (με τον Στέφανο Δέλτα), προσπάθησαν από νωρίς να σταματήσουν την εξέλιξη των πραγμάτων. Στάθηκε όμως αδύνατο να αντισταθούν. Το κοινωνικό και ηθικό κατεστημένο της εποχής σε συνδυασμό με την επιθυμία της Δέλτα να μείνει πιστή σε κάποιες προσωπικές της αξίες προκάλεσαν αλλεπάλληλα εμπόδια στη σχέση. Εκείνη δεν ήθελε να δημιουργήσει στην πράξη ένα «δεσμό» προτού χωρίσει με τον σύζυγό της. Αποφασίζοντας να είναι ειλικρινής μαζί του, του εξομολογήθηκε τον έρωτά της για τον Δραγούμη. Η ενέργειά της αυτή δυστυχώς δεν βοήθησε την κατάσταση: δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ένα διαζύγιο και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η σκέψη και η απόπειρα της αυτοκτονίας εμφανιζόταν συχνά ως η μόνη λύση. Ατέλειωτα δάκρυα, αγωνία και πόνος ήταν οι σταθερές συντεταγμένες αυτού του ανολοκλήρωτου έρωτα. Μοναδικές στιγμές ανάπαυλας οι κρυφές συναντήσεις των ερωτευμένων καθώς και η παθιασμένη αλληλογραφία τους. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το τελευταίο (χρονολογικά) γράμμα που έχει σωθεί:

«Μένω ακόμη ένα χρόνο, σου το έγραψα· αν με θέλεις ύστερα, αν δεν αλλάξεις, Ιων μου, αν θέλεις τότε, πάρε με... Και τώρα όμως αν με ήθελες δεν θα μπορούσα να σου πω πια όχι· τώρα δεν ξέρω πια τι θα πει τιμή και λόγος και όρκος· ξέρω πως στον κόσμο κάπου ζεις εσύ, πως μ' αγαπάς ακόμη, πως εσύ μπορείς να γίνεις δικός μου όποταν σε φωνάξω. Ιων μου, δεν σε φωνάζω· μα αν με θελήσεις ποτέ, ξέρεις πού είμαι· σε περιμένω πάντα και σ' αγαπώ σαν Μήδεια, είσαι το μόνο δίλημμα που ζει μέσα μου με φρικτή ένταση· τ' άλλα όλα πέθαναν, η αγάπη σου τα σκότωσε! Μη με φοβηθείς· αγαπώ άγρια, μα αγαπώ με φοβερή tendresse το χλωμό παιδί που με φίλησε στο στόμα εκεί στα πεύκα. Ιων μου, θα πεις πως είμαι τρελή, και το ξέρω, μα όπως εκείνο το βράδυ, που πρώτη φορά με ξανάβλεπες, ύστερα από την πρώτη απόπειρα, ήσουν "τρελός για μένα", έτσι κι εγώ είμαι τρελή για σένα... Και μεθώ και δεν ξέρω πια να λογαριάσω τι θα πει "τιμή" και "λόγος". Ξέρω μόνο πως σ' αγαπώ, τ' ακούς, Ιων; σ' αγαπώ άγρια και θέλω την αγκαλιά σου και το στόμα σου που φιλεί φρικτά, σε θέλω όλον, όλον, δικό μου για πάντα, και πονώ αλύπητα και ανυπόφορα, και μ' έρχεται να φύγω απόψε, πριν από το γράμμα μου, να μη σου μιλήσω πια, να μη σου γράψω "σ' αγαπώ", μόνο να έλθω εκεί, να ορμήσω στο σπίτι σου, να χυθώ στο λαιμό σου, και χωρίς λέξη, να πνίξω την αναπνοή σου, φιλώντας σε στο στόμα, ως που να κλείσεις τα μάτια σου και να πέσει το κεφάλι σου στον ώμο μου, χλωμό και αποκαμωμένο, μισοπεθαμένο από συγκίνηση και πόνο και χαρά που σκοτώνει. Το ξέρω πως είμαι τρελή· μα η αγάπη κάποιον τρελαίνει...» (27 Ιουλίου 1906).

Αγγελος Σικελιανός - Αννα Σικελιανού

«Αυτά τα γράμματα είναι ένας πύρινος διάλογος με μένα, ή καλύτερα ένας μονόλογος και πολλές φορές μου εξομολογιέται τη βιολογική αναζήτηση του Είναι του, τον επίμονο πόθο του για την πληρότητα στην ένωσή του με το Θεό, με τη Ζωή και με το Θάνατο...» εκμυστηρεύεται η παραλήπτρια των εν λόγω γραμμάτων στον πρόλογο του βιβλίου «Γράμματα στην Αννα». Ο γνωστός ποιητής γνώρισε τη δεύτερη σύζυγό του την άνοιξη του 1938 (η πρώτη ήταν η Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ). Ο έρωτας ήρθε αμέσως: «Λίγες μέρες μετά τη συνάντησή μας, με συνόδεψε στο Βόλο με το τρένο... Αγόρασε τα εισιτήρια όλου του διαμερίσματος, για να μπορεί να μου μιλάει ελεύθερα. Μου μιλάει στον πληθυντικό, δεν μου αγγίζει ούτε το χέρι» περιγράφει η ίδια λίγο παρακάτω. Η Αννα ήταν ήδη παντρεμένη εκείνη την εποχή. Δεν δίστασε όμως να εγκαταλείψει τον σύζυγό της (που έπαθε νευρικό κλονισμό και την ανάγκασε να επιστρέψει κοντά του για πέντε ακόμη μήνες) και να παντρευτεί τον Σικελιανό το 1940. Εμειναν μαζί ως τον θάνατο του ποιητή, το 1951. Οπως φανερώνει η παρακάτω επιστολή, η σχέση τους ήταν ιδιαίτερα έντονη:

«Είσαι Δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες του είναι μας είναι μπλεγμένες κάτου από το χώμα κι ολοένα μπλέχονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας κι ένας καημός ανοίγει αδιάκοπα σ' αυτό το χωρισμό την αγκαλιά μας!

Α, πώς δουλεύει μέρα - νύχτα μέσα μου, στο σώμα μου όλο, από τα νύχια στην κορφή, αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση του νου μου για το νου Σου, των ματιών μου για τα μάτια Σου, της πνοής μου για την πνοή Σου, των ριζών μου για τις ρίζες Σου. Ούτε δευτερόλεπτο δεν σταματά η αδιάκοπη, η ακοίμητη αίσθησή της. Και μήτ' έχω μέσα μου άλλη αίσθηση ζωής! Να Σε ζητώ μ' όλες τις ίνες μου όλες τις στιγμές, να κολυμπάω αντίστροφα στο ρέμα της απόστασης για να Σε 'γγίξω. Αυτή είναι τώρα η φοβερή, η ακοίμητη, η απόλυτη ζωή μου. Και θα τη ζήσω, όσο που ρίζες, κλώνοι και κορμός θα γίνουν αιώνια Ενα κι η πνοή του Σύμπαντος στα φρένα μας μια μόνη Μουσική...» (2 Ιουλίου 1939, Αθήνα).

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ερωτικής αλληλογραφίας .. το ανάγνωσμα"

"Τα γαλάζια σου γράμματα ..."

«Τι θα μπορούσε να εκφράσει μια επιστολή που δεν θα το εξέφραζε χίλιες φορές καλύτερα μια λέξη, ένα βλέμμα ή ακόμη και η σιωπή;» αναρωτιέται μία από τις ηρωίδες των «Επικίνδυνων σχέσεων» του επιστολογραφικού μυθιστορήματος του Γάλλου Σοντερλό ντε Λακλό.

Χθες άνοιξα το θέμα της αλληλογραφίας. Θέλω να το συνεχίσω. Ίσως γιατί πάντα με γοήτευε ο τρόπος που επικοινωνούν οι άνθρωποι όταν γράφουν. Μοιάζουν πιο αυθεντικοί. Ιδίως όταν πρόκειται για ερωτικές επιστολές όπως αυτές που διάλεξα. Άνθρωποι ατσάλινοι, που καθορίζουν τύχες, που γράφουν ιστορία, που κυβερνούν και που ερωτεύονται. Θα αγνοούσα πόσο τρυφεροί και διαφορετικοί έγιναν όταν τους χτύπησαν τα βέλη του έρωτα αν δεν υπήρχαν οι ερωτικές επιστολές τους.

Η «ακούσια» απάντηση του Γκαίτε:
«Γιατί ξανά καταφεύγω στη γραφή; / Αγαπημένη μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα / Γιατί είν' αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. / Αλλά, τ' αγαπημένα χέρια σου, όπως και να 'ναι, / θα δεχτούν το σημείωμα αυτό».

Χένρι Μίλερ - Αναΐς Νιν

Η ερωτική σχέση τους ήταν αλληλένδετη με τη... συγγραφική: εκείνος συμπεριελάμβανε αποσπάσματα από την αλληλογραφία τους στα ημιαυτοβιογραφικά μυθιστορήματά του (π.χ. «Ο τροπικός του καρκίνου», 1934), ενώ εκείνη κρατούσε αντίγραφα των γραμμάτων της για τον εμπλουτισμό του ημερολογίου της. Και οι δύο ήταν πρωτοποριακοί ­ τόσο σε σεξουαλικό επίπεδο όσο και σε λογοτεχνικό. «Ο Τροπικός του Καρκίνου» είχε απαγορευθεί επί σειρά ετών σε πολλές χώρες και «Ο Τροπικός του Αιγόκερω» δεν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ παρά μόνο το 1962 (33 χρόνια μετά τη δημοσίευσή του στη Γαλλία). Τα ημερολόγια της Νιν ήταν τόσο «γλαφυρά» όσον αφορά τις εξωσυζυγικές περιπέτειές της, που απέφυγε να τα φέρει στη δημοσιότητα όσο ο σύζυγός της ζούσε. Τελικά εκδόθηκαν μετά θάνατον ­ όλα εκτός από έναν τόμο τον οποίο η ίδια περιέκοψε εκτεταμένα. Ηταν και οι δύο κυνηγοί των έντονων εμπειριών και ασπάζονταν το «πιστεύω» του Μίλερ ότι «πιο πρόστυχη από όλα είναι η αδράνεια».

«Αναΐς, με κάνεις απίστευτα ευτυχισμένο έτσι όπως με κρατάς αδιάσπαστο ­ με αφήνεις να είμαι ο καλλιτέχνης χωρίς να καταργείς τον άνδρα, το ζώο, τον πεινασμένο, ακόρεστο εραστή. Καμιά άλλη γυναίκα δεν μου έχει δώσει όλα τα προνόμια που έχω ανάγκη· και εσύ, που τραγουδάς τόσο χαρούμενα, ναι, με προσκαλείς να πάω μπροστά, να είμαι ο εαυτός μου, να διακινδυνεύω τα πάντα. Σε λατρεύω γι' αυτό. Εκεί είναι που ξεχωρίζεις από τις άλλες γυναίκες, εκεί είναι που είσαι μια βασίλισσα. Γελάω τώρα μόνος μου καθώς σε σκέφτομαι. Δεν φοβάμαι καθόλου τη θηλυκότητά σου. Και πόσο έκαιγες χθες ­ μου άρεσε αυτό ­, διαφορετικά δεν θα το ήθελα. Βλέπεις, παρά τις υποψίες μου, δεν ήμουν προετοιμασμένος για την καταιγίδα που ξεσήκωσες... Και σήμερα, παρ' όλο που σφύζω από υγεία, νιώθω μια γλυκιά παράλυση στα μπράτσα μου ­ είναι επειδή σε κρατούσα τόσο σφιχτά... Εύχομαι να μπορούσα να τη διατηρήσω» (10 Μαρτίου 1932, Hotel Central, Παρίσι).

Ερνεστ Χέμινγουεϊ - Μαίρη Γουέλς

Η ερωτική ζωή του είναι σχεδόν τόσο γνωστή όσο και τα μυθιστορήματά του. Εκανε τέσσερις γάμους και η Μαίρη Γουέλς ήταν η τελευταία στη σειρά. Γνωρίστηκαν στο Λονδίνο, όπου εκείνη δούλευε ως ρεπόρτερ. Ο Χέμινγουεϊ ήταν τότε ακόμη παντρεμένος με την τρίτη γυναίκα του, τη Μάρθα Γκέλχορν, σκεφτόταν όμως σοβαρά να χωρίσει. Μια ημέρα, μπαίνοντας σε ένα λονδρέζικο εστιατόριο , συνάντησε ένα γνωστό του που έτρωγε με μια γοητευτική ξανθιά. Κάθησε στο τραπέζι τους και όταν έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις ο Χέμινγουεϊ δεν δίστασε να ζητήσει από τη συνοδό τού φίλου του να βγουν για φαγητό. Εκείνη, που δεν ήταν άλλη από τη μελλοντική κυρία Χέμινγουεϊ, δέχτηκε. Έτσι εν μέσω πολέμου ξεκίνησε μια ρομαντική ιστορία που διακόπηκε από την αναχώρηση του ήρωά μας για την Ευρώπη. Η σχέση ενδυναμώθηκε μέσα από την τακτική αλληλογραφία του ζευγαριού που δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει ο πόλεμος για να επανασυνδεθεί στο ρομαντικό Παρίσι. Τελικά το όνειρό τους πραγματοποιήθηκε: έμειναν στο δωμάτιο 31 του «Ritz», όπου, σύμφωνα με τη Μαίρη Γουέλς, τρέφονταν «σχεδόν αποκλειστικά με σαμπάνια Lanson Brut και το θαύμα της συνύπαρξής μας έπειτα από τόσο καιρό». Το γράμμα που ακολουθεί στάλθηκε από τη Γερμανία, όπου ο Χέμινγουεϊ ταξίδευε ως πολεμικός ανταποκριτής:

«Αγαπημένη μου, αυτό δεν είναι παρά μια υπενθύμιση του πόσο σ' αγαπώ. Δειπνήσαμε εδώ με τα παιδιά, αν και δεν υπήρχε τίποτε αλκοολούχο για να ολοκληρωθεί η βραδιά. Ο Στίβι γράφει ένα γράμμα στην κοπέλα του στην Αμερική... Μου διαβάζει αποσπάσματα και εγώ είμαι ευτυχισμένος και γουργουρίζω σαν ένα γέρικο θηρίο της ζούγκλας επειδή σε αγαπάω και με αγαπάς... Γι' αυτό να προσέχεις τον εαυτό σου για χάρη μου και για χάρη μας και μαζί θα δώσουμε την καλύτερη δυνατή μάχη ­ ενάντια στην μοναξιά, στην γκαντεμιά, στον θάνατο, στην αδικία, στην τεμπελιά (τον παλιό αυτόν εχθρό μας), στα υποκατάστατα, στους φόβους και όλα τα άλλα ασήμαντα πράγματα ­ για χάρη του τρόπου που κάθεσαι με την πλάτη ίσια στο κρεβάτι και είσαι πιο αξιαγάπητη από κάθε προτομή που στόλισε ποτέ την πλώρη καραβιού ή έγειρε στο πλάι από το φύσημα του αγέρα ­ και για χάρη της καλοσύνης, της σταθερότητας, της αγάπης μας και των αγαπημένων μερόνυχτων που περάσαμε στο κρεβάτι...» (13 Σεπτεμβρίου 1944).

Πάμπλο Νερούντα - Ματίλντε Ουρούτια

Γεννημένος στη Νότια Χιλή το 1904, ο Νερούντα ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς και παραγωγικούς ποιητές της Λατινικής Αμερικής, με περισσότερα από 30 βιβλία στο ενεργητικό του. Εκτός από ποιητής, αντιπροσώπευσε τη χώρα του και ως διπλωμάτης από το 1926 ως το 1938 σε διάφορα μέρη της Απω Ανατολής και της Ισπανίας, όπου έζησε από κοντά τον Εμφύλιο. Πίστευε ότι ο ποιητής οφείλει να συμμετέχει στα κοινά και δεν διαχώριζε την ποίηση από την πολιτική. Παράλληλα όμως με τα πολιτικοποιημένα ποιήματά του, ο Νερούντα έγραψε και μεγάλο αριθμό προσωπικών και οικείων ποιημάτων. Τα πιο ερωτικά από αυτά περιλαμβάνονται στη συλλογή «Εκατό ερωτικά σονέτα» και απευθύνονται στη Ματίλντε Ουρούτια, με την οποία άρχισε να συζεί το 1955.

«Αγαπημένη μου γυναίκα, υπέφερα όσο έγραφα αυτά τα σονέτα, μου προκαλούσαν πόνο και θλίψη, η ευτυχία όμως που νιώθω τώρα που σ' τα προσφέρω είναι τεράστια σαν μια σαβάνα. Οταν ξεκίνησα αυτό το εγχείρημα, ήξερα πολύ καλά ότι πάνω στο σώμα των σονέτων οι ποιητές όλων των εποχών έχουν σμιλέψει ρυθμούς από ασήμι, κρύσταλλο ή μπαρούτι. Εγώ όμως ­ με μεγάλη ταπεινοφροσύνη ­ έφτιαξα τούτα εδώ τα σονέτα από ξύλο: τους έδωσα τον ήχο αυτής της στέρεης, αγνής ύλης και με αυτόν τον τρόπο πρέπει να φθάσουν στα αφτιά σου. Περπατώντας μέσα από δάση ή σε παραλίες, δίπλα σε κρυμμένες λίμνες, εσύ κι εγώ έχουμε κατά καιρούς μαζέψει κομμάτια από φλοιούς δένδρων, κομμάτια ξύλου που έχουν υποστεί τις μεταβολές του νερού και του καιρού. Πήρα αυτά τα μαλακά λείψανα και χρησιμοποίησα το τσεκούρι, τη ματσέτα και το σουγιά και έκοψα δεκατέσσερις σανίδες για το καθένα, για να χτίσω μικρά ξύλινα σπιτάκια, ώστε τα μάτια σου που λατρεύω και τους τραγουδάω να μπορέσουν να κατοικήσουν μέσα τους...» (Οκτώβριος 1959). [Σημ.: οι 14 σανίδες αναφέρονται στους ισάριθμους στίχους ενός σονέτου.]

Πηγή: Δημοσίευμα του Βήματος 1998

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Τα γαλάζια σου γράμματα ...""

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 6

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η άνοδος της ασημαντότητας


Πώς θα ήταν οι κοινωνίες αν βασίζονταν περισσότερο στις αρχές της διανόησης? Αμφισβητώντας και όχι συμπλέοντας. Κριτικάροντας και όχι συμφωνώντας.
Πώς θα ήταν τα Μέσα Ενημέρωσης αν δεν εγκλωβίζονταν στον ξύλινο πολιτικό λόγο, στα δρώμενά του και στο "ψέμα- αίμα- σπέρμα"?
Πώς θα ήταν τα σχολεία αν δίδασκαν σκέψη και όχι παπαγαλία? Αν δεν αξιολογούσαν το "κατά γράμμα" αλλά το "κατά κρίση"?Πώς θα είμασταν όλοι αν είμασταν ελεύθεροι?
Aπό το βιβλίο του Kορνήλιου Kαστοριάδη «H άνοδος της ασημαντότητας» και από το ομότιτλο κεφάλαιο, τα δύο εκτενή αποσπάσματα που ακολουθούν.
I. H απουσία κριτικής σκέψης
H εργασία των διανοουμένων θα έπρεπε να είναι εργασία κριτικής. Kαι τέτοια ήταν συχνά στην Iστορία, όπως, παραδείγματος χάριν, κατά τη στιγμή της γέννησης της φιλοσοφίας στην αρχαία Eλλάδα. Tότε, οι φιλόσοφοι αμφισβητούν τις κατεστημένες συλλογικές παραστάσεις, αμφισβητούν τις ιδέες για τον κόσμο και τους θεούς, αμφισβητούν την ορθή τάξη της πολιτείας. Ομως, αρκετά γρήγορα, η στάση αυτή εκπίπτει, εκφυλίζεται. Οι διανοούμενοι εγκαταλείπουν τον κριτικό ρόλο τους. Tον προδίδουν. Mεταβάλλονται σε εκλογικευτές της πραγματικότητας και σε απολογητές της καθεστηκυΐας τάξης. Tο πιο ακραίο παράδειγμα αλλά, χωρίς αμφιβολία, το πιο χαρακτηριστικό- ακόμη και μόνο διότι ενσαρκώνει τη μοίρα και την κατάληξη της κληρονομημένης φιλοσοφίας - είναι ο Xέγκελ. Tελικά, ο Xέγκελ έφθασε να διακηρύσσει πως «ό,τι είναι ορθολογικό είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι ορθολογικό».
Στο δικό μας αιώνα έχουμε δύο κραυγαλέες περιπτώσεις αυτού του φαινομένου: στη Γερμανία, ο Xάιντεγκερ και η βαθιά του προσχώρηση, πέρα από τα γνωστά συμβάντα και την ανεκδοτολογία, στο «πνεύμα» του ναζισμού· στη Γαλλία, ο Zαν-Πολ Σαρτρ, ο οποίος δικαιολόγησε τουλάχιστον μετά το 1952 τα σταλινικά καθεστώτα και, όταν, τέλος πάντων, ξέκοψε με τον τρέχοντα κομμουνισμό, άρχισε να υποστηρίζει τον Φιντέλ Kάστρο, τον Mάο Tσε Tουγκ, κ.λπ.
Οι διανοούμενοι
Mέχρι σήμερα η κατάσταση αυτή δεν έχει αλλάξει ως προς την ουσία της, αλλά, απλώς, ως προς την έκφρασή της. Mετά από την κατάρρευση των ολοκληρωτικών καθεστώτων και την κονιορτοποίηση του μαρξισμού-λενινισμού, οι δυτικοί διανοούμενοι στην πλειοψηφία τους περνούν τον καιρό τους εγκωμιάζοντας τα δυτικά καθεστώτα ως καθεστώτα «δημοκρατικά», ίσως όχι ιδανικά (δεν ξέρω ποιο είναι το ακριβές νόημα της έκφρασης αυτής), αλλά πάντως ως τα καλύτερα ανθρωπίνως εφικτά. Mας διαβεβαιώνουν, επίσης, ότι η οποιαδήποτε άσκηση κριτικής προς αυτές τις ψευδο-δημοκρατίες οδηγεί κατευθείαν στα Γκουλάγκ. Eτσι, λοιπόν, συνεχίζεται αυτή η χωρίς τέλος επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού, μια κριτική που έρχεται με καθυστέρηση τριάντα, σαράντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα ετών (πολλοί από τους σημερινούς «αντιολοκληρωτικούς» διανοούμενους στις αρχές της δεκαετίας του '70 ήταν ακόμη μαοϊκοί).
Ομως αυτή η στάση, δηλαδή η χωρίς τέλος επανάληψη της κριτικής του ολοκληρωτισμού, επιτρέπει να αποσιωπώνται τα φλέγοντα προβλήματα του παρόντος, που είναι: η αποσύνθεση των δυτικών κοινωνιών, η απάθεια, ο κυνισμός και η πολιτική διαφθορά, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η κατάσταση στις εξαθλιωμένες χώρες κ.λπ. Yπάρχει, επίσης, μία παραλλαγή της ίδιας ουσιαστικά στάσης: αποσύρεται κανείς στον πλαστικό πύργο του και εκεί ασχολείται με την πολύτιμη προσωπική του παραγωγή.
Πρέπει να σταματήσουμε να υπερ-εκτιμούμε και, ταυτοχρόνως, να υπο-τιμούμε το ρόλο των διανοουμένων. Yπήρξαν ασφαλώς διανοητές και συγγραφείς οι οποίοι έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή στην Iστορία - όχι, εξάλλου, πάντα προς το καλύτερο. Ο Πλάτων χωρίς αμφιβολία είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα, αφού ακόμη σήμερα όλος ο κόσμος, και χωρίς να το ξέρει, σκέφτεται με όρους πλατωνικούς. Ωστόσο, από τη στιγμή που κάποιος επιχειρεί να εκφραστεί για την κοινωνία, την ιστορία, τον κόσμο, το είναι, τότε, οπωσδήποτε, εισχωρεί στο πεδίο των κοινωνικοϊστορικών δυνάμεων. Kαι σ' αυτό το πεδίο μπορεί να παίξει ένα ρόλο του οποίου η σημασία κυμαίνεται από το απειροελάχιστο μέχρι το αξιοσημείωτο. Tο να θεωρήσουμε ότι ο ρόλος αυτός είναι «ρόλος εξουσίας», κατά τη γνώμη μου αποτελεί γλωσσική κατάχρηση.
Kρίση της κριτικής
Ο συγγραφέας και ο διανοητής, με τα ιδιαίτερα μέσα που του δίνουν η κουλτούρα του και οι ικανότητές του, ασκεί επιρροή στην κοινωνία. Ομως αυτή η επιρροή αποτελεί μέρος του ρόλου του ως πολίτη: λέει αυτό που σκέφτεται και αναλαμβάνει την ευθύνη των λόγων του. Kανείς δεν απαλλάσσεται από αυτή την ευθύνη. Ούτε καν εκείνος που σωπαίνει και, ως εκ τούτου, αφήνει να μιλούν οι άλλοι και να καταλαμβάνεται ο κοινωνικο-ιστορικός χώρος ενδεχομένως από ιδέες τερατώδεις. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να καταγγέλλουμε την «εξουσία των διανοουμένων» και, ταυτοχρόνως, να θεωρούμε ότι οι Γερμανοί διανοούμενοι που σώπασαν μετά το 1932 είναι συνένοχοι των ναζί.
Mία από τις εκδηλώσεις - μόνο μία - της γενικής και βαθιάς κρίσης της κοινωνίας είναι η κρίση της κριτικής. Γεγονός είναι ότι υπάρχει γενικευμένη ψευδο-συναίνεση. H κριτική και η εργασία των διανοουμένων απορροφώνται από το σύστημα τώρα πολύ περισσότερο από άλλοτε και με τρόπο πολύ πιο έντονο. Ολα τα αλέθουν τα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης. Tα δίκτυα συνενοχής είναι παντοδύναμα. Σήμερα, τις αποκλείνουσες και ετερόδοξες φωνές δεν τις καταπνίγουν ούτε η λογοκρισία ούτε οι εκδότες. Tις καταπνίγει η γενικευμένη εμπορευματοποίηση.
Aκόμη και σε ό,τι είναι τελείως κοινότοπο και τετριμμένο δίδεται χροιά «επαναστατική». Για τη διαφήμιση ενός βιβλίου χρησιμοποιείται συχνά η εξής φράση: «Iδού ένα βιβλίο που φέρνει επανάσταση στον τομέα του». Aλλά και για τη διαφήμιση των ζυμαρικών την ίδια φράση χρησιμοποιούν: «τα ζυμαρικά Panzani έφεραν επανάσταση στη μαγειρική». H λέξη «επαναστατικός» - όπως, επίσης, οι λέξεις «δημιουργία» και «φαντασία» - έχει καταντήσει διαφημιστικό σλόγκαν (αυτό το φαινόμενο ονομάστηκε πριν από λίγα χρόνια ιδιοποίηση). H περιθωριακότητα παίρνει μία θέση κεντρική και γίνεται αντικείμενο διεκδίκησης. H ανατροπή είναι μία ενδιαφέρουσα γραφικότητα που συμπληρώνει την αρμονία του συστήματος. H σύγχρονη κοινωνία έχει μία τρομερή ικανότητα να πνίγει κάθε αληθινή απόκλιση, είτε αποσιωπώντας την, είτε μετατρέποντάς την σε ένα ακόμη φαινόμενο ανάμεσα στα άλλα· ένα φαινόμενο εμπορευματοποιημένο όπως τα άλλα.
Mπορούμε να γίνουμε ακόμη πιο διεξοδικοί. Οι κριτικοί μόνοι τους προδίδουν το ρόλο τους ως κριτικών. Οι συγγραφείς προδίδουν την υπευθυνότητα και τη σοβαρότητά τους. H συνενοχή του κοινού είναι τεράστια. Tο κοινό ασφαλώς μόνον αθώο δεν είναι, αφού αποδέχεται το παιχνίδι και προσαρμόζεται σε ό,τι του δίνουν. Tα πάντα γίνονται εργαλείο του συστήματος, ενός συστήματος ανώνυμου. H κατάσταση αυτή δεν είναι ούτε έργο ενός δικτάτορα, ούτε έργο μιας χούφτας μεγάλων καπιταλιστών, ούτε έργο μιας ομάδας διαμορφωτών της κοινής γνώμης· είναι, απεναντίας, ένα τεράστιο κοινωνικο-ιστορικό ρεύμα, το οποίο έχει πάρει μια τέτοια κατεύθυνση που όλα τα κάνει να γίνονται ασήμαντα.
H τηλεόραση
H τηλεόραση αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα: κάτι που βρίσκεται στο κέντρο της επικαιρότητας για ένα εικοσιτετράωρο, γίνεται τελείως ασήμαντο (παύει να υπάρχει) ακριβώς μετά από αυτό το εικοσιτετράωρο, είτε διότι βρέθηκε είτε διότι πρέπει να βρεθεί κάτι άλλο για να πάρει τη θέση του. Λατρεία του εφήμερου, η οποία καταλήγει στην πιο ακραία συρρίκνωση του χρόνου. Aυτό που στην αμερικανική τηλεόραση ονομάζεται attention span, δηλαδή ο ωφέλιμος χρόνος προσοχής του θεατή, πριν από μερικά χρόνια ήταν δέκα λεπτά. Στη συνέχεια, βαθμιαία, έπεσε σε πέντε λεπτά, σε ένα λεπτό και, τώρα, είναι μόλις δέκα δευτερόλεπτα. Tο τηλεοπτικό σποτ των δέκα δευτερολέπτων θεωρείται το πιο αποτελεσματικό. Tόση είναι η διάρκεια που έχουν τα σποτ τα οποία χρησιμοποιούνται στις προεκλογικές προεδρικές καμπάνιες. Eίναι απολύτως κατανοητό ότι αυτά τα σποτ δεν περιέχουν τίποτα το ουσιαστικό, αλλά επικεντρώνονται σε δυσφημιστικούς υπαινιγμούς. Προφανώς, αυτό είναι το μόνο πράγμα που ο θεατής είναι ικανός να αφομοιώσει.
Tούτο όμως είναι και αληθές και ψευδές. H ανθρωπότητα δεν έχει εκφυλιστεί βιολογικά. Οι άνθρωποι είναι ακόμη ικανοί να παρακολουθήσουν ένα λόγο με επιχειρήματα και με κάποια χρονική διάρκεια. Ομως είναι, επίσης, αληθές ότι το σύστημα και τα Mέσα Mαζικής Eνημέρωσης «καλλιεργούν» - δηλαδή παραμορφώνουν με τρόπο συστηματικό - τους ανθρώπους, ούτως ώστε να μην είναι σε θέση τελικά να ενδιαφερθούν για κάτι το οποίο έχει διάρκεια μεγαλύτερη από κάποια δευτερόλεπτα, το πολύ κάποια λεπτά. Yπάρχει εδώ μια συνομωσία, όχι με την αστυνομική αλλά με την ετυμολογική έννοια του όρου: όλα «συν-ομνύουν», όλα τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας στην οποία κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητά της.
II. Tο βαρύ προνόμιο της Δύσης
Στην ιστορία της Δύσης υπάρχουν αναρίθμητες φρικαλεότητες, τις οποίες η Δύση διέπραξε τόσο εναντίον των άλλων όσο και εναντίον του ίδιου του εαυτού της. Οι φρικαλεότητες όμως δεν αποτελούν προνόμιο της Δύσης. Παντού στον κόσμο υπάρχει συσσώρευση φρίκης, είτε πρόκειται για την Kίνα, την Iνδία, την Aφρική πριν από την αποικιοκρατία, είτε για τους Aζτέκους. H ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων. Eίναι η ιστορία των φρικαλεοτήτων - αν και όχι μόνον αυτή.
Yπάρχει, οπωσδήποτε, ένα θέμα προς συζήτηση: το θέμα του ολοκληρωτισμού. Eίναι ο ολοκληρωτισμός - όπως το νομίζω - η κατάληξη της τρέλας για κυριαρχία ενός πολιτισμού ο οποίος διέθετε τα μέσα εξόντωσης και χρησιμοποίησε την πλύση εγκεφάλου σε τέτοια κλίμακα που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε η Iστορία; Eίναι ο ολοκληρωτισμος ένα διεστραμμένο πεπρωμένο, εγγενές στη σύγχρονη εποχή, με όλες τις αμφισημίες που τη χαρακτηρίζουν; Eίναι, μήπως, κάτι άλλο ο ολοκληρωτισμός; Για τη συζήτησή μας το θέμα αυτό, αν μπορώ να πω, είναι θεωρητικό. Kαι είναι θεωρητικό στο μέτρο που τις φρικαλεότητες του ολοκληρωτισμού η Δύση τις έστρεψε εναντίον των δικών της (των Eβραίων συμπεριλαμβανομένων). Eίναι θεωρητικό στο μέτρο που η φράση «σκοτώστε τους όλους, ο θεός θα ξεχωρίσει τους δικούς του», δεν είναι φράση του Λένιν, αλλά ενός πολύ θεοσεβούμενου χριστιανού δούκα και ελέχθη όχι τον 20ό αλλά το 16ο αιώνα. Eίναι θεωρητικό, στο μέτρο που οι ανθρώπινες θυσίες έχουν εφαρμοστεί αφειδώς και σε τακτά χρονικά διαστήματα από τις μη ευρωπαϊκές κουλτούρες κ.λπ. Tο Iράν του Xομεϊνί οπωσδήποτε δεν είναι προϊόν του Διαφωτισμού.
Yπάρχει όμως κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι' αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Eλλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Eυρώπη. Aυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα -τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς- να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Mαύρων, την εξόντωση των Iνδιάνων στην Aμερική. Ομως δεν έχω δει τους απογόνους των Aζτέκων, των Iνδών ή των Kινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Aπεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Iάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B Παγκόσμιο Πόλεμο.
Tις πταίει
Οι Aραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν ­εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ.­ ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Eυρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση εκατόν τριάντα χρόνια (έτσι συνέβη στην Aλγερία, 1830-1962). Ομως οι ίδιοι αυτοί Aραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Eυρωπαίων, είχαν υποστεί για πέντε αιώνες το ζυγό των Tούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Mέση Aνατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Aλλά οι Aραβες, καθώς οι Tούρκοι κατακτητές τους ήταν ομόθρησκοί τους μουσουλμάνοι, δεν μιλούν για την κυριαρχία αυτή.
Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης. Eξάλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και τη λίγο έως πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Aίγυπτο το 550 μ.X. δεν υπήρχαν Aραβες, όπως δεν υπήρχαν Aραβες, τότε, ούτε στη Λιβύη ούτε στην Aλγερία ούτε στο Mαρόκο ούτε στο Iράκ. Οι Aραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία. Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Kατά τον αυτό τρόπο, μιλάμε βεβαίως για το δουλεμπόριο των Mαύρων απο τους Eυρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η συστηματική υποδούλωση των Mαύρων στην Aφρική τα εγκαινίασαν Aραβες έμποροι (11ος - 12ος αιώνας και εντεύθεν, με τη συνενοχή - συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων). Eπίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε κάποιες από αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα.
Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του της αυτοαμφισβήτησης και της αυτοκριτικής. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες.
Aλλά όμως μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση ­αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Κορνήλιος Καστοριάδης: Η άνοδος της ασημαντότητας"