Ο Μάνος Ελευθερίου, η Τζόντι Φόστερ & το Ηράκλειο

"Δέν είναι κόσμος εδώ και μήτε τόπος για να ζήσουμε.
Χρυσάφι ντροπής στοιβάζουν οι άνθρωποι.
Ευεργετούν τον πλούτο και ελεούν το ασήμαντο."
Μάνος Ελευθερίου
Τον ακούω στο δεύτερο πρόγραμμα. Προικισμένοι άνθρωποι όσοι ευλογήθηκαν με φωνή ταξιδεύτρα. Ο Μάνος Ελευθερίου μιλάει και σ' οδηγεί στους τόπους και στις αναμνήσεις του. Θυμάται τα μικράτα του στην Ερμούπολη της Σύρου.
"Λέου, λέου, λέου, λέου, τενεκές του πετρελαίου" ο στίχος από το ρεμπέτικο του 19ου αιώνα συντροφεύει τις θύμησες των εποχών, που η λάμπα του πετρελαίου φώτιζε τις νύχτες του.
Συνειρμός ψύχραιμος, που ανθίσταται στην υστερία των ημερών με τις διακοπές του ρεύματος.
Ξεδιπλώνει με γλαφυρές αφηγήσεις τις εικόνες μίας εποχής που κατεδαφίσαμε για να φτιάξουμε
την σύγχρονη Ελλάδα. Στιγμές ανθρώπων που σκύβουν στη λάμπα και δυναμώνουν το φυτίλι για να ανάψουν τσιγάρο.
Κι ο Μάνος Ελευθερίου γίνεται πιο γαλαντόμος και πιο γενναιόδωρος, καθώς οι συνεργάτες του
τον καθηλώνουν επί τρίωρο στο στούντιο για να του κάνουν "ραδιοφωνικώς" τα γενέθλιά του.
Kα κάθε του κουβέντα σου θυμίζει πόσο όμορφα παλιώνει το σπάνιο κρασί και
γίνεται όλο και πολυτιμότερο.
|
Oι στίχοι του κι οι φίλοι του ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες ενός κόσμου που τακτοποιεί τα συμβαίνοντα στα δελτία των ειδήσεων εκεί που τους αρμόζει. Υποθέτω δηλαδή, πουθενά. Σε αντίθεση με τον μοναχικό ήρωα του τελευταίου του βιβλίου (Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των 8) που επιμένει να καθηλώνεται στο χαζοκούτι του ακόμη κι όταν σκέψεις κι εικόνες τον κατακλύζουν. Το απόσπασμα χαρακτηριστικό: «(...) Tότε είδα κι εγώ το τίποτα. Εκεί που έβλεπε και η ίδια ή που εγώ νόμιζα ότι έβλεπε όλα εκείνα τα χρόνια που δεν τη γνώριζα. Και είδα ξαφνικά μέσα στα μάτια της αυτά τα πάμφωτα αρχαία ερείπια της ρημαγμένης ζωής πολλών ανθρώπων. Συναντήσεις πολλές και αποχαιρετισμούς. Τρένα και πλοία και λεωφορεία σαράβαλα και σκισμένες βαλίτσες δεμένες με σκοινιά. Την είδα που είχε κάπως απογειωθεί, δεν πατούσε στο χώμα, πατούσε σ' ένα μικρό γαλάζιο συννεφάκι, κάτω από τα παπούτσια της κυκλοφορούσαν με άνεση όλες οι γάτες της οικουμένης διαρκώς νιαουρίζοντας και πεινασμένες. Τι ρόλος ήταν αυτός που έπαιζε; Τίνος συγγραφέα; Τη χαιρέτησα ευγενικά και έφυγα. Η περιέργειά μου με είχε εκδικηθεί. Η σπάνια προαίσθησή μου ν' αποφεύγω τους κινδύνους είχε πάει περίπατο. Χωρίς να το σκεφτώ, είχα βγάλει ο ίδιος τα μάτια μου. Σύρθηκα μέχρι τη δουλειά μου εξαντλημένος και λυπημένος. Κι όταν αργότερα έφτασα στο σπίτι μου, δεν είχα όρεξη για τίποτα. Άνοιξα μόνο την μπαλκονόπορτα για να ‘ρχεται πιο εύκολα μες στο δωμάτιο η μελαγχολία της Αθήνας κι όλης της πατρίδας και κάθισα μπροστά στην τηλεόραση για ν' ακούσω τις ειδήσεις (...)».
|
Η "ασκεψία" δεν είναι καν δόκιμος όρος. Είναι όμως σίγουρα υπάρχουσα κατάσταση. Είναι αυτό ακριβώς που κάνουμε βουλιάζοντας στον καναπέ για να χαλαρώσουμε -υποτίθεται- με τις εμμονές των .. καλών ανθρώπων που φτιάχνουν τα τηλεσκουπίδια μας. Την διακρίνεις πλέον εύκολα παντού, σαν να είναι μεταδοτική νόσος. Στους ελληναράδες που καμαρώνουν τους μασκέ Μακεδόνες των συλλαλητηρίων του Άδωνη, στους κυβερνοψηφοφόρους που πασχίζουν να αναμασήσουν τις πολιτικολογίες των αρχηγών τους για τα σκάνδαλα και τη διαφθορά, στις συντροφιές που συζητούν το σουξεδάκι της Καλομοίρας, ακόμη και στους "επιχειρούντες" που μηνύουν (για πρώτη φορά) συνδικαλιστές της ΔΕΗ, ενώ χρόνια στωϊκά αποδέχονται ότι οι διοίκησεις του μονοπωλιακού αγαθού δεν αποζημιώνουν ντεφάκτο.
Στο έντυπο που εκδόθηκε, για να διαδώσει την προσπάθεια, υπάρχει ένας καλοδιαλεγμένος στίχος –χαρακτηριστικός της επίγευσης που αφήνει στον θεατή η επίσκεψη στον χώρο:
Μ’ αυτό το άλλο «συμπέρασμα» σχηματισμένο μέσα μου,
δεν χρειάστηκε, όταν νύχτωσε, ν’ ανάψω το φως…
Θα μπορούσε σκέφτομαι, να το 'χει γράψει ο Μάνος Ελευθερίου ή να το 'χει "ερμηνεύσει" η Τζόντι Φόστερ. Ωστόσο, δεν είναι παρά ο τρόπος που συναντιούνται οι εμπνεύσεις των ... ακόμη σκεπτόμενων.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Ο Μάνος Ελευθερίου, η Τζόντι Φόστερ & το Ηράκλειο"
Παρασκευή, Ιανουαρίου 12
Διάλειμμα για .. διαφημίσεις!
ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ
ΤΟΥ 2006
KΑΙ
TΙΣ ΑΠΟΛΑΥΣΑ
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Διάλειμμα για .. διαφημίσεις!"
Πέμπτη, Ιανουαρίου 11
"Η δε Αλκυών κύει επί τροπάς χειμερινάς"

Και στη στροφή ίσα που πρόλαβα να τον δω. Ένας γέρος κοτσονάτος, με κρητικό κεφαλομάντηλο, βράκα σε χρώμα χακί και στιβάνια. Βγαλμένος λες από κείνες τις φολκλορικές φωτογραφίες, που κάποτε διαφήμιζαν την κρητική παράδοση. Στεκόταν αγέρωχα καταμεσής του δρόμου και μόλις πήρα τη στροφή σήκωσε την μαγκούρα του για να σταματήσει το αυτοκίνητο. Πάτησα ξαφνιασμένη το φρένο κι άρχισα τα .. γαλλικά, αλλά κοιτώντας τον να χαμογελά, ντράπηκα να του τα επαναλάβω κατάμουτρα. Ήρθε κοντά.
- Κοπελιά, πάω στην πόλη. Θα με πάρεις?Οι άμυνές μου επιστράτευσαν όσα απαγορευτικά μου έλεγαν χρόνια. Όχι καραμέλες από ξένους, και παππούς να 'ναι μην τον εμπιστεύεσαι και κυρίως ... ποτέ δεν σταματάμε σε ωτοστόπ. Καλά, αυτό είναι μεταγενέστερο αλλά ισχύει. Άνοιξα το στόμα, αλλά απάντηση δεν πρόλαβα να του δώσω. Έκανε ήδη τελετουργικά τον κύκλο του αυτοκινήτου, κραδαίνοντας την μαγκούρα και με μία σβελτάδα που με αιφνιδίασε θρονιάστηκε στο κάθισμα του συνοδηγού.
Τον κρυφοκοίταξα πλάγια και .. ντράπηκα με τις σκέψεις μου. Πρόσωπο σκαμμένο, ηλικία ακαθόριστη στα τρίτα ήντα της, χέρια ταλαιπωρημένα και μία διάχυτη μυρωδιά μοσχοσάπουνου, που είχα ξεχάσει από χρόνια. Ξεκίνησα και του χαμογέλασα αμήχανα.
- Γαμηλιώνας, μου είπε χαμογελώντας.
Δεν το καλάκουσα αυτό. Ήμουν έτοιμη να συνοφρυωθώ αλλά πρόλαβε και συνέχισε:
- Έντεκα του Γενάρη, κοπελιά μου. Γι' αυτό ανέβηκα στο λόφο. Πήγα στη μάντρα να δω να ξεκινούν και φέτος τα μερομήνια. Κατές ήντα 'ναι τα μερομήνια? Αχ εσείς οι νέοι .. πράμα δεν λογαριάζετε πια.Είχα ανοίξει το στόμα να πω ότι ... κατέχω αλλά το ξανάκλεισα. Δεν είχε κι άδικο. Ποιός νοιάζεται πια για τα "μερομήνια". Ξαφνικά μου 'ρθε στο μυαλό η εικόνα των χθεσινών διαδηλώσεων, η υπόθεση με τους νέους φόρους και τους πληστειριασμούς κι όλη η χιονοστοιβάδα της επικαιρότητας. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Στο δελτίο ειδήσεων η Διεθνής Αμνηστία ωρυόταν για το Γκουαντάναμο.
- Πφ .. αέρες, σχολίασε περιφρονητικά ο παππούς. Ετσά φυλακές στήσατε πια παντού. Ποιός θωρρεί τον ήλιο σήμερα? Κάποτε σηκώναμε τα μάτια στον ουρανό κι αν έλαμπε ο ήλιος, λάμπαμε κι εμείς. Και εδά ... μια φυλακή είναι όλα.Φιλόσοφος μου βγήκε ο παππούς, σκεφτόμουν, κι είναι και πρωί πρωί και δεν πρόλαβα να πιω και καφέ. Έφτανα πια στην παραλιακή όταν γύρισε απότομα το βλέμμα του προς το μέρος μου κι άρχισε να κοιτάζει.
- Για ε τη θάλασσα, κοπελιά. Η Αλκυόνη ψάχνει σήμερα να γεννήσει. Όλος ο Γενάρης θα 'ναι γελαστός μήνας.
Τον μισοκοίταξα ξαφνιασμένη από την ατάκα. Άντε να πω κι εγώ μία κουβέντα, επιτέλους σε μία ένδειξη καλής θέλησης.- Και γιατί θα 'ναι γελαστός ο Γενάρης?
- Άκου να μαθαίνεις. 78 χρόνια κοιτώ τα μερομήνια. Ο παπούς μου ο συχωρεμένος μου 'λεγε "Γιωργάκη, από τις 11 του Γαμηλιώνος θα ξανοίγεις τον καιρό. Κάθε μέρα, ένας μήνας. Στις 13 συνήθως βρέχει. Και μία σταγόνα να κάμει, γδάρτης θα 'ναι ο Μάρτιος. Ανέ βρέξει και στις 18, ο Αύγουστος θα 'χει πολλά μελτέμια. Ανέ στεγνώσει ο καιρός στις 20, το καλοκαίρι θα τραβά ίσαμε τον Οκτώβρη".
Για ε τη θάλασσα ήρεμη απού 'ναι σήμερα. Καλό Γενάρη θα περάσουμε.
Τα 'χω ξανακούσει αυτά τα εμπειρικά δελτία της υπαίθρου, σκεφτόμουν δύσπιστα, αλλά να 'ναι καλά η ΕΜΥ που τα βγάζει πιο τεκμηριωμένα κι ας κάνει κι αυτή τα λάθη της. Μετά το φανάρι ήθελε να τον αφήσω. Σταμάτησα το αυτοκίνητο δεξιά και μου 'πε απροσδόκητα:
- Έπαε είναι το σπίτι μου. Να 'ρθεις όποτε θες να πιείς καφέ. Ο τάδε (η ατάκα είναι αυθεντική όπως και όλο το περιστατικό κι έτσι τα στοιχεία δεν θα γραφτούν εδώ γιατί πρόκειται πράγματι για πρόσωπο της πανελλαδικής επικαιρότητας) είναι γιος μου. Έτσα δύσπιστος είναι κι αυτός σαν κι εσένα. Λέω του να θωρρεί τον ήλιο και τη θάλασσα κι αυτός γελά. Να πας να βρεις τον μύθο της Αλκυόνης. Οι παλιοί ξέρανε πιότερα κι ας γελάτε. Και να κοιτάς προσεκτικά τα μερομήνια. Άντε, ώρα σου καλή.
Έμεινα να τον κοιτάζω ... κάγκελο. Πηγαίνοντας στο γραφείο ξεχάστηκα με τις δουλειές, αλλά μόλις λάσκαρε λίγο το πρόγραμμα θυμήθηκα την Αλκυόνη. Ιδού λοιπόν ο μύθος. (έτσι να μη λες, μπάρμπα Γιώργη, πως δεν σου 'κανα το χατήρι).
----------------------------------------------------------------Η Αλκυόνη, το σημερινό κακάσχημο ψαροπούλι με τα παράξενα φτερά σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ήταν κάποτε μια χαρούμενη και ευτυχισμένη γυναίκα, κόρη του Θεού των ανέμων, του Αιόλου -που ζούσε στ' ακρογιάλια με τον άντρα της, τον Κήυκα και αλληλοαποκαλούνταν Ζευς και Ήρα. Για την ασέβειά τους όμως αυτή προς τον Δία, οργίστηκε τόσο πολύ ο πρώτος των Θεών και μεταμόρφωσε τον Κήυκα σε όρνιο.
Μία δεύτερη εκδοχή θέλει την τιμωρία του αλλιώτικη. Ένα πρωινό που η Αλκυόνη είχε δει άσχημο όνειρο τον παρακαλούσε να μην βγει στα ανοιχτά του πελάγους. Αλλά ο Κήυκας γέλασε με τα καμώματα της γυναίκας του και παράκουσε. Και έτσι ο πανούργος Δίας τσάκισε ανενόχλητος το πλοίο του.
Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχε από δω και από κει στις ερημιές, στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της. Οπόταν, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να μπορεί να ψάχνει και στις θάλασσες, μήπως εκεί βρει κάποτε το χαμένο της σύζυγο. Σαν να μην ήταν ικανή τιμωρία και μόνο η απώλεια του Κύηκα, η Αλκυόνη είχε κι άλλες δυσκολίες: Ο Δίας την καταράστηκε να γεννάει τ' αυγά της μέσα στη βαρυχειμωνιά.
Δύσκολη και περιπετειώδης η αναπαραγωγή της, καθώς τα μανιασμένα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, της άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά.
Οι Θεοί που παρακολουθούσαν από τον Όλυμπο την ταλαιπωρία της, κάποτε την σπλαχνίστηκαν και τότε διέταξαν τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν και να γίνει καλοκαιρία για δύο εβδομάδες: για όσες ημέρες, δηλαδή, η Αλκυόνη κλωσσά τα αυγά της.
Μια τέτοια ωραία ερμηνεία δόθηκε από τον πανάρχαιο ελληνικό μύθο για την καλοκαιρινή παρεμβολή μέσα στην καρδιά του χειμώνα, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με τη σημερινή επιστημονική εξήγηση του φαινομένου αυτού. Ο μύθος μιλάει για την συζυγική αγάπη, ενώ η μετεωρολογική υπηρεσία μιλάει για ... εξίσωση των βαρομετρικών πιέσεων μεταξύ της νοτίου και της βορείου Ευρώπης.
Το φαινόμενο της καλοκαιρίας μέσα στη βαρυχειμωνιά του Ιανουαρίου απασχόλησε πολύ τους αρχαίους, που έδιναν διάφορες μυθολογικές εξηγήσεις. Ο Αιλιανός λ.χ. έγραψε ότι "κυούσης δε Αλκυόνος, ίσταται τα πελάγη, ειρήνην δε και φιλίαν άγουσεν άνεμον". Ο δε Αριστοτέλης λέγει: "Η δε Αλκυών κύει επί τροπάς χειμερινάς, διό και καλούνται όταν ευδιειναί γένονται αι τροπαί, αλκυόνοιοι ημέραι". Ο Λουκιανός πάλι έγραφε πως: "Αίθρια μεν τα άνωθεν, ακύμαντος δε και γαλήνιον άπαν το πέλαγος, όμοιν, ως ειπείν κατόπτρω".
Ωστόσο, όμως οι Αλκυονίδες ημέρες δεν έρχονται πάντα. Υπάρχουν χρόνια, που το γλυκό αυτό καλοκαιρινό διάλειμμα στην καρδιά του χειμώνα, δεν παρατηρείται καθόλου. Η Αλκυόνη τότε γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά και τα κύματα αρπάζουν τα αυγά ή τα πουλιά της. Το ψαροπούλι θρηνεί πάλι, καθώς πετιέται μέσα από τα βράχια και περιμένει τον Μάρτη για να φύγει από τον τόπο μας. Κι όταν η Αλκυόνη θρηνεί τα παιδιά της ο μύθος θέλει τον Χειμώνα να συμπάσχει μαζί της και να "κλαίει" γοερά, παγώνοντας με τα λευκά του δάκρυα (τότε χιονίζει) τους τόπους μας.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το ""Η δε Αλκυών κύει επί τροπάς χειμερινάς""
Παρασκευή, Ιανουαρίου 5
Απολογί - ζοντας το ... τηλεοπτικό 2006
Τι άλλο?
Και τι άλλο?
Άλλο?
Και στο τέλος του ισοζυγίου?
ΟΚ. Υπόσχομαι ότι αύριο θα .. σοβαρευτώ
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Απολογί - ζοντας το ... τηλεοπτικό 2006"
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28
"Pull over the ... γαϊδάρ or i 'm gonna shoot"
Την πιο παράξενη κουβέντα την ανοίξαμε χθες σε μία γιορτή. Μία ντουζίνα "βολεμένοι" άνθρωποι με τα καλοπροβαρισμένα τους χαμόγελα και το ποτήρι ενός παλιού κρασιού στο χέρι. Ανικανοποίητοι όλοι από τις άκρατα "καταναλωτικές" μας γιορτές βαλθήκαμε να φυλλογυρνάμε το παρελθόν για να θυμηθούμε τα πιο ζεστά μας Χριστούγεννα. Βρέθηκα να ακούω όμορφες ιστορίες και να θυμάμαι ξεχασμένες λέξεις με απλά νοήματα.
Χριστούγεννα στο στρατό, στο φοιτητιλίκι, στον έρωτα ...
1982. Έφτανες στην είσοδο του χωριού και σε πλημμύριζε η μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονταν στα τζάκια. Όχι μυρωδιά της χλιδής, αλλά της ανάγκης. Δεκαπέντε σπίτια όλα κι όλα, σκαρφαλωμένα στην άκρη του .. πουθενά. Η πλατεία γεμάτη αυτοκίνητα και τα δύο σοκάκια του χωριού, μελετημένα ίσα να περνάει η "σκαφτικιά" στην τσίτα και ο γάιδαρος .. αεράτα. Βγαλμένος από ένα τέτοιο σκηνικό μάλλον ο μπάτσος της Νόβα με το "pull over the γαϊδάρ" τώρα που το σκέφτομαι.
Στα μάτια μου όλα έμοιαζαν αλλόκοτα: πρώτη φορά Χριστούγεννα στο χωριό. Χαθήκαμε σε κάτι άγνωστες αγκαλιές που μας υποδέχτηκαν καλοσυνάτα. Και μετά, βάλαμε πλώρη για το πανηγύρι του πάνω μαχαλά. "Πάμε στα Χοιροσφάγια" είπε μία θεία από εκείνες που δεν είχα ξαναδεί ως τότε κι ανάθεμα και κατάλαβα τι εννοούσε.
Οι άνθρωποι των χωριών είναι λιγότερο "ευαίσθητοι" από μας τους πρωτευουσιάνους με τα ζώα. Ίσως γιατί εμείς τα βρίσκουμε να κοίτωνται άψυχα στα κρεοπωλεία ενώ εκείνοι οφείλουν να κάνουν όλη τη "βρωμοδουλειά" για να τα απολαύσουν στο πιάτο τους.
Παρακολούθησα τη σφαγή του χοίρου με μάτια τεράστια από έκπληξη και μία αίσθηση συμπόνοιας για το άτυχο ζώο. Βαρβαρότητες, σκεφτόμουν τότε. Σήμερα που η κυριολεξία της έννοιας συναντάται συχνά υπό άλλη μορφή στις ζωές όλων μας, αναθεωρώ και το λέω "έθιμο" από κείνα που τείνουν να εκλείψουν πια.
Πέντε γεροδεμένοι άντρες εξοπλισμένοι με βαριοπούλες, μαχαίρια κι ένα περίστροφο και στη μέση ένας δεμένος χοίρος, που κανένα τηλεφώνημα δεν θα τον έσωζε όπως τις γαλοπούλες της διαφήμισης. Την συνέχεια δεν πρόλαβα να τη δω. Άκουσα μόνο τον πυροβολισμό και τις σπαραξικάρδιες κραυγές του ενώ βοηθούσα ήδη τις γυναίκες να ετοιμάσουν τα μελομακάρονα. Θυμάμαι όμως πως κοντοστάθηκαν όλες για μία στιγμή κι έπειτα άρχισαν να μοιράζουν τα "καθήκοντα". Ποιά θα αναλάβει τις ομαθιές, ποιά τα σύγλινα, ποιά το απάκι και ποιά τα λουκάνικα.
Τις επόμενες μέρες ο τόπος γέμιζε μυρωδιές κι αρώματα από τα καλούδια του χοίρου, που θυσιάστηκε για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας κι εγώ μπαινόβγαινα στις κουζίνες και παρακολουθούσα έκπληκτη πόσες νέες ... γεύσεις (και λέξεις) τρύπωναν στο λεξιλόγιό μου.
Οι "βάρβαροι" της υπαίθρου έχουν έναν αλλιώτικο τρόπο να εννοούν τις γιορτές ...
Κι έναν αλλιώτικο να τις ... γλεντοκοπούν. Ακόμη και για το θάνατο έχουν μία αλλιώτικη άποψη (όπως λέει ο Ζωϊδάκης). Ίσως γι' αυτό οι κρητικές μαντινάδες τον μπλέκουν συχνά με τον έρωτα.
----------------------------------------------------------------------------------
«... Δυο φορές το χρόνο, τη Λαμπρή και τα Χριστούγεννα, κινούσε από το μακρινό χωριό ο παππούς μου κι ερχόταν στο Μεγάλο Kάστρο να δει τ' αγγόνια του και την κόρη.
Γέρος κοτσονάτος, με άκουρα άσπρα μαλλιά, με γαλάζια γελούμενα μάτια, με βαριές χερούκλες όλο ρόζους• άπλωνε να με χαϊδέψει και το δέρμα μου ξεγδερνόταν.
Kρατούσε, τυλιγμένο σε λεμονόφυλλα, το ίδιο πάντα πεσκέσι: ένα γουρουνόπουλο ψητό στο φούρνο• γελούσε, το ξεσκέπαζε και μοσχομύριζε το σπίτι».
Από την «Αναφορά στο Γκρέκο» του Νίκου Kαζαντζάκη
Λαογραφικές σημειώσεις
Την παραμονή των Χριστουγέννων στα χωριά της Κρήτης εσφάζανε τσι χοίρους (αρχαία χοιροσφάγια), αναθρεμμένους από τον κάθε νοικοκύρη κυρίως με βελάνια (βελανίδια) και χουμά (τον ορρό του γάλακτος που μένει από την τυροκόμηση, μέσα στο οποίο όμως ρίχνανε και λάδια που έμεναν στα τσικάλια κι έτσι ο χουμάς γινόταν ζουμί –ένα ιδιαίτερα θρεπτικό μίγμα για πόση). Από το χοιρινό κρέας παρασκευάζονταν οματές (ή στην ανατολική Κρήτη, ομαθιές), τσιλαδιά (με τη χοιροκεφαλή, η λεγόμενη πηχτή), απάκια (λουρίδες ψαχνού κρέατος καπνισμένες στο τζάκι, συχνά με φασκομηλιές και άλλα μυρωδικά βότανα), λουκάνικα, σύγλινα (κομμάτια κρέας μισοβρασμένα και αποθηκευμένα σε κουρούπι (κιούπι) μαζί με τη γλίνα (το λίπος) που τα βοηθούσε να διατηρηθούν πολλούς μήνες –μετά γίνονταν σφουγγάτο (ομελέτα) ή μαγειρεύονταν με πατάτες κ.λ.π.
Το χοιρινό ήταν εξαιρετικά σημαντικό, ιδίως γιατί μπορούσε να αποθηκευτεί εφοδιάζοντας την οικογένεια με κρέας για πολύν καιρό. Επίσης «έκανε δυο φαητά», αφού έβγαζε πολύ λάδι (από το λίπος που έλιωνε κατά το μαγείρεμα) με το οποίο μαγείρευαν έπειτα χόρτα ή πατάτες κάνοντάς τα νοστιμότερα.
Υπ’ όψιν ότι ο χοίρος είναι θεριό, άγριο, δυνατό και επικίνδυνο, και, συνεπώς, ήταν πολύ δύσκολο να σφαγεί, κυρίως αν ήταν μεγάλος –και έπρεπε να είναι αρκετά μεγάλος, για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω. Το σφάξιμό του ήταν δουλειά πολλών αντρών μαζί, που τον κρατούσαν και ένας, έμπειρος, του κάθιζε τη "μαχαιρέ" σε συγκεκριμένο σημείο στο λαιμό, για να πεθάνει ακαριαία –αλλιώς μπορεί και να έφευγε με το μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό του και αλίμονο σε όποιον του αντιστεκόταν!
Οι κραυγές του χοίρου που σφάζεται είναι κάτι φρικιαστικό. Ο οπλαρχηγός του 1866 Ιωάννης Αναγνώστης Κατσαντώνης από το χωριό Άνω Μέρος της επαρχίας Αμαρίου, γέρος πια (αρχές του εικοστού αιώνα), έφευγε από το χωριό όταν έσφαζαν τους χοίρους, γιατί οι σκληρές τωνε (οι κραυγές τους) του θύμιζαν, όπως έλεγε, τα ουρλιαχτά των χριστιανών όταν τους έσφαζαν οι Τούρκοι.
Σύμφωνα με δοξασία καταγεγραμμένη στο χωριό Αποδούλου του νομού Ρεθύμνης, την παραμονή της σφαγής του ο χοίρος θωρεί μέσα στο χουμά ντου ένα μαχαίρι (βλέπει ένα μαχαίρι μέσα στο ζουμί που θα πιεί) και καταλαβαίνει ότι πλησιάζει το τέλος του. Έτσι, περνάει την τελευταία νύχτα του λυπημένος και περιμένοντας το θάνατο από το αφεντικό του που τόσον καιρό τον τάιζε και τον μεγάλωνε (χαρακτηριστική αυτή η δοξασία για το σεβασμό του παλαιού ανθρώπου προς το ζώο, άσχετα αν από ανάγκη το έσφαζε και τρεφόταν μ’ αυτό).
Η σφαγή των γουρουνιών γίνονταν την ίδια ημέρα, την παραμονή Χριστουγέννων, απ' όλους τους χωριανούς, κάτι που αποτελούσε πανηγύρι για τα μικρά παιδιά, τα οποία μάλιστα πολλές φορές μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα πάρει τη φούσκα (ουροδόχο κύστη) του χοίρου, για να την κάνει μπαλόνι.
Την δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, οι χωρικοί έκοβαν το κρέας του χοίρου και έφτιαχναν:
• λουκάνικα
• απάκια: καπνιστό κρέας
• πηχτή (τσιλαδιά): αφαιρείται κάθε ίχνος κρέατος από το κεφάλι του γουρουνιού και όλα μαζί βράζονται. Ο ζωμός με ειδική προετοιμασία μετατρέπεται σε πηχτό ζελέ που μέσα του βρίσκονται τα κομμάτια του κρέατος.
• σύγλινα, δηλαδή το κρέας του γουρουνιού κομμένο σε μικρά κομμάτια, που το έψηναν και το έβαζαν σε μεγάλα δοχεία και το κάλυπταν με το λιωμένο λίπος του ζώου. Το λίπος έπηζε μόλις έχανε τη θερμότητα του και το κρέας μπορούσε να διατηρηθεί έτσι για αρκετούς μήνες.
• ομαθιές, τα έντερα του χοίρου γεμισμένα με ρύζι, σταφίδες και κομματάκια συκώτι.
τσιγαρίδες, κομμάτια μαγειρεμένου λίπους με μπαχαρικά που το έτρωγαν με ζυμωτό ψωμί για κολατσιό στην εξοχή, όταν μάζευαν τις ελιές.
Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο από το χοίρο των Χριστουγέννων, καθώς για κάθε κομμάτι του ζώου υπήρχε κάποια χρήση. Και παλιότερα δεν πήγαινε χαμένο ούτε το αίμα του. Μοιάζει "βάρβαρη" η παραδοχή αυτή, αλλά τους λόγους της εξηγεί όμορφα σε ένα κείμενό της η Εύη Βουτσινά:
"Ο Μέγας Βασίλειος ένας ιεράρχης με σπάνια μόρφωση, με ελληνική παιδεία, γράφει ότι απαγορεύεται στους Χριστιανούς να καταναλώνουν το αίμα των σφαγίων γιατί στο αίμα κατοικεί η αθάνατη ψυχή. Και η ποινή για τέτοιο αμάρτημα είναι η απώλεια της αιωνιότητας.
Το αίμα των οικόσιτων ζώων το κατανάλωναν όλοι οι νεότεροι πολιτισμοί. Τίποτα από το σφαγείο δεν αχρηστεύεται και κυρίως το αίμα που είναι δυναμωτικό.
Ξανασκέφτομαι την έννοια της τοτεμικής μετάληψης, που πραγματεύεται και ο Λεκατσάς αλλά και όλοι οι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι.
Άν μου πείτε ότι αυτά είναι πολύ αρχαία και πολύ πρωτόγονη συνήθεια θα σας αναφέρω μόνο δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τον κόκορα κρασάτο -ένα σπουδαίο πιάτο της γαλλικής υπαίθρου- ακόμα και σήμερα στα χωριά τον μαγειρεύουν με κρασί και δένουν τη σάλτσα με το αίμα του κόκορα, που το κράτησαν τη στιγμή της σφαγής.
Και στη Μηλιά του Μετσόβου κάθε χρόνο τις παραμονές των Χριστουγέννων που σφάζουν χοίρους, φτιάχνουν απαραιτήτως μέχρι σήμερα ένα είδος λουκάνικου το μπουμπάρι με το χοιρινό αίμα, πληγούρι και αρώματα, που το καταναλώνουν με άφθονο κρασί.
Είναι οι βυζαντινές αιματίες που σήμερα λέγονται αλλού Ματιές ή Οματιές πάλι το όνομα είναι ίδιο. Είναι απαράλλαχτο εδώ και δεκάδες αιώνες φτιάχνεται με τα χοιροσφάγια που στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας γίνονται τα Χριστούγεννα. Χρησιμοποιείται και το νεότερο ρύζι σε άλλα μέρη αλλά αρχικά οι ομματιές φτιάχνονταν με το πληγούρι και είναι απλώς μία ακόμα περίπτωση τελετουργικού φαγητού, όπου συνυπάρχουν οι θεμελιώδεις τροφές, σιτάρι και αίμα. Αυτό το αίμα στην κατοπινή φάση του πολιτισμού όπως θα έλεγε ο Παναγής Λεκατσάς, υποκαταστάθηκε από το κρασί.
Οι οματιές (ματιές, μπάμπω κτλ) χρησιμοποιούν το πνευμόνι και το αίμα του καλοθρεμμένου οικόσιτου χοίρου, μαζί με κομμένο σιτάρι, κρεμμύδια και μπαχαρικά, που θα το νοστιμίσουν και τρώγονται (τουλάχιστον σε όλη την Βόρεια Ελλάδα) αμέσως μετά τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Το πρωί είναι το πρώτο αρτυμένο φαγητό που τρώνε μετά τη νηστεία του σαρανταήμερου .
Οι καταβολές του εθίμου έχουν ξεχαστεί στο πέρασμα του χρόνου αλλά η συνήθεια παρέμεινε: Τώρα πια σε πολλές περιπτώσεις βάζουν κρασί μαζί με λάδι στο ταψί που ψήνουν τις οματιές.
Οι ανθρωπολόγοι θα μας έλεγαν ότι παλιότερα, που οι πληθυσμοί είχαν περιορισμένα μέσα, αξιοποιούσαν το κάθε τι, πόσο μάλλον ένα άκρως πρωτεϊνούχο υλικό όπως το αίμα.
Οι Βυζαντινοί είχαν ανάλογα λουκάνικα με αίμα που τα ονόμαζαν μπουλτούνες ενώ στη Γαλλία μέχρι σήμερα υπάρχει το διάσημο λουκάνικο boudain επίσης με αίμα. Η κοινή γλωσσική ρίζα λέτε να είναι τυχαία; Άλλωστε και ο μέλας ζωμός των λιτοδίαιτων Λακεδαιμονίων εικάζουμε βάσιμα ότι ήταν ένα είδος σούπας που σίγουρα περιείχε και το αίμα.
Σημειώνω απλά ότι σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ξενοφώντα και του Παυσανία ο τρόπος που διατρέφονταν οι Σπαρτιάτες στόχευε στην ενίσχυση του φρονήματος και στην διασφάλιση της σωματικής αλκής που θα καθιστούσαν αξιόμαχους τους πολίτες. Για να ξαναγυρίσω πάντως στην αρχική μου σκέψη, και να σημειώσω ότι αν ο Μέγας Βασίλειος (που έζησε στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα) ασχολήθηκε με την απαγόρευση του αίματος, το έκανε επειδή απλά οι άνθρωποι το ... έτρωγαν" .
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το ""Pull over the ... γαϊδάρ or i 'm gonna shoot""
Τετάρτη, Οκτωβρίου 18
Περί έρωτος και άλλων .. διαμονίων

Πόσο απέχει η τρέλα από τον έρωτα? Κι αν η ψυχή έχει τα δικά της τοπία ποιός είναι ο δεύτερος πλανήτης της? Ο Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι είναι ίσως ο μόνος ιταλός στοχαστής που ασκεί ταυτόχρονα το "επάγγελμα" του φιλοσόφου και εκείνο του ψυχαναλυτή. Έβαλε τον έρωτα στο μικροσκόπιο. Κι από δίπλα την τρέλα. Να δείξει πόσο κοντά είναι και πόσο απέχουν. Στο βιβλίο του με τίτλο "Τοπία ψυχής" γράφει:
"Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις ελληνικές τραγωδίες και στις τραγωδίες του Σαίξπηρ. Οι πρώτες έχουν για πρωταγωνιστή τη Μοίρα, με την οποία συγκρούονται οι ανθρώπινες προθέσεις, οι δεύτερες έχουν για πρωταγωνιστή την Τρέλα, που συσκοτίζει το νου του Ληρ, του Άμλετ, του Μάκβεθ, του Οθέλου. Τρέλα με διάφορες μορφές, με ή χωρίς μέθοδο στα παραληρήματά της, αλλά πάντα τρέλα που, όταν δεν πλανιέται στα μονοπάτια της εξουσίας, τριγυρνάει στα πιο απόκρυφα, αλλά όχι λιγότερο σπαρακτικά, της τρέλας του έρωτα.
Αν δεν κατανοήσουμε τη στενή σχέση ανάμεσα στην Τρέλα και στον Ερωτα, δεν θα καταλάβουμε ότι ο Ερωτας, όπως ήδη είχε διαισθανθεί ο Πλάτων, είναι η υψηλότερη μορφή τρέλας, δεν θα καταλάβουμε γιατί, από τον Ξενοφώντα ώς τον Σαίξπηρ, το δράμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιστρέφει στη δυτική λογοτεχνία σαν κύμα που πλησιάζει και αποτραβιέται, σχεδιάζοντας με τα σκαμπανεβάσματα και το ρυθμό του το τοπίο που εμείς οι δυτικοί γνωρίζουμε ως τοπίο του έρωτα.
Ο έρωτας δεν είναι κάτι ήρεμο, δεν είναι λεπτότητα, εμπιστοσύνη, παρηγοριά. Ο έρωτας δεν είναι κατανόηση, συμμετοχή, ευγένεια, σεβασμός, πάθος που αγγίζει την ψυχή ή μολύνει τα σώματα. Ο έρωτας δεν είναι σιωπή, ερώτηση, απάντηση, σφραγίδα αιώνιας πίστης, κατακερματισμός άλλοτε κοινών προθέσεων, προδοσία ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, ναυάγιο ονείρων στο ξύπνημα. Ο έρωτας είναι ν' αγγίζεις τα όρια του ανθρώπου.
Ο Πλάτων γράφει: "Οι ερωτευμένοι που περνούν μαζί τη ζωή τους δεν μπορούν να πουν τι ακριβώς θέλουν ο ένας από τον άλλο. Σίγουρα δεν είναι δυνατό να πιστέψουμε ότι μόνο η ανταλλαγή των σαρκικών ηδονών είν' αυτό που τους κάνει να νιώθουν έναν τόσο έντονο πόθο να βρίσκονται μαζί.
Είναι λοιπόν φανερό ότι η ψυχή του καθενός θέλει κάτι άλλο και δεν είναι σε θέση να το πει και έτσι το εκφράζει με αόριστα προαισθήματα, σαν να μαντεύει μέσα σε αινιγματικά και σκοτεινά βάθη". Δεν είναι ανάγκη να διαβάζουμε τον Πλάτωνα κατά τρόπο "πλατωνικό", δηλαδή ασκητικό, εποικοδομητικό, χριστιανικό.
Δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε την ταπείνωση του σώματος ταπείνωση των ηδονών, των παθών, της σεξουαλικότητας. Ο Πλάτων κοιτάζει πιο ψηλά. Τα προβλήματα που τον απασχολούν είναι το ρητό και το άρρητο, δηλαδή οι κανόνες της λογικής και οι άβυσσοι της τρέλας.
Κοιτάζοντας "τα του έρωτα" ή, όπως λέει το ελληνικό κείμενο, τα αφροδίσια, ο Πλάτων αναρωτιέται τι μπορεί ή δεν μπορεί να πει η ψυχή μέσω αυτών. Και όπου το λέγειν διακόπτεται και ο κανόνας δεν αρκεί για να μπορέσει να εκφραστεί η λέξη, ανοίγεται το σκοτεινό φόντο του προαισθήματος και του αινίγματος. Ο έρωτας ανήκει στο αίνιγμα και το αίνιγμα στην τρέλα.
Ακόμα κι η τρέλα είναι για τον Πλάτωνα μια εμπειρία της ψυχής, όχι υπό την έννοια της ψυχικής κατάρρευσης, του κλεισίματος της ψυχής μπροστά στο νόημα, της άμβλυνσης της τάξης των νοημάτων, αλλά υπό την έννοια της επίγνωσης ότι οι εμπειρίες της ψυχής ξεφεύγουν από οποιαδήποτε απόπειρα που επιζητά να τις καθηλώσει και να τις ταξινομήσει σε μια ταχτική σειρά.
Διότι, πέρα από τη λογική τάξη, η ψυχή νιώθει ότι το σύνολο της διαφεύγει, ότι το μη-νόημα μολύνει το νόημα, ότι το πιθανό υπερβαίνει το πραγματικό, ότι κάθε προσπάθεια συνολικής κατανόησης αναδύεται μέσα από το αβυσσαλέο υπόβαθρο που είναι χάος, άνοιγμα, στόμιο, διαθεσιμότητα όλων των νοημάτων όπου μπορείς να φτάσεις όχι με τις ταξινομημένες λέξεις του Εγώ, αλλά με την κατάρρευση του Εγώ, το οποίο δεν προβάλλει πια αντίσταση στην εμφάνιση εκείνου του τοπίου που παραμορφώνει τη συνηθισμένη του κατοικία, δηλαδή του τοπίου του Ερωτα.
Για το λόγο αυτό, ο Σωκράτης, ενώ κατευθύνεται μαζί με τον Αριστόδημο στο σπίτι του Αγάθωνα για να συζητήσουν για τα ερωτικά, καταλαμβάνεται από μια κρίση ατοπίας, όρο που συνήθως εκλαμβάνουμε ως αποξένωση, "παραξενιά', μα που ίσως θα ήταν καλύτερα να λέγαμε "μετα-τόπιση" (ά-τοπος). Κι όμως, ο έρωτας είναι πράγματι μια έξοδος από τον τόπο, όπου συνήθως εξελίσσεται η ζωή, δημιουργεί μια μετέωρη κατάσταση, όπου ο χώρος και ο χρόνος χάνουν τις διαστάσεις και τη διάρκειά τους. Ξένος προς την τακτική πορεία και ροή της καθημερινότητας, ο έρωτας είναι άτοπος, είναι εκτός τόπου.
Πράγματι, τα ερωτικά δεν ανήκουν στην αφήγηση της λογικής ψυχής, διότι ενώπιόν τους η ψυχή υφίσταται μια μετατόπιση (ατοπία), η οποία, μετακινώντας το καθεστώς των κανόνων της, εξασθενεί την κατοχή της ψυχής. Η πορεία της διακόπτεται από κάτι υπεβάλλον που, κατακερματίζοντας τη ροή του λόγου και την τάξη της ομιλίας, οδηγεί προς διαδρομές διαφυγής, τις οποίες η ψυχή αδυνατεί ν' ακολουθήσει. Οι παρορμήσεις και οι πόθοι, ξεσπώντας ως ανεξέλεγκτα σημαίνοντα μες στην τάξη των καθιερωμένων σημαινομένων, παράγουν εντός του νοήματος ένα αντίθετο νόημα που βάζει τις ομιλίες να περιστρέφονται, χωρίς να τις ακινητοποιεί γύρω από έναν ιδανικό μηχανισμό, μηχανισμό συν-δέσμου, στον οποίο η ψυχή κατέληξε με χίλιους κόπους.
Το να παραδίδεται κανείς στον Έρωτα δεν σημαίνει ότι παραδίδεται ο ένας στον άλλο, αλλά ότι παραδίδεται σ' εκείνο το ασυνήθιστο και μη τυπικό τοπίο, που μεταφέρει και τον έναν και τον άλλο πέρα από τις κινήσεις και τις προθέσεις τους, ως την τρέλα, ως το θάνατο, που βρίσκει στον έρωτα το πλησιέστερο ομοιότυπό του. Κι έπειτα, ο έρωτας φεύγει και αφήνει στα σώματα τα σημάδια του σπαραγμού τους. Η πληρότητα του έρωτα, που είχε αναφανεί, διαλύεται και, καθώς χάνεται, λέει ότι κάθε αγκάλιασμα εκείνης της πληρότητας ήταν μόνο μια ανάμνηση, μια απόπειρα, μια ήττα.
Τέτοια είναι τα ερωτικά: "πόθος για την παλιά ενότητα", λέει ο Πλάτων, που δεν είναι τόσο ενότητα με τον "άλλο", διότι πριν από τους "άλλους" που είναι έξω από μας και στους οποίους απευθύνεται ο έρωτας, ο "άλλος" κατοικεί μέσα μας, είναι αυτό από το οποίο αποχωριστήκαμε για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε την ιστορία μας. Αλλά το μη-ιστορικό θεμέλιο, απ' όπου ξεκίνησε η ιστορία μας, συνεχίζει να μας διακατέχει σαν τραγικό αίνιγμα. Στο σημείο αυτό ο Πλάτων βλέπει καλύτερα από τον Φρόιντ.
Το αίνιγμα υπάρχει όχι επειδή είναι υποσυνείδητο, αλλά επειδή δεν έχει λύση. Όποιος αγγίζει αυτό το αίνιγμα μας μαγεύει και έτσι αρχίζει μια σταδιακή παράδοση του εαυτού μας, η οποία επιτρέπει την αποκάλυψη του αινίγματος που περιβάλλει τον Έρωτα.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Περί έρωτος και άλλων .. διαμονίων"
Τρίτη, Οκτωβρίου 17
Παλαιϊνά εκλογικά ... τεφτέρια: Γιώργος Σενετάκης
Είναι το νότιο κομμάτι του χάρτη, που πρασινίζει μονότονα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Κρήτη: η δεδομένη αρραβωνιάρα των "πράσινων" και ο χαμένος έρωτας των "Βένετων". Οι πρώτοι την παραμυθιάζουν χρόνια με την μέθοδο "στρίβειν δια του αρραβώνος" και οι δεύτεροι δεν τολμούν να την πλησιάσουν, γνωρίζοντας πως είναι "αγκαζέ".
Κι όμως, ακόμη κι εδώ, σε τούτο το ξεροκέφαλο και αψυχολόγητο νησί, κάποτε "οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά".
Κάθε νέα εκλογική αναμέτρηση που ζω στην Κρήτη, δεν μπορώ να μην την συγκρίνω αναπόφευκτα με τις δημοτικές εκλογές του 1994. Και θα εξηγήσω το γιατί: Κάποτε ένα πρωτοκλασσάτο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε την επίβλεψη της προεκλογικής εκστρατείας στο Ηράκλειο είπε σε φιλική του συντροφιά το εξής αμίμητο: "Σ' αυτόν τον τόπο αν υποδείξει το ΠΑΣΟΚ έναν γάιδαρο, θα τον εκλέξουν όλοι πανηγυρικά δήμαρχο". Η κουβέντα διέρρευσε καθώς μερικοί συνδαιτημόνες θύμωσαν με την αναίδεια της. Όμως ο πρωτοκλασσάτος -διορατικός γαρ- είχε δίκιο. Ήταν φορές που το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάστηκε καν να υποδείξει γάιδαρο.
Υποψιάζομαι ότι καμία άλλη πόλη της χώρας δεν είχε παραμεληθεί μέχρι το 2000
τόσο συστηματικά και δεν το είχε υπομείνει τόσο στωικά.
Kαι θέτω ορόσημο το 2000, γιατί μετά κάποια από τα Ολυμπιακά έργα βελτίωσαν λίγο την
κατάσταση.
Όμως το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι ακόμη κι οι "βαρονούσηδες" συντοπίτες μου ξέρουν να διακρίνουν -όταν τους δοθεί τέτοια επιλογή- τον άνθρωπο πίσω από το κόμμα. Αρκεί να τον βρεις και να τον πείσεις να κατέλθει στις εκλογές.
Από την Κυριακή αναζητούμε πάλι το μήνυμα των εκλογών. Αν εξαιρέσεις την αποχή που παραδόξως αποτέλεσε πολιτική πράξη, το επόμενο μήνυμα που βρήκα είναι ότι μαζί με τα ξερά δεν κάψαμε και τα χλωρά. Τα τσουρουφλίσαμε ίσως λίγο μόνο. Ανάμεσα στους σωρούς των κομματόσκυλων, των επιτήδειων και των κουμπάρων, υπήρξαν και ολίγοι αλλιώτικοι. Κουζουλοί, που λέμε εμείς εδώ. Δεν εκλέχτηκαν άρχοντες. Αλλά θα τους δοθεί μία ευκαιρία να δοκιμαστούν. Να μπουν στην αρένα και να δείξουν αν αξίζουν. Η δημοκρατία δεν απαιτεί σώνει και καλά να ηγείσαι.
Και το να συμμετέχεις απλώς κάποτε μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Επιστρέφω στις εκλογές του 1994. Μου έμαθαν ότι πράγματι οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά. Εκείνη την εποχή η Νέα Δημοκρατία ευτύχησε να εντοπίσει έναν "κουζουλό". Οκτώβρης μήνας πάλι. Ο Γιώργος Σενετάκης είχε μόλις συμπληρώσει την πρώτη τριετία του ως διορισμένος περιφερειάρχης Κρήτης (1990-93) κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στον Δήμο Ηρακλείου.
Ναι, ανήκε κομματικά στο χώρο της ΝΔ. και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να
τον καθιστά "αντιπαθητικό" σε μία κοινωνία που πορεύεται χρόνια στα .. καταπράσινα
λαγκάδια, κι "άμα λάχει" παίρνει και τα κουμπούρια της, για να καταδιώξει όσους διαφωνούν με τις επιλογές της. Αλλά ο Σενετάκης κάθε άλλο παρά αντιπαθής ήταν. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας, με ένα χιούμορ σωτήριο, με ένα μυαλό "ευρύχωρο", με έναν τρόπο που κέρδιζε τους πάντες και κυρίως με όρεξη να δουλέψει για τον τόπο του. Ρομαντικός? Ίσως.
Το παρελθόν έδειχνε ότι δεν είχε καμία απολύτως ελπίδα, με δεδομένο το γεγονός ότι ο Δήμος ήταν το πιο πράσινο τσιφλίκι της χώρας. Αλλά ο Σενετάκης ήταν άλλης πάστας άνθρωπος. Δεν νοιαζόταν για τα χρώματα. Για τον τόπο και τους ανθρώπους νοιαζόταν. Πολιτικό λόγο είχε. Όχι κομματικό. Όσοι τον πρόφτασαν θυμούνται το πηγαίο χιούμορ του και τις παροιμιώδεις απαντήσεις, που φύλαγε για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Γιώργος, μας χάρισε ένα ανεπανάληπτο προεκλογικό σκηνικό. Με φρεσκάδα, όραμα και αισθητική.
Αντιπαρέβαλλε συναυλίες στην ηχορύπανση της πεπατημένης, εκδηλώσεις πολιτικού λόγου απέναντι στους χειμμάρους του "θα". Έφερε μελέτες και προγράμματα, που μετά τις εκλογές χρησίμευσαν για να γίνει έργο. Κι εκείνη τη χρονιά ο Δήμος είχε 5 υποψηφίους να ερρίζουν για τον θώκο: Τον επίσημο του ΠΑΣΟΚ Κώστα Ασλάνη, τον Σενετάκη με στήριξη ΝΔ, έναν
από το ΚΚΕ, έναν από τον ΣΥΝ κι έναν ακόμη ανεξάρτητο. Το κλίμα μοιραία πολώθηκε.
"Κακώς ανακατεύτηκες" του έλεγαν όλοι.
Η βραδιά των εκλογών συνέπεσε με τα γενέθλια του Γιώργου. Κι η κάλπη του έβγαλε ένα απρόσμενο δώρο. Η έκπληξη μεγάλη! Ο Δήμος για πρώτη φορά θα παιζόταν στη δεύτερη
Κυριακή: Ασλάνης 47,5%, Σενετάκης 29,5%. (τότε παίζαμε στο 50% + 1 ψήφο)
Το ΠΑΣΟΚ έτριβε τα μάτια του κι η ΝΔ τα χέρια της. Από το κόμμα, του ζητούσαν να αρχίσει τις θριαμβολογίες και τις προσεγγίσεις των άλλων τριών. Αντ' αυτού, ο Γιώργος Σενετάκης έκανε κάτι εκείνο το βράδυ που όσοι το ζησαν έχουν να το διηγούνται. Πήρε μία μεγάλη τούρτα, έκλεισε το εκλογικό του κέντρο και πήρε όλο τον κόσμο του μαζί, για να πάει στο εκλογικό κέντρο του Ασλάνη. Διέσχισε το κατάμεστο από κόσμο κέντρο της πόλης αυτή η κουστωδία. Όταν έφτασε στον συνυποψήφιό του ακούστηκαν προς στιγμήν τα συνήθη "ου". Ο Σενετάκης όμως άλλαξε το κλίμα αμέσως. "Ήρθα να το γιορτάσουμε μαζί" είπε στον Ασλάνη.
Και να εξηγήσω εδώ πως όσοι δεν έζησαν προεκλογική περίοδο τις δεκαετίες του 80 και του 90 στην Κρήτη δεν κατανοούν την σπουδαιότητα της κίνησης. Η βραδιά των εκλογών συνήθως σημαίνε από τενεκέδες που χτυπούσαν κοροϊδευτικά όλη νύχτα έξω από τα σπίτια των ηττημένων, μέχρι κουμπούρια και μπαλωθιές από τους θερμόαιμους. Εκείνος ο Οκτώβρης ήταν ο μόνος διαφορετικός. Ο Σενετάκης με μία κίνηση έκανε όλη την πόλη να γιορτάζει. Μέχρι και η αδερφή του συνυποψηφίου του, τον πλησίασε και του 'πε μεταξύ σοβαρού και αστείου "Έχει χάρη που 'ναι αδερφός μου, αλλιώς κι εγώ εσένα θα ψήφιζα". Την δεύτερη Κυριακή ο Σενετάκης με το ίδιο χαμόγελο και την ίδια κοσμιότητα έχασε τις εκλογές.
Αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα ουσιαστικό. Το 'λεγε και το πίστευε.
Μπήκε στο Δημοτικό συμβούλιο και δούλεψε πλάι στο Δήμαρχο. Με όρεξη και μεράκι.
"Να προσφέρω δεν ήθελα? Τώρα έχω τρόπο" έλεγε συχνά.
Μέχρι που αρρώστησε αναπάντεχα. Δύο χρόνια μετά, στις 30 του Σεπτέμβρη του 1996, έφυγε. Οι τελευταίες κουβέντες του ήταν:
"Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον.
Ποιός θα μου το 'λεγε?
Aλλά εσείς να το σαρώσετε για το καλό της πόλης".
Κάθε φορά που τελειώνει μία εκλογική αναμέτρηση Γιώργο, σκέφτομαι αν σου κάναμε το χατήρι.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Παλαιϊνά εκλογικά ... τεφτέρια: Γιώργος Σενετάκης"
Πέμπτη, Αυγούστου 24
"Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο"
Η φράση επιστρέφει όλο και πιο συχνά στη σκέψη μου. Σαν να αποκτά αναλόγως κυκλική και αέναη κίνηση με το μαρτύριό του. Ο Μύθος του Σίσυφου μου ήταν ανέκαθεν συμπαθής. Το μαρτύριο του εν γένη πάσχοντος ανθρώπου. Η ματαιότητά του. Κι ακόμη πιο πέρα. Η συνειδητοποίηση της ματαιότητας. Η προσπάθεια που είναι καταδικασμένη από την γέννησή της. Ο βράχος που έτσι κι αλλιώς θα κυλήσει πίσω. Αναρωτήθηκα μερικές φορές γιατί ο ευρηματικός και πολυμήχανος Σίσυφος δεν έμενε άπραγος. Δεν άφηνε το βράχο του ακίνητο. Μετά συνειδητοποίησα πόσο κουραστικά ανώφελο και πληκτικό θα ήταν κι αυτό. Και έπειτα τόσοι και τόσοι Σίσυφοι θα ‘πρεπε να παραδειγματιστούν. Να κυλούν αδιαμαρτύρητα τους δικούς τους βράχους. Να τους στεριώνουν με υπομονή και κόπο. Να υπομένουν καρτερικά το μαρτύριο της αποτυχίας. Να παρακολουθούν στωικά τον βράχο να επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών. Και να μένουν πιστοί και ακούραστοι εργάτες, ταγμένοι στο κυκλικό και επαναλαμβανόμενο βασανιστήριο που τους δόθηκε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Και όσο πιο πολύ το συνειδητοποιούν αυτό το τελευταίο, τόσο πιο πολύ δένονται με τον βράχο τους. Φτιαγμένοι από το ίδιο ανθεκτικό υλικό που στέκει ανέπαφο σε αιώνες και ματαιότητες.
Η Ελληνική Μυθολογία προσφέρει πληθώρα διδακτικών και όμορφων μύθων. Κανένα όμως δεν βρήκα ποτέ τόσο γοητευτικό όσο αυτόν του Σίσυφου.
Ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που έγινε κατόπιν γνωστή ως Κόρινθος. Η περιπέτεια του Σίσυφου άρχισε όταν ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα, κόρη του ποταμού-θεού Ασωπού. Όταν ο πατέρας του κοριτσιού πήγε στην Κόρινθο αναζητώντας την κόρη του, συμφώνησε με τον Σίσυφο, που γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμβεί, ότι, αν του έδινε πληροφορίες, εκείνος θα έκανε να αναβλύσει στην ακρόπολη της Κορίνθου μια αστείρευτη πηγή. Έτσι, ο Σίσυφος είπε όλα όσα γνώριζε στον Ασωπό κι εκείνος καταδίωξε άγρια τον πατέρα των θεών για να πάρει εκδίκηση. Όταν τελικά ο Δίας κατάφερε να γλιτώσει από την οργή του, πρόσταξε τον Άδη να πάρει στα Τάρταρα τον Σίσυφο και να του επιβάλει αιώνια τιμωρία. Όμως ο Σίσυφος με πονηριά κατόρθωσε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον Άδη και να τον φυλακίσει. Για όσο διάστημα ο Άδης βρισκόταν φυλακισμένος, κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο θεός του πολέμου, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα. Πήγε στο παλάτι του Σίσυφου κι αφού απελευθέρωσε τον Άδη, του παρέδωσε τον Κορίνθιο βασιλιά.
Ο Σίσυφος όμως δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο του λόγο. Προτού κατεβεί στα Τάρταρα, είχε δώσει εντολή στη σύζυγο του Μερόπη να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, μόλις έφτασε στον Κάτω Κόσμο, αξίωσε πως, αφού ήταν άταφος, δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Με αυτό τον τρόπο εξαπάτησε την Περσεφόνη, τη γυναίκα του Άδη, που του έδωσε άδεια να επιστρέψει στη γη για τρεις ημέρες, ώστε να κανονίσει να ταφεί το σώμα του. Βέβαια, ο Σίσυφος δε σκόπευε να τηρήσει τη συμφωνία. Στο ομότιτλο έργο του ο Καμύ αναφέρει:
" Αλλά όταν ο Σίσυφος αντίκρισε πάλι το πρόσωπο του πάνω κόσμου, όταν απόλαυσε το νερό και τον ήλιο, τις πέτρες και τη θάλασσα, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στο σατανικό σκοτάδι.Οι κλήσεις του Άδη, σημάδια του θυμού του για την συμφωνία που δεν τηρήθηκε, και οι προειδοποιήσεις του προς τον Σίσυφο ήταν ανώφελες. Για καιρό εκείνος επέμενε να ζει απολαμβάνοντας την εικόνα της λαμπυρίζουσας θάλασσας και τα χαμόγελα της γης. Ένα διάταγμα των Θεών ήταν απαραίτητο. Ο Ερμής, λοιπόν, ήρθε και άρπαξε το αναιδές άτομο από το λαιμό στερώντας του τις επίγειες χαρές του και τον οδήγησε βίαια πίσω στον Κάτω κόσμο, όπου ο βράχος του- η αιώνια τιμωρία του- τον περίμενε".
Και ο Καμύ στο "Μύθο του Σισύφου" συνεχίζει: "Οι Θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλά ασταμάτητα έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, από όπου όμως αυτή η τεράστια πέτρα, διαρκώς κατρακυλά στη βάση της, λίγο πριν φτάσει στην κορυφή. Είχαν σκεφτεί για κάποιο λόγο ότι δεν υπάρχει πλέον φοβερή τιμωρία από την ανώφελη και μάταιη εργασία. Ήδη έχετε καταλάβει ότι ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Είναι, τόσο μέσω των παθών του όσο και μέσω των βασανιστηρίων του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, η έχθρα του με τον θάνατο και το πάθος του για τη ζωή τον σπρώχνουν σε μία απερίγραπτη ποινική ρήτρα, στην οποία ολόκληρη η ύπαρξη του εξαρτάται και ασκείται να ολοκληρώνει ένα αέναο τίποτα. Αυτό είναι η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για τα γήινα και ασυγχώρητα πάθη του".
Ο Camus υποστηρίζει ότι ο Σίσυφος γεύεται για μια σύντομη στιγμή την ελευθερία. Είναι ακριβώς εκείνη η μοναδική στιγμή, όταν έχει τελειώσει με το σπρώξιμο του βράχου και δεν χρειάζεται ακόμα να ξεκινήσει από την αρχή.
"Είναι –αναφέρει- κατά τη διάρκεια εκείνης της επιστροφής, όταν ο Σίσυφος σταματά για λίγο τον αγώνα του, η στιγμή που με ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που κοπιάζει έτσι κοντά στις πέτρες είναι ήδη ο ίδιος πέτρα! Τον βλέπω που επιστρέφει κάτω με ένα βαρύ και μετρημένο πια βήμα, πλησιάζοντας προς το βασανιστήριο του που και ο ίδιος δεν εννοεί και δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει. Εκείνη η ώρα που μοιάζει με ανάπαυλα και ανάσα ενώ επιστρέφει βέβαιος πια για την επανάληψη του βασανιστηρίου του είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια από εκείνες τις στιγμές, όταν αφήνει τα ύψη και επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών, είναι ανώτερος από τη μοίρα του. Είναι ισχυρότερος από το βράχο του. Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωάς του γνωρίζει την ματαιότητα της προσπάθειας. Πόσο διαφορετική τροπή θα είχε αυτό το βασανιστήριο αν σε κάθε βήμα και σε κάθε του προσπάθεια τον συντρόφευε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργαζόμενος πορεύεται καθημερινά με τους ίδιους στόχους και η μοίρα του δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά το τραγικό είναι ότι μόνο σε σπάνιες στιγμές αυτό το συνειδητοποιούμε. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΝΙΚΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ".
Και ο Camus καταλήγει: "Ο βράχος κυλά ακόμη. Αφήνω λοιπόν το Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται τους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν το αδέσποτο στο εξής δεν του φαίνεται ούτε άκαρπο, ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΣΙΣΥΦΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ...''
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το ""Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο""
Τετάρτη, Αυγούστου 23
Γ. Γραμματικάκης: Η αυτοβιογραφία του Φωτός

Είναι μερικοί άνθρωποι που σαν τους συναντήσεις στο δρόμο σου σε ακουμπάνε θαρρείς με ένα μαγικό ραβδάκι και σε σημαδεύουν. Ο Γιώργος Γραμματικάκης είναι ένας από αυτούς.
Φυσιογνωμία που αποπνέει πραότητα, λόγος διδακτικός και παιδευτικός. Ίσως να φταίει η δουλειά του δασκάλου, που χρόνια τον μπόλιασε με υπομονή και κατανόηση. Φωνή βαθειά που σε κάθε κόμπιασμά της νομίζεις πως ακούς τον ήχο ενός εργοστασίου που παράγει σκέψεις και ετοιμάζεται να στις παραδώσει. Τα λέω αυτά γιατί οι περισσότεροι ξέρουν τον Γιώργο Γραμματικάκη ή τον ανακαλύπτουν από τα βιβλία του. Όμως η αίσθηση της παρουσίας του έχει μία ακόμη μεγαλύτερη δύναμη.
Η πρώτη σκέψη μου όταν τον πρωτογνώρισα (αφελής ίσως, αλλά ταιριαστή τότε με το νεαρό της ηλικίας μου) ήταν πως τούτο το "σουλούπι" ταιριάζει στους σοφούς. Γκρίζα μαλλιά, γενειάδα, καλοσυνάτο χαμόγελο και μια φωνή σε απόλυτο online με την σκέψη. Και συνάμα δεκτικός, προσγειωμένος, έτοιμος να εξηγήσει και να γίνει κατανοητός. Η Κόμη της Βερενίκης ήταν η πρώτη απόπειρα να εκλαϊκεύσει την γνώση και την επιστήμη του. Και βρήκε απήχηση απροσδόκητη. Τώρα ο Γιώργος Γραμματικάκης επέστρεψε με ένα ακόμη καταπληκτικότερο πόνημα. "Η αυτοβιογραφία του Φωτός" μπήκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων τον Φλεβάρη και έγινε αμέσως ανάρπαστη.
«Το φως -λέει ο ίδιος-που είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου, νομίζω πως συγκινεί τον κάθε άνθρωπο. Το φως υπάρχει στη ζωή του καθενός. Εγώ το καινούργιο στοιχείο που έβαλα είναι να πω πόσο το φως και η μελέτη του υπήρξε οδηγός στις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις, στην κατανόηση των μεγάλων μυστικών του Σύμπαντος αλλά και της ζωής. Είναι η μεγάλη γέφυρα ανάμεσα στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ανθρώπινη ζωή. Και είναι το μόνο που δεν θα πεθάνει ποτέ. Αυτή λοιπόν ήταν η γενεσιουργός αιτία του βιβλίου πριν από πάρα πολλά χρόνια και τονίζω ότι το γράψιμο του βιβλίου διήρκεσε δέκα χρόνια».

Συντροφιά με τον Κορνήλιο Καστοριάδη στο Παρίσι
Μιλώντας πρόσφατα στο γενέθλιο τόπο του για το νέο βιβλίο ο Γιώργος Γραμματικάκης καθήλωσε ένα πολυπληθές και "μωσαϊκό" ακροατήριο πανεπιστημιακών συναδέρφων του και απλών αναγνωστών του, που στέκονται μακριά από τα εργαστήρια της Φυσικής. Ο λόγος του όμως βρήκε δρόμο για τις καρδιές όλων.
"Η πρόθεση μου απόψε -είπε ξεκινώντας-ήταν να μιλήσω για άλλα. Με απασχολεί ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό ένα φαινόμενο που θα ονόμαζα " Η Θεμελιώδης Αντίφαση της Κρήτης". Έχει πολλές όψεις, συνοπτικά όμως είναι το χάσμα ανάμεσα στα μεγάλα και κούφια λόγια, που ενδημούν στο νησί, και μια πραγματικότητα. Είτε για τον πολιτισμό πρόκειται, είτε για το φυσικό περιβάλλον ή τις εκφράσεις της πολιτικής - που προκαλεί συχνά οργή και πόνο. Δεν ξέρω άλλο τόπο πιο ευλογημένο από τους θεούς, κι ωστόσο τόσο αφημένο στα ρεύματα της εποχής και στην ιδιοτέλεια των ανθρώπων.
Ενώ όμως η πρόθεση μου ήταν να μιλήσω για αυτά, τα γήινα και πικρά, ένα φως αρχέγονο και συμπαντικό, έδειξε φοβερή αδημονία να προηγηθεί. Εσκόπευε, όπως είπε, να αποσυρθεί στη σιωπή του, και ήθελε πριν να πει λίγα πράγματα για τον εαυτό του. Από την εξομολόγηση του, κράτησα με κόπο σημειώσεις. Και αν αυτό ηχεί παράδοξο και ίσως ως παραλήρημα ενός πρώην πρύτανη και ανορθόδοξου Ηρακλειώτη, η απόδειξη βρίσκεται εδώ, στην αίθουσα: Σε κάθε κυβικό της εκατοστό, υπάρχουν αυτή τη στιγμή μερικές εκατοντάδες αρχέγονα φωτόνια. Σωματίδια δηλαδή φωτός, που υπήρξαν μάρτυρες της δημιουργίας του Σύμπαντος, και φθάνουν σήμερα στη γη από όλες τις κατευθύνσεις του ουρανού. Είναι ένα απολίθωμα φωτός, διαθέσιμο ωστόσο στο ρίγος και στο άγγιγμα σας, στο άγγιγμα του κάθε ανθρώπου. Όπως όλα τα απολιθώματα, δίδει στοιχεία για ένα απώτατο παρελθόν, που αυτή τη φορά συμπίπτει και με την αρχή του Κόσμου.
Η ανακάλυψη του αρχέγονου φωτός, που υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της επιστήμης, έγινε τυχαία. Δύο φυσικοί των εργαστηρίων Bell της Αμερικής, ο Arno Penzias και Robert Wilson, προσπαθούσαν το 1965 να συλλάβουν με μια κεραία σαν χοάνη τα σήματα ενός τεχνητού δορυφόρου. Την λήψη όμως δυσχέραινε η παρουσία μιας παράδοξης ακτινοβολίας, που έφτανε στην κεραία με τη μορφή μικροκυμάτων.
Όπως διαπιστώθηκε, η ακτινοβολία αυτή ήταν ο απόηχος της αδιανόητης, Μεγάλης Έκρηξης, που πριν από 15 δισεκατομμύρια χρόνια δημιούργησε το ίδιο το Σύμπαν.
Όπως η ζέστη σε ένα σβησμένο τζάκι, πιστοποιούσε την ύπαρξη μιας λαμπρότατης φωτιάς στο παρελθόν. Η παρουσία της είχε μάλιστα προβλεφθεί από παλιά. Οι τολμηρές όμως ιδέες, τόσο στην επιστήμη όσο και στη ζωή, περνούν συχνά απαρατήρητες.

Είναι λοιπόν αυτό, το αρχέγονο φως, που διηγείται απόψε την ιστορία του. Απλώς από παραδρομή γράφτηκε ως ομιλητής ένας καθηγητής της φυσικής, πρώην πρύτανης και ανορθόδοξος Ηρακλειώτης. Εκείνος είχε απλώς την τύχη, μια ευλογημένη νύχτα που επικρατούσε σιωπή ασυνήθιστη στην θορυβώδη πόλη μας, να καταγράψει την αυτοβιογραφία του φωτός, όπως το ίδιο την επιθυμούσε. Δεν παίρνω όρκο ότι δεν έχασα κάποιες λέξεις, η και φράσεις ολόκληρες. Το αρχέγονο φως έχει πια εξασθενήσει, ύστερα από ένα ταξίδι που διαρκεί τόσα και τόσα δισεκατομμύρια χρόνια. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της σχετικότητας, το φως διαθέτει μια αξιοθαύμαστη ιδιότητα: Για το φως ο χρόνος δεν περνά, το φως δεν έχει ηλικία. Όσοι από σας διακρίνουν ένα φθόνο, μια ζήλεια αδιόρατη στον τόνο της φωνής η τις κινήσεις μου, δεν θέλω να αποκρύψω άλλο την αιτία. Το σημαντικό είναι ότι απόψε, ενώ στο βήμα μοιάζει να βρίσκεται ένας καθηγητής της φυσικής, διαβάζει απλώς όσα το αρχέγονο φως του υπαγόρευσε, εκείνο είναι που αδημονεί να σας μιλήσει".
Η γέννηση του Φωτός
"Γεννήθηκα πριν από αιώνες αιώνων, σε ένα Χώρο όπου δεν υπήρχε χώρος, και σε ένα Χρόνο όπου δεν υπήρχε χρόνος. Με ένα περίεργο ωστόσο τρόπο, αισθάνομαι ότι προϋπήρχα της γενέσεως μου. Κι ενώ από τότε όλα έχουν αλλάξει, εγώ αισθάνομαι ότι τίποτε δεν αλλάζει. Η παρουσία μου μετρά το αιώνιο.
Δεν αξίζει άλλωστε να συζητά κανείς για πράγματα - την γένεση μου και την γένεση του Κόσμου - που προκαλούσαν ανέκαθεν διαμάχες. Αυτό που ενισχύει την αυτοπεποίθηση μου, είναι ότι η παρουσία μου έμοιαζε πάντοτε πρωταρχική: Στους μύθους ή σε ό,τι ονομάζεται επιστήμη, στα έργα των θνητών αλλά και στις θρησκείες, το φως έπαιζε πάντοτε ρόλο ιδιαίτερο. Κατά καιρούς πολλοί διερωτήθηκαν για την φύση του, και άλλοι πάλι έμειναν απλώς στον θαυμασμό και την αποδοχή. Δεν είναι άλλωστε χωρίς σημασία το γεγονός, ότι το φως υμνήθηκε όσο τίποτε άλλο από καλλιτέχνες και ποιητές.
Εγώ λοιπόν, που είμαι το παλαιότερο, το αρχέγονο φως, ήρθε η ώρα να μιλήσω λίγο για τον εαυτό μου. Δεν ξέρω για ποιόν λόγο μου δημιουργήθηκε αυτή η ανάγκη. Ούτε τα γηρατειά -που αρέσκονται στις αναδρομές- έχουν νόημα για μένα, ούτε, όπως παραδέχθηκα ήδη, έχω παράπονο από την αναγνώριση και τις τιμές. Απλώς τα θαύματα και τα περίεργα, που μόνον εγώ γινότανε να ζήσω, θα 'θελα να τα μάθουν κι άλλοι. Δεν είναι βέβαια σπάνιο, μια αυτοβιογραφία να ωθείται και από άλλα κίνητρα, βαθύτερα. Αν, όσο προχωρά η διήγηση μου, ανακαλύψω ότι υπάρχουν και σε μένα, ορκίζομαι από τώρα ότι δεν θα το αποκρύψω. Αυτό άλλωστε επιβάλλει η διαφάνεια, που υπήρξε ανέκαθεν -ή, για να 'μαι πιο ακριβής, από κάποιο σημείο και πέρα- χαρακτηριστική του βίου μου".
Η διαφάνεια του Φωτός!
"Έθιξα άθελα μου μια κρίσιμη καμπή της αιώνιας διαδρομής μου, που θεωρείται δίκαια μεγάλης σημασίας. Πράγματι, 400.000 χρόνια από τη γένεση του Σύμπαντος, παύει η αλληλοεπίδραση μου με την ύλη. Αρχίζει τότε, όπως λένε, η εποχή της διαφάνειας.

Σπεύδω βέβαια να τονίσω, ότι οσάκις αναφέρονται χρόνια οι χρονικές περίοδοι στην διήγηση μου, δεν έχει πολύ νόημα για μένα -διευκολύνει απλώς όσους ακούν. Από τότε πάντως που απελευθερώνομαι από τους υλικούς δεσμούς μου, είμαι σε θέση να μεταφέρω εικόνες και γεγονότα του απώτατου παρελθόντος. Η εποχή της διαφάνειας, σημαίνει για τους μεταγενέστερους την αρχή της γνωριμίας τους με το πρώιμο Σύμπαν.
Ας βάλομε όμως τα πράγματα σε κάποια σειρά. Λέγεται ότι το Σύμπαν δημιουργήθηκε από μια υπέρθερμη, μεγάλη Έκρηξη, πριν από 15 περίπου δισεκατομμύρια χρόνια. Λέγεται ακόμα ότι εγώ, το αρχέγονο φως, αποτελούσα τότε το κυρίαρχο συστατικό του Σύμπαντος, ενώ η αρχική ύλη συνιστούσε μια αμελητέα πρόσμειξη. Δεν ξέρω σε ποιόν οφείλεται η φράση "Εν αρχή ην το Φως". Να δηλώσω όμως, με κάθε ταπεινότητα, ότι δεν κρύβει και μεγάλη δόση υπερβολής.
Με κυρίευσε όμως η φλυαρία, και λησμόνησα να αναφερθώ σε ένα καθοριστικό γεγονός: Ότι η Μεγάλη Έκρηξη, που δημιούργησε το Σύμπαν είχε σαν συνέπεια τη συνεχή και φρενιτιώδη διαστολή του. Από το αρχικό του λοιπόν μέγεθος, που ήταν απειροελάχιστο, το Σύμπαν θα αποκτήσει γρήγορα ιλιγγιώδεις διαστάσεις. Μαζί, εξάλλου, με τη διαστολή, αρχίζει και η πτώση της θερμοκρασίας του. Κάθε φορά που το μέγεθος του Σύμπαντος διπλασιάζεται, η θερμοκρασία του πέφτει στο μισό. Εκατό μόλις δευτερόλεπτα μετά την Μεγάλη Έκρηξη, δεν υπερβαίνει το ένα δισεκατομμύριο βαθμούς, όση περίπου είναι και στο εσωτερικό των άστρων. Η συνεχής αυτή ψύξη επηρεάζει άμεσα και την δική μου ενέργεια και η ακτινοβολία μου, από την ορατή περιοχή του φάσματος, έχει σήμερα μετατοπισθεί στα ραδιοκύματα. Άλλο ωστόσο θέλω να τονίσω: Ότι ακόμη και σήμερα, κι ενώ έχουν περάσει 15 δισεκατομμύρια χρόνια από την εκρηκτική Αρχή του, το Σύμπαν εξακολουθεί πάντα να διαστέλλεται.
Οι γαλαξίες υπερνικούν την βαρυτική έλξη, και απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο με τεράστια ταχύτητα.
Η απομάκρυνση αυτή προδίδεται από το ίδιο το φως των γαλαξιών -πόσο αποκαλυπτικός είναι πάντα ο ρόλος του φωτός!- και επιβεβαιώνει εκείνα που έζησα από πρώτο χέρι: Ότι μια αδιανόητη Μεγάλη Έκρηξη υπήρξε η αρχή του παντός, και έπλασε με περίτεχνες διαδικασίες στον χώρο και στον χρόνο όσα ορατά και αόρατα μας περιβάλλουν.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι όσοι με ακούν θα έχουν ήδη σοβαρές αμφιβολίες για την ειλικρίνεια -η έστω την ακρίβεια της μνήμης μου. Έχω κι εγώ συνείδηση ότι η αφήγηση μου φαίνεται απίστευτη, και ότι θυμίζει λίγο παραμύθι. Το ίδιο δεν ισχύει μήπως με ορισμένες ιστορίες της ζωής, η τουλάχιστον κάποιες κρυφές διαδρομές της; Όσο πάντως με αφορά, θέλω να διαβεβαιώσω, ότι η αυτοβιογραφία μου στηρίζεται σε γεγονότα. Σε κάθε όμως αυτοβιογραφία -και μάλιστα συνοπτική - πολλά δεν είναι δυνατόν να αναφερθούν, ενώ άλλα δεν επιτρέπεται εγώ να θίξω. Στη λογική λοιπόν απορία, τι υπήρχε ή τι έγινε πριν από την Μεγάλη Έκρηξη, θα περιορισθώ σε ό,τι απαντά η επιστήμη. Είναι, ισχυρίζεται εκείνη, μια απορία χωρίς νόημα. Ο χώρος και ο χρόνος δημιουργούνται ταυτόχρονα με την Μεγάλη Έκρηξη, και δεν νοούνται ως αυθύπαρκτες οντότητες. Ούτε λοιπόν το "πριν" υπάρχει. Στο ακόμα όμως βαθύτερο ερώτημα, τι προκάλεσε την Μεγάλη Έκρηξη, και ποιος υπήρξε ο σκοπός της, να μου επιτρέψετε να σιωπήσω. Όχι ότι δεν ξέρω. Η θέση μου ωστόσο είναι δύσκολη, και μερικά πράγματα δεν επιδέχονται καν μια υπαινικτική απάντηση".
Tα πρώτα στάδια του Σύμπαντος
"Στα πρώτα λοιπόν στάδια του Σύμπαντος, η οργιαστική δραστηριότητα των πρωταρχικών στοιχείων του -πού είχαν πάντα εμένα μάρτυρα η συνεργάτη- οδηγεί στη σύνθεση πρωτονίων και, αργότερα, απλών πυρήνων δευτερίου και ηλίου.
Κάποια ωστόσο καθοριστική στιγμή, με την μεσολάβηση της ηλεκτρομαγνητικής δυνάμεως τα άφθονα επίσης ηλεκτρόνια, συλλαμβάνονται σε σταθερές τροχιές γύρω από τα πρωτόνια. Έτσι, 400.000 χρόνια μετά την Μεγάλη Έκρηξη, δημιουργούνται τα άτομα του υδρογόνου, που είναι σταθερά και ηλεκτρικά ουδέτερα. Έκτοτε το υδρογόνο αφθονεί στο Σύμπαν, και υπολογίζεται ότι συνιστά το μεγαλύτερο μέρος της ορατής του ύλης.
Υπάρχει ωστόσο μια βαθύτερη αιτία, που η δημιουργία των ατόμων καθόρισε και την δική μου σταδιοδρομία. Αφού τα άτομα είναι ηλεκτρικά ουδέτερα, παύω να αλληλεπιδρώ με την ύλη. Κατά κάποιο τρόπο, κέρδισα την ελευθερία μου, και ταξιδεύω πια χωρίς καμιά υλική δέσμευση. Θα κατακτήσω την κάθε γωνιά του Σύμπαντος, θα ζήσω τις πιο δύσκολες και δημιουργικές του ώρες. Θα μεταφέρω ακόμη χρήσιμες πληροφορίες σε όποιον έχει την ικανότητα, η την διάθεση, να τις δεχτεί. Χωρίς υπερβολή, με τη δημιουργία των ατόμων και την δική μου απελευθέρωση, το Σύμπαν περνά από την προϊστορία, στην ιστορική περίοδο του. Όπως η Ιστορία έχει τα γραπτά μνημεία της, στο Σύμπαν υπάρχει από τότε η δυνατότητα των απ' ευθείας παρατηρήσεων.
Η απαρχή της ιστορικής περιόδου σφραγίζεται λοιπόν από τον σχηματισμό των ατόμων, και από την ολοένα και εμφανέστερη κυριαρχία της ύλης. Έχοντας πια εξασφαλίσει κάποια ύπαρξη, το Σύμπαν δεν φαίνεται να βιάζεται.
Μετά την πρώτη φάση της δημιουργίας, συντίθεται από ένα τεράστιο νέφος υδρογόνου και μικρές ποσότητες ηλίου. Υπό την επίδραση της βαρύτητας, στο νέφος αυτό αρχίζουν να εκδηλώνονται μικρές μεταβολές. Κάποια τυχαία συσσώρευση της ύλης σε μια περιοχή του νέφους, αποτελεί πόλο έλξης για τα υπόλοιπα άτομα. Ο πόλος αυτός διαρκώς ισχυροποιείται, και όπως συμβαίνει σε μια χιονοστιβάδα, η συσσώρευση ύλης αποκτά κάποια στιγμή υπολογίσιμη πυκνότητα και μέγεθος. Έτσι, το αρχικά ομοιόμορφο νέφος εμφανίζει διάσπαρτες περιοχές συμπύκνωσης της ύλης. Είναι οι πρωτογαλαξίες. Μοιάζουν με νησίδες σε ένα αδιάφορο ωκεανό αραιής ύλης που, όπως υποπτεύθηκα αμέσως, προοιωνίζονταν κάποια σπουδαία και δραματική εξέλιξη. Η αλήθεια είναι ότι για την εξέλιξη αυτή χρειάσθηκε να περιμένω ακόμα μερικά δισεκατομμύρια χρόνια. Δεν μετανιώνω όμως, ούτε παραπονιέμαι. Διότι όχι μόνον το Σύμπαν άλλαξε από τότε μορφή, αλλά και εγώ απέκτησα συντροφιά στο απέραντο και μοναχικό ταξίδι μου".
Ο Γιώργος Γραμματικάκης ξεκίνησε το ταξίδι που κάποτε ζήλεψε σαν ιδέα ο Αϊνστάιν, όταν σε ηλικία δεκαέξι ετών αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν ταξίδευε με μια ακτίνα φωτός. Αυτό το φαινομενικά απλό ερώτημα τον οδήγησε αργότερα να ανατρέψει τη φυσική της εποχής του με τη διατύπωση της Θεωρίας της Σχετικότητας.
"Κεντρική προσπάθεια της ζωής μου, λέει ο συγγραφέας, είτε στα πανεπιστήμια που έχω διδάξει είτε στα γραπτά μου, είναι να δείξω αυτό που ήξερε η Αναγέννηση και το έχει ξεχάσει ο σύγχρονος πολιτισμός: ότι η υπερβολική εξειδίκευση δεν μας αποκαλύπτει την αλήθεια. Η αλήθεια είναι συνήθως το όλον και μεταξύ της τέχνης, της φιλοσοφίας και της επιστήμης υπάρχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Η μεγαλειώδης ιδιότητα του φωτός είναι ότι κατά κάποιον τρόπο τα δένει όλα αυτά μαζί. Ας μην ξεχνάμε ότι η επιστήμη είναι ως έναν βαθμό έμπνευση και πάθος, όπως η τέχνη". Το βιβλίο ανήκει εδώ και μήνες στα ευπώλητα. Κι ο συγγραφέας δεν έχει ανάγκη διαφήμισης. Ο ίδιος ζητά από τους αναγνώστες του ένα πράγμα: «Να το διαβάσουν πρώτα με το νου και ύστερα ή παράλληλα με την ψυχή!».
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Γ. Γραμματικάκης: Η αυτοβιογραφία του Φωτός"
Δευτέρα, Αυγούστου 21
"...η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας"
Οδυσσέας Αλεπουδέλης ή Ελύτης: Ο λόγος του κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας που παρέλαβε το 1979.

"ΑΣ μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Οπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το "θείο".
Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν' αρκεστεί στο "νυν έχον" αλλά να επεκταθεί στο "δυνατόν γενέσθαι". Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ισως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ισως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.
Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.

Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.
Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτή τη γη.
Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το "δέσιμο" που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο "πέραν" η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ηλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.
Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο "εδώ" και στο "επέκεινα". Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν "εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην"; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.
Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει:
Wozu Dichter in durftiger Zeit!
Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ' άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο.

Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά "ύβρις". Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.
Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του "Ευρωπαίου-Ελληνα". Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.
Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώτισση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ' αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.
Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.
Για τον ποιητη - μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.
Ομως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις "αναλογίες των αισθήσεων" στο πνεύμα. Ολες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Ολοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Ομηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ενα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.
Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκώσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.
Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ' τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.
Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το ""...η μοίρα μας παρ' όλ' αυτά βρίσκεται στα χέρια μας""
Ουμπέρτο Εκο - «Το Εκκρεμές του Φουκώ»

“…. Λοιπόν. Στον κόσμο υπάρχουν οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί".
"Εξαιρείται κανείς;"
"Ναι, εμείς οι δυο. Ή τουλάχιστον, δίχως να θέλω να σας προσβάλω, εγώ. Τέλος πάντων, όμως, αν το καλοσκεφτούμε, όλοι ανήκουν σε κάποια απ αυτές τις κατηγορίες. Ολοι μας κάθε τόσο είμαστε κρετίνοι, ανόητοι, βλάκες και τρελοί. Ας πούμε ότι φυσιολογικός άνθρωπος ειν' εκείνος που συνδυάζει σε λογικό ποσοστό όλα αυτά τα συστατικά, τους ιδανικούς τύπους".
"Idealtypen".
"Μπράβο. Ξέρετε και γερμανικά;"
"Κουτσά στραβά για τις βιβλιογραφίες".
"Στην εποχή μου, όποιος ήξερε γερμανικά δεν έπαιρνε πτυχίο. Περνούσε τη ζωή του ξέροντας γερμανικά. Νομίζω ότι σήμερα το ίδιο συμβαίνει με τα κινέζικα".
"Δεν τα ξέρω αρκετά καλά κι έτσι θα πάρω πτυχίο. Ας γυρίσουμε και πάλι όμως στην τυπολογία σας. Τι είναι η μεγαλοφυία, ο Αινστάιν, ας πούμε;".
"Μεγαλοφυής είναι αυτός που επιστρατεύει ένα απ’ αυτά τα συστατικά κατά ιλιγγιώδη τρόπο, τρέφοντας το με τα υπόλοιπα".
Ηπιε. Είπε: "Καλησπέρα κούκλα. Ακόμα δεν αποπειράθηκες ν αυτοκτονήσεις;".
"Όχι", απάντησε η κοπέλα που περνούσε, "τώρα ανήκω σε μια ομάδα".
"Μπράβο", της είπε ο Μπέλμπο. Στράφηκε προς το μέρος μου: "Μπορούν να γίνουν και ομαδικές αυτοκτονίες, δεν νομίζετε;".
"Οι τρελοί όμως;".
"Μη νομίσετε ότι η θεωρία μου είναι πανάκεια. Δεν πάω να τακτοποιήσω το σύμπαν. Λέω τι σημαίνει τρελός για έναν εκδοτικό οίκο. Η θεωρία μου είναι ad hoc, εντάξει;".
"Εντάξει. Σειρά μου να κεράσω".
"Σύμφωνοι. Πυλάδη, σας παρακαλώ, λιγότερο πάγο. Αλλιώς μπαίνει αμέσως στην κυκλοφορία. Λοιπόν. Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά".
"Πώς γίνεται;".
"Αυτός τα καταφέρνει. Γι αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι".
"Ας τον αφήσουμε".
"Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι".
"Τι εννοείτε;".
"Αυτό". Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. "Σκοπεύει να μιλήσει γι αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;".
"Καταλαβαίνω. Τους ξέρω".
"Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. Του χρειάζεται ένα σαλόνι Βερντυρέν, ή μάλλον μια οικία Γκερμάντ. Τα διαβάζετε ακόμη αυτά εσείς οι φοιτητές;".
"Εγώ ναι".
"Ανόητος είναι ο Ιωακείμ Μουρά που επιθεωρεί τους αξιωματικούς του και ανάμεσα τους βλέπει έναν από τη Μαρτινίκα γεμάτο παράσημα. "Vous etes negre?", τον ρωτά. Κι εκείνος: "Oui, mon general". Κι ο Μουρά: "Bravo, bravo, continuez!" (-Είστε νέγρος; -Μάλιστα στρατηγέ μου –Μπράβο, μπράβο, συνεχίστε!) Και ούτω καθ' εξής. Με παρακολουθείτε; Συγγνώμη αλλ απόψε γιορτάζω μια ιστορική απόφαση της ζωής μου. Εκοψα το ποτό. Ένα ακόμη; Δεν απαντάτε, με κάνετε να νιώθω ένοχος. Πυλάδη!".
"Και ο βλάκας;".
"Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι".
"Πράγμα που ισχύει".
"Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους".
"Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί".
"Κατ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;".
"Ολοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι".
"Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ενας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν ασχολείται μαζί τους ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί ν αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;".
"Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα".
"Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου".
"Διαμάχη μεταξύ βλακών".
"Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου".
"Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες".
"Δεν υπάρχει διαφυγή. Ολοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας".
"Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ".
"Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!"
"Μα είναι η σειρά μου".
"Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια".
"Αυτό είναι βλακώδες".
"Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε κι αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης".
"Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;".
"Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ενας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ".
"Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές, όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε επτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;".
"Θεέ μου – είναι η ώρα να το πω… Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;"
"Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους".
"Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;".
"Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά".
"Ε, ναι, η βλακεία μας περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου".
"Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας".
"Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης".
"Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δεν φτάσαμε ακόμα στους τρελούς".
"Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναίτες".
"Πάντα;".
"Υπάρχουν και τρελοί χωρίς Ναίτες αλλά οι τρελοί με τους Ναίτες είναι οι πιο πονηροί. Στην αρχή δεν τους αναγνωρίζεις, νομίζεις ότι μιλούν φυσιολογικά, έπειτα, ξαφνικά…" Εγνεψε για να ζητήσει εν ακόμα ουίσκι, το ξανασκέφτηκε και ζήτησε το λογαριασμό. "Μια που λέμε για τους Ναίτες. Τις προάλλες ένας τύπος μου άφησε ένα δακτυλογραφημένο κείμενο γι αυτό το θέμα. Είμαι σίγουρος ότι είναι τρελός, μα έχει ανθρώπινη όψη. Το κείμενο του αρχίζει με ήσυχο τρόπο. Θέλετε να του ρίξετε μια ματιά;".
"Ευχαρίστως. Μπορεί να βρω κάτι που θα μου χρειαστεί".
"Δεν νομίζω. Αν όμως έχετε μισή ώρα καιρό, κάντε μια βόλτα. Οδός Σιντσέρο Ρενάτο, αριθμός ένα. Περισσότερο θα ωφελήσει εμένα παρά εσάς. Θα μου πείτε αμέσως αν η εργασία σας φανεί αξιόπιστη".
"Γιατί μ εμπιστεύεστε;".
"Ποιός είπε ότι εμπιστεύομαι; Αν όμως τύχει, εμπιστεύομαι. Εμπιστεύομαι την περιέργεια".
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Ουμπέρτο Εκο - «Το Εκκρεμές του Φουκώ»"
Παρασκευή, Αυγούστου 18
Στρατόπεδο αυτοσυγκεντρώσεως. Παύλος Μάτεσις
Είμαι ο διασκεδαστής της συνοικίας σας. Και της υφηλίου σας. Δεν είναι ακριβώς «καμπαρέ» το μαγαζί μας, πρώην θάλαμος καυσαερίων είναι, αλλά το διακοσμήσαμε, έγινε ψυχαγωγείον δι' οικογενείας. Ο εισερχόμενος αμείβεται. Θα δείτε πώς. Πόσο.
Κοινό μου μορφωμένο, είσαι ένα κοινό καθόλου κοινό. Δεν καταδέχεσαι τα κοινά, ούτε τον κοινό νου, ούτε την κοινή λογική, περάστε. Θα ψυχαγωγηθούμε με συναισθήματα καλής οικογενείας.
Στην είσοδο θα υπάρχει σημαία. Σημαία ευκολίας. Ή σημαίες διαφόρων ηπείρων, για διαβατήριο. Θα τους ψάλλουμε τον διεθνή εθνικό ύμνο που αρχίζει με: ω σημαία θνησιμαία και του έθνους προκυμαία παντού ίπτασαι ακμαία και λοιπά.
Πρεμιέρα με πάρτι για το τρίτο χιλιάρικο μ.Χ. Να χαιρετήσουμε τη χιλιετία. (Ή μήπως να μας αποχαιρετήσει; Φημολογείται πως θα συνεχίσει δίχως εμάς, ο πλανήτης, λένε, έχει οργανώσει απορριπτική διαδικασία μας και έξοδό μας. Έξοδος δωρεάν).
Η αρχική χιλιετία μας έκανε πρεμιέρα με τη γέννηση βρέφους που εδηλώθη και εδήλωσε υιός Θεού. Εγώ θα είμαι ολιγαρκέστερος. Δηλώνω κομπέρ σας. Μόνο. Αμοιβή με την ώρα. Αμοιβή δική σου δηλαδή, ελλογιμώτατε θεατή μου, επειδή το πρόγραμμα της ρεβύ είσαι εσύ. Θα το πάμε ολονυχτία. Θα σε ξενυχτήσω.
Ο Θεούλης, καλός ή κακός, καλώς ή κακώς, έπλασε την ημέρα. Για τα κορόιδα. Σαν εσένα. Τη νύχτα μου την εμπιστεύτηκε εμένα. Ο χρυσός μου. Η ημέρα μυρίζει ιδρώτα. Η νύχτα μοσχοβολάει φόνο. Σαν κι εμένα.
Αναρχικός; Εγώ; Με πληγώνεις, χρυσέ μου πελάτη μου. Η αναρχία έγινε μόδα. Και οι μόδες είναι για άτομα μειωμένης νοημοσύνης.
Αναρχικός γίνεται αυτός που δεν κατάφερε να γίνει αστός.
Η αναρχία, εράσμιε πελάτη μου, είναι το όπιο του λαού. Όπιο του καλού κόσμου είναι η μοναρχία. Η Αμερική είναι το όπιο των απανταχού κυβερνήσεων, αλλά και των Αμερικανών. Η ηρωίνη δεν γνωρίζω ποιανού όπιο είναι, πάντως όχι του κύκλου μου, είναι τεκμήριο απουσίας φαντασίας.
Το πρόγραμμά μου θα είσαι εσύ, σου το είπα; Και το θέμα μου. Το απαιτείς από καιρό. Χιλιετίες τώρα. Το κατάστημα, θεατή μου καλλιεργημένε, σου έχει τάξει ένα σκετς με φόνο. Αυθεντικόν. Το έχουμε προ-αναγγείλει σε όλες τις εφημερίδες και σε όλα τα επιτελικά ανακοινωθέντα. Μας το έχουν διαφημίσει ευγενής χορηγία τοιχοκολλήσει, προγραμματίσει, όλες οι κυβερνήσεις κάθε υφηλίου, σκετς μετά φόνου. Και όχι φόνου λαϊκίστικου, τύπου Πεκακά, Ουτσεκά, Φτουκακά. Φόνου από ανία. Δική σου.
Επειδή τα εφτά σου θανάσιμα αμαρτήματα είναι τρία: βλακεία, πενία και ανία. Πάσχεις κυρίως από το τρίτο. Διότι και ούτε πολεμάς και διότι έχεις πάρα πολύν καιρό να νικήσεις. Βλέπεις, σε απογοήτευσε και η ιδεολογία σου. Η οποία προπολεμικά (προ ποιου πολέμου;) ήταν μια πόρνη επιμελής, αρτιμελής και νοικοκυρεμένη, σε δεχόταν με λαμέ τουαλέτα. Τώρα σε δέχεται στην τουαλέτα (του Δήμου). Μία, διάτρητη, οιονεί κυρία.
Είναι αναγκαίο, φίλε θεατή, για εναρκτήριο λάκτισμα χιλιετίας, να έχουμε πάλι γέννηση Θεού; Δεν προτιμάς καλύτερα να την εγκαινιάσουμε με φόνο πελάτου; Τον δικό σου, ας πούμε; Δεν θα είναι θεραπεία για την ανία;
Όχι, δεν θα το επωμισθώ εγώ ιδιοχείρως, εγώ βαριέμαι αποχωρισμούς, βιασμούς, βομβαρδισμούς, μεταλλάξεις και τέτοια παιδικά παιχνίδια. Θα προβούμε σε κάτι πιο... εκλεπτυσμένο. Πιο... αιώνιο.
Φιλοδοξείς, πονηρούλη, να εκτελεστείς προσωπικά από μένα!! Αθώε τύπε! Μα, μαρτύρησα εγώ πότε, ποιος, και από ποιόν;
Λοιπόν: Το πρόγραμμά μας. Θα εκτελείται μουσική. Και ένας πελάτης. Θα γίνεται με λοταρία. Ημερομηνία άδηλη. Κάποιο βράδυ. Στη λοταρία, χρυσέ μου θεατή, τον λαχνό θα τον τραβάς εσύ, όχι εγώ. Και αν ποθείς να είσαι εσύ ο λαχνός, να μου προσέρχεσαι κάθε βράδυ. Και πού θα σου πάω, κάποιο βράδυ θα βγάλεις από την κληρωτίδα το όνομά σου, δεν μπορεί να είσαι μόνιμα εκτός τύχης. Γίνε μόνιμος θαμώνας. Και κάποια στιγμή θα κληρωθείς: το θύμα της βραδιάς. Θα σε καταστήσω διάσημο. Μπορώ να σου τραγουδάω και κάτι θορυβώδες μετά, ή κατά: Κάτι νοσταλγικό: του στυλ, καθιστή στην κουπαστή ιππαστί σαν τραβεστί μικροαστή κάτι παρεμφερές.
Ξέχασα να το ανακοινώσω στο διαφημιστικό: το πρόγραμμα εκφωνείται σε γλώσσα αμερικανική. Διανθισμένο με σουξέ γνωστού κλασικού βάρδου «να ζει κανείς; Ή να μη ζει κανείς;», άσματα από τον Εμφύλιο Πόλεμο και την Εμφυλία Δημοκρατία. Διανοούμενοι, εν συνεχεία, θα προβούν στην αρμόδια αποσοδόμηση.
Λιποταχτείς; Ψάχνεις γύρω για ξύλο, να το χτυπήσεις; Ματαιοπονείς. Τώρα όλα τα ξύλα είναι πλαστικά. Και το τίμιο ξύλο.
Όμως, ένας μόνο φόνος, είναι ασφαλές αντίδοτο για την ανία; Θα προτιμούσα κάτι ομαδικό βλέπεις, εγώ, ως κομπέρ και ως άνθρωπος, ονειροπολώ κάτι ομαδικό, πρωτοποριακό, χιτλερικό, κοινωνικό. Εάν εργάζομαι σκληρά αποταμιεύω, κόψω το τσιγάρο και το φόρο, τότε θα μπορέσω να αγοράσω ένα αεροπλάνο, μεταχειρισμένο, και έξι χιλιάδες κιλά κόκα (μην πάει ο νους σας στην κόκα-κόλα), έχω κολλέγα εξ Αλβανίας. Άλλωστε ελπίζω να το έμαθες: η κυβέρνηση τοποθέτησε στα σύνορα Αλβανοφύλακες. Κι έτσι, τώρα πλέον, οι Αλβανοί (σας) δεν θα μπορούν πλέον να δραπετεύουν. Θα μείνουν κοντά σας. Για πάντα σας.
Θα απογειωθώ, λοιπόν, στον ουρανό το γαλανό τον αττικό, και θα του κάνω έναν ψεκασμό, έξι χιλιάδων κιλών. Κόκα άχνη. Φαντάζεσαι τον Παρθενώνα μεταποιημένον σε κουραμπιέ;
Σ' ερεθίζω; Εμένα όχι, δεν είμαι ολιγαρκής.
Εγώ άλλα ονειροπολώ (ονειροπωλώ). Στα εθνικά σου γενέθλια, θα ήθελα να έχω τα χρήματα ν' αγοράσω ένα κουταλάκι του γλυκού και μερικές χιλιάδες κιλά ηρωίνη. Ή, αν δεν βρω στην αγορά, να ψώνιζα υδροκυάνιο, έχω κολλέγα εξ Αλβανίας και Κολομβίας. Και να πήγαινα πικ-νικ στη λίμνη Μαραθώνος. Να έριχνα μέσα μεθοδικά τα ψώνια μου, να τα διαλύσω απαλά με το κουταλάκι του γλυκού για σένα. Από μένα για σένα. Αφιερωμένο εξαιρετικά.
Όνειρα. Με τόσο ΦΠΑ και ΙΚΑ που απαιτείται για αγορά τέτοιων ειδών πολυτελείας, αυτά είναι όνειρα για Αμερικάνους, όχι για κομπέρ σε καμπαρέ.
Πάντως, έτσι θα ζούσα πια βίον αθόρυβο, στην πλέον αθόρυβη πρωτεύουσα του κόσμου. Θα με έκαναν άραγε εθνικό ευεργέτη; Μπα. Αυτά, μόνο αν είσαι ποδοσφαιριστής σου τα επιδαψιλεύει το Έθνος. Πάντως μία καλή κουβέντα πάντα είναι καλόδεχτη.
Ποθείς και συ ν' ακούσεις καλή κουβέντα; Από μας; Μην περιμένεις. Διότι τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματά σου, αθώε μου, είναι ένα: εμείς οι άλλοι.
Μην κλαις. Δεν είναι της μόδας.
Ετικέτες Ρήσεις
Permalink για το "Στρατόπεδο αυτοσυγκεντρώσεως. Παύλος Μάτεσις"



