Tabs: Blog | About Me |

7.2.17

O Θεός και το καλύτερο "οικόπεδο" της Δημιουργίας

O Νιόνιος χρόνια πριν είχε αφηγηθεί μία όμορφη παραβολή.


Αφορούσε στις μέρες της Δημιουργίας και στη σκέψη του Θεού. Με τον μοναδικό τρόπο –που οι καλοί παραμυθάδες διαθέτουν- σε έπειθε πως ο Πλάστης έφτιαξε σαν καλός μάστορας τη γη και έπειτα μπήκε στον κόπο να μοιράσει τα οικόπεδά της. Στο νου Του όμως είχε ήδη να κρατήσει το καλύτερο κομμάτι της για … τα γεράματά Tου.

Έβαλε λοιπόν, τους λαούς στη σειρά και βάλθηκε να τους μοιράζει χώρες και κομμάτια από τη δημιουργία Του. Στους συνεπείς και πειθαρχημένους, στοιχηματίζω πως ανήκαν οι Γερμανοί, οι Φιλανδοί, οι Άγγλοι ίσως και οι Γάλλοι. Προσήλθαν άμεσα και μπήκαν πειθήνια στη σειρά. Από την άλλη, αυτά τα ιδιάζοντα όντα, οι Έλληνες, με κάτι άσχετο είχαν καταπιαστεί μάλλον και δεν πρόλαβαν να παραλάβουν χώρα εγκαίρως.

Τέλειωσε, κάποτε ο Παντοκράτορας τη μοιρασιά του και πάνω που ικανοποιημένος έτριβε τα χέρια του και ετοιμαζόταν να αποσυρθεί στο οικοπεδάκι του, στην Μεσόγειο, νασου κι εμφανίζονται ασθμαίνοντας οι ... αλλοπαρμένοι Έλληνες.

- Που είσασταν τέκνα μου εσείς; (υποθέτω στο περίπου πως τους είπε ο Μεγαλοδύναμος). Κάτι δικαιολογίες ψέλλισαν εκείνοι αλλά η ουσία ήταν πως οι άνθρωποι είχαν μείνει χωρίς τόπο και δίχως στέγη. Τι να σου κάνει ο Φιλεύσπλαχνος και Ελεήμων που τους συμπάθησε όπως τους είδε (λίγο καταφερτζήδες και λίγο πολυμήχανους) και εν τέλει σκέφτηκε … ας πάει και το παλιάμπελο. Μόνο που αντί για παλιάμπελο του ‘χε απομείνει εκείνο το «φιλετάκι», που λέγαμε πως κρατούσε για τον Εαυτό του. Πήρε, λοιπόν, το ύφος Του το αυστηρό και τους το έδειξε: Άντε, τους είπε (πάλι στο περίπου) σας το χαρίζω αλλά να το προσέχετε γιατί είναι τόπος θεϊκός κι όλοι θα σας ζηλεύουν.

Κι ως Παντογνώστης είχε ασφαλώς δίκιο. Οι Έλληνες ζούσαν ανά τους αιώνες στο θεϊκό Του οικόπεδο αλλά ουδέποτε ησύχασαν από τις επιβουλές των άλλων.

Κάπου εδώ νομίζω η ιστορία του Νιόνιου τελείωνε. Ήταν βέβαια και ήσυχοι καιροί όταν την σκαρφίστηκε. Στις μέρες μας, υποθέτω πως ο Ύψιστος όλο και κάποια φωνή θα ύψωνε (Φωνή Θεού, Οργή λαού). Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος. Κάτι παραπάνω γνωρίζει Εκείνος για τα μελλούμενα. Κι άλλωστε το … οικόπεδο γλιτώνει ανά τους αιώνες. Τόσο ανάξιοι απόγονοι φανήκαμε που να χαθεί επί των ημερών μας; 

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "O Θεός και το καλύτερο "οικόπεδο" της Δημιουργίας"

5.12.16

Μουσική .. βιογραφία


Θαρρώ πως κάποτε όλοι κάνουμε απολογισμούς. Στις παραμονές του Νέου έτους, σε κάτι νύχτες με Πανσέληνο ή σε κάποιες στιγμές μοναξιάς. Εγώ το κάνω ακούγοντας μουσική.
Ένα τραγούδι μπορεί να με "γυρίσει" δεκαετίες πίσω, στις εποχές της αθωότητας.
Ένας στίχος μπορεί να με "ταξιδέψει" κι ακούγοντάς τον να βαλθώ να ζυγίζω το παρελθόν και να το συγκρίνω -ασυνείδητα σχεδόν- με τα τρέχοντα.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σε όποιον δεν έμαθε να συντροφεύει τη ζωή του με μουσικές. Κι όμως μία μελωδία φτάνει για να αρχίσω τις .. αναδρομές. Όπως το "Όσο βαρούν τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα". Είναι ένας μικρασιάτικος σκοπός, που πρωτοηχογράφησε ο Φουσταλιέρης το 1938. Έτσι το τραγούδι "πολιτογραφήθηκε" ως κρητικό. Αλλά δεν ήταν. Η μάνα μου το 'ξερε. Κάθε φορά που τ' άκουγε δάκρυζε. Τα μαύρα ρούχα στα νιάτα της δεν ήταν μόδα αλλά μία αναγκαιότητα.
Έχω συχνά εικόνες από τις αφηγήσεις της. Λες και ο σκοπός του τραγουδιού ήταν το βότσαλο στη λίμνη που ξυπνούσε κάθε μνήμη της. Άνθρωπος του "μοιράζομαι" η μάνα μου. Δεν κρατούσε τίποτα μέσα της. Πίκρες, χαρές, δικές της και ξένες ήθελε να τις κοινωνήσει πάντα. Σκούπιζε βιαστικά την αλμύρα, γελούσε αχνά κι έβαζε μπροστά το "Μιά φορά κι έναν καιρό" για να πει την ιστορία της.

Ένα μικρό χωριουδάκι, σκαρφαλωμένο στα ριζιμιά χαράκια.
Μαυροντυμένες γυναίκες να ανηφορίζουν με το δειλινό στο νεκροταφείο, για να βρεθούν
κοντά στις .. απώλειές τους. Και οι νεώτερες .. στα μαύρα κι αυτές. Η μάνα μου έτσι πρωτοθυμάται τον εαυτό της: Ένα κοριτσόπουλο με μακριά κατάμαυρα κρουλάκια, μεγάλα μαύρα μάτια και ρούχα ασορτί.
Κι έτσι αφηγείται και το ξεκίνημα του love story με τον πατέρα μου. Παράταιρο πια στους καιρούς μας, αλλά τότε ο πρώτος έρωτας για τις περισσότερες ήταν και ο μοναδικός. Γιος του γαιοκτήμονα της περιοχής εκείνος. Επόπτευε στ' αμπέλια τους εργάτες, καβάλα στ' άλογο. Εκεί την πρωτοξεχώρισε. Η πιο νέα μαυροφόρα. Ένα αγριοκάτσικο που δούλευε σβέλτα κι έτρεχε πάνω κάτω στον οψιγιά.

Κρατούσε ένα μήλο στα χέρια του ένα σούρουπο. Είχε λαξεύσει προσεκτικά το εσωτερικό του
για να χωρέσει το σημείωμά. Δυο στίχοι μόνο. Έτσι συνηθιζόταν. Ο έρωτας χωρούσε τότε στις μεστές κουβέντες μίας μαντινάδας. Πέρασε πλάι της και το πέταξε. Κι εκείνη, ως νέα Εύα, "δάγκωσε" το μήλο.

"Μια μαυροφόρα προσπαθεί να ανέβει στο φεγγάρι,
Θεέ μου, και δως μου μπόρεση, να φτάσουμε ομάδι".

Το επόμενο μήλο ήταν αφημένο στη βρύση του χωριού. Ο ευρηματικός «όφης» είχε φροντίσει πάλι να το αδειάσει. Και μέσα του τρύπωσε για άλλη μία φορά γλυκόλογα σε ρίμα.

"Μόνο νερό της λησμονιάς σαν πιω θα σου ξεχάσω.
Μα κι αν το βρω, ως κι αν διψώ, δε θα το δοκιμάσω".


Κι έπειτα μαντινάδες κι έρωτες τους πήραν απ' το χέρι. Δυο ενθουσιασμένα παιδιά που "κλέφτηκαν" κι εγκατέλειψαν νύχτα το χωριό, για να βάλουν πλώρη για τις μεγάλες πολιτείες.

Αθήνα του 1964. Την λένε τώρα αφιλόξενη πόλη αλλά και τότε αρνιόταν να καλωσορίσει
τους ξένους της. Τους στρίμωχνε σε κάτι χαμόσπιτα της Κοκκινιάς και τους πελεκούσε μέρα
νύχτα τα όνειρα ύπουλα. Έπειτα τους έστελνε στα εργοστάσια για τον επιούσιο. Aλλά εκείνοι δεν εννοούσαν να το βάλουν κάτω. Χαμόγελο και τραγούδι.

Ο πατέρας μου του χορού δεν ήταν. Ένα τραγούδι μόνο τον ξεσήκωνε. Πάντα τον θυμάμαι να αφήνει την καρέκλα του -σε κάτι γιορτές "οικογενειακού τύπου"- μόνο όταν έβγαινε τούτο το δισκάκι στην επιφάνεια. Και τότε, άπλωνε τα χέρια σαν φτερά, έκλεινε τα μάτια και χόρευε τον πιο γνήσιο ζεϊμπέκικο, που είδα ως τα σήμερα. Και τραγουδούσε δυνατά, με εκείνη την μπάσα και καθάρια φωνή, που κανένα του παιδί δεν κληρονόμησε: Μα εγώ δεν ζω γονατιστός, είμαι της γερακίνας γιος.

Παρακολουθούσαμε, ως πιτσιρίκια, σαστισμένα τα γλέντια των μεγάλων. Πολλά γλέντια. Αντιστρόφως ανάλογα της φτώχειας. Τεράστια τραπέζια να απλώνονται στην αυλή με καρέκλες δανεικές από τους γειτόνους. Στο κάτω μέρος να στήνεται η σούβλα και το ραδιόφωνο να παίζει τα "τραγούδια της παρέας". Kι ο ψεύτης κι άδικος ντουνιάς να παρηγοριέται πως ... έτσι ειν' η ζωή. Και που και που να μαλακώνει και να ζητά μία ζαριά καλή. Και μόλις το φαγητό τελειώσει και το κρασί αναλάβει "δράση" να πιάνουν το χορό. Πρώτα, πάντα τα τραγούδια της "πατρίδας".
Πιο κρητικοί .. απ' τους κρητικούς. Με μία ξεθωριασμένη θύμηση πια απ' τις εποχές
του χωριού. Κι η φωνή του Ξυλούρη να ξύνει πληγές κι αναμνήσεις: "Του κύκλου τα γυρίσματα, π' αναπαμό δεν έχουν" (πρόκειται για σπάνια ηχογράφηση της εποχής, με απόσπασμα από την αρχή του "Ερωτόκριτου" του Βιτσέντζου Κορνάρου).
Και μετά να αρχίζουν οι κασέτες να πηγαινοέρχονται. Μεγάλες, διπλάσιες από αυτές που θυμούνται αμυδρά πλέον οι πολύ νεώτεροι. Να καταφτάνουν όμως, άλλοτε από την γειτονιά -που τις έβρισκε πρόφαση να ρθει να σμίξει στο γλέντι και στο χορό- κι άλλοτε από τα αυτοκίνητα των καλεσμένων. Θυμάμαι ακόμη τα "σουξέ" του Αγκόπ με την χαρακτηριστικά ένρινη φωνή, που μας ξεκάρδιζε στα γέλια. Κι η κυρά Καίτη να στέκεται στην μεσοτοιχία και να φωνάζει: "Άνοιξέ το καλέ, γιατί δεν ακούγεται δυνατά".
Ο Στελάρας σε μεγάλες δόξες, η Δούκισσα, ο Μπιθικώτσης. Κι η Μοσχολιού να επιμένει πως εδώ είναι ο Παράδεισος κι η Κόλαση, εδώ . Και πράγματι. Ο Παράδεισος κάτι τέτοιες στιγμές "χαμήλωνε" και φτάναμε κι εμείς να τον κοιτάξουμε. Ίσως γιατί είχαμε ακόμη εκείνο το άδολο βλέμμα, όσων δεν ξέρουν καν ότι δρασκελούν στιγμιαία το κατώφλι του.

Την ίδια περίπου εποχή ο Τζορντανέλλι εμφανιζόταν στην τηλεόραση για να προμοτάρει το νέο τραγούδι που μας εκπροσωπούσε στη Εurovision . Kι ο Άλκης Στέας με εκείνο το καταδεκτικό χαμόγελο από δίπλα. Στις μπουάτ ο Χατζής έκανε την δική του .. επανάσταση. Κιθάρα, βραχνάδα και ... σπουδαίοι άνθρωποι αλλά ... Η εποχή πνιγόταν στα δικά της "αλλά". Ποιός είπε ότι η μοναξιά είναι προνόμιο ενός και μόνο καιρού; Υπόθεση διαχρονική!
Κι έπειτα καθώς μεγαλώναμε τα ακούσματα μας άλλαζαν. Το ροκ ερχόταν να θρονιαστεί στις ζωές μας και στα .. θρανία μας. Χαραγμένο με ξυραφάκι πάνω στο ξύλο του επίπλου. Scorpions, Rolling Stones,Led Zeppelin, Jim Morrison, ACDC, Bob Dylan.
Aγριεμένα νιάτα με τζην "σωλήνα" και μυαλά στα .. κάγκελα.
Nα περιμένουμε το πάρτυ του Σαββατόβραδου για λίγο ημίφως και να κάνουμε δεήσεις στον άγνωστο Θεό της "μπουκάλας" μπας και μας χαρίσει κανά ντροπιάρικο πεταχτό φιλί. Και στο πικ-απ οι Foreigner να μας παρακολουθούν με το Eye of the tiger . Κι οι "βράχοι" έτοιμοι να ξαναερωτευτούν την Angie .

Στην εγχώρια μουσική σκηνή πασχίζαμε να ξεπεράσουμε τον τρόπο που μας κοιτούσαν οι Olympians. Κάθε φορά που ακούω το τραγούδι θυμάμαι ένα πρωινό Κυριακής το χτυποκάρδι για το Lower έξω από το Βρετανικό συμβούλιο. Ο Πασχάλης στο φόρτε του τότε κι η κασέτα στην τσάντα μου, φρέσκο απόκτημα και αντίδοτο στο άγχος των εξετάσεων. Μου 'πεσε στην αίθουσα, μόλις μπήκα για τον προφορικό διαγωνισμό. Ο εξεταστής την σήκωσε, την κοίταξε, χαμογέλασε και μου είπε:
- Which of them do you like more?
Tα 'χασα και του 'δειξα με το δάκτυλο τον τίτλο από το τραγούδι.
- Can you explain what the song says in English?
Που είσαι Πασχάλη να σε φιλήσω, έλεγα μέσα μου. Show έκανα στο British council :)

Τις χαρές και τις νίκες τότε τις γιορτάζαμε. Όχι χαμηλόφωνα κι αθόρυβα. Έντονα
και τρελιάρικα, σαν παλιόπαιδα που είμασταν. Λες και σαρώναμε προφητικά ευτυχίες και ξεγνοιασιές να τις φυλάξουμε για τις περιόδους της "ξηρασίας" που θα ακολουθούσαν όταν μεγαλώναμε.
Και βέβαια, η "διασκέδαση" απαιτούσε συνωμοσία.
Και επιστρατευόταν πάντα ο μεγάλος ξάδερφος. Έξοδος μετά δημοσίων θεαμάτων.
Για παγωτό στου Κανάκη .. μας είχαν γονείς και Θείοι κι εμείς μέχρι ... Barbarella φτάναμε
να ακούσουμε Felicita και red red wine για να "ξεβιδωθούμε" λίγο στην πίστα. Και να περιμένουμε όλο προσμονή την ώρα των μπλουζ. Μαρτίνι στο χέρι και ύφος δήθεν αδιάφορο, μέχρι να βεβαιωθούμε ότι "τουλάχιστον δεν χορεύει με άλλη". Κι αν ο Ερμής ήταν στη σωστή θέση και τα .. καμπανάκια ηχούσαν σε κείνο το "θέλεις να χορέψουμε" ε τότε ... γινόταν total eclipse of the heart .
Κι όταν ξυπνούσε το "ροκάκι" μέσα μας κατηφορίζαμε στο "Κύτταρο" να δούμε τον Βασίλη
με μακρύ μαλλί (και μπόλικο ακόμη) να τραγουδάει με την κιθάρα του σ' ακολουθώ . Και κάπου κάπου εκείνο το φοβάμαι ,που μας εξομολογιόταν από την πίστα, κλωτσούσε άγρια μέσα μας. Αλλά το παραμερίζαμε. Νέοι καθώς είμασταν κι έτοιμοι να ρουφήξουμε τη ζωή και να την κατασπαράξουμε. Νέοι, γελαστοί και γελασμένοι.

Το "Αχ Μαρία" χωρούσε τους στεναγμούς μας. Kι ο σταυρός του νότου δεν καταλαβαίνω πως, τρύπωνε πάντα μέσα. Σαν σημαδούρα όλης εκείνης της εποχής. Θυμάμαι έναν μεγαλόσχημο καλλιτέχνη, που μας δέχτηκε εκεί στο καμαρίνι του. Ένα τσούρμο πιτσιρίκια του δεκαπενταμελούς, που θέλανε να κλείσουν "συνεστίαση" για την πενθήμερη της Τρίτης Λυκείου. Ψαρωμένα, παζαρεύαμε -όσο μας έπαιρνε- την τιμή της πρόσκλησης. Του λέγαμε "Τρία κατοστάρικα θα την βάλουμε, για να 'ρθει κόσμος". Μας γέλασε κατάμουτρα: "Πέντε θέλω εγώ. Βάλτε την είσοδο και τσάμπα αν σας κάνει κέφι, αλλά εγώ θέλω πέντε στο κεφάλι". Φύγαμε πικραμένοι κι εκείνο το κατώφλι κανείς μας δεν το ξαναπέρασε. Άδικο θα πεις, αλλά έτσι είμασταν. Τιμωροί και πεισματάρηδες. "Η απολυτότης, δευτέρα φύσις της νεότητος".

Mα τα προσπερνούσαμε όλα γρήγορα. Όλα .. εκτός από κείνους τους πρώτους έρωτες. Είχαν άλλα πλουμίδια τότε. Ραβασάκια την ώρα του μαθήματος, έντονες ματιές, εύγλωττες σιωπές, στομάχι "κόμπο" και στο βάθος η αμφιβολία να πηγαίνει σύννεφο: Για το αν ο έρωτας ζει . Μωρέ, ζούσε και βασίλευε. Στο ταψί μας χόρευε. Κι εμείς ατζαμήδες και άμαθοι, κάναμε την μία γκάφα πίσω από την άλλη. Μας θυμάμαι στα ταβερνεία με το τζουκ μποξ να λέει όλα όσα δεν έμελλε να ειπωθούν αλλιώς. Κι ο Κώστας πάντα να ψάχνει "ψιλά" για το ίδιο τραγούδι: Πες μου που πουλάν καρδιές, να σου πάρω μια. Πουθενά, δεν πουλούσαν.

Θυμάμαι στην Κυψέλη ένα βράδυ, στην "Ψάθα", που τα σπασε όλα χορεύοντας τον διαβολάκο. Μάταια. Προτιμούσα να χτυπάω παλαμάκια και να χορεύει ο Γιώργος εκείνο το τραγούδι του άλλου Γιώργου. Του Ζαμπέτα. Το Μάλιστα κύριε.
Βιαζόμουν κι εγώ να φύγω τότε. Να ανοίξω φτερά για αλλού. Όπως το κάνουν όσοι δεν τους χωράει ο τόπος τους. Μου πήρε χρόνια να μάθω πως τίποτα πιο άγριο κι όμορφο συνάμα από το να κόβεις κάθε ομφάλιο λώρο. Να ξεκόβεις. Να υποκρίνεσαι πως έχεις "άγραφο" ακόμη παρελθόν και να σημαδεύεις παρόν και μέλλον στο δόξα πατρί.
Και μόνο κάτι βράδια σαν το αποψινό, να σε πιάνει το παράπονο . Περαστικό όμως κι αυτό. Όπως όλα. Και φευγαλέα να σκέφτεσαι τα πλοία των ερώτων. Εκείνα που προτίμησες. Και τ' άλλα που άφησες να περάσουν άπρακτα.
Τυχαιότητες. Να στέκεσαι χρόνια μετά και να μπερδεύεσαι για το αν τις διάλεξες ή σε διάλεξαν εκείνες. "Σκέψου να 'ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να 'σουν το πιόνι" . Tι στίχος και τι εικόνα!!
Και τελικά όλα να καταλήγουν πάλι, εκεί από όπου άρχισαν: Εκεί στο νότο . Στην πατρώα γη. Την ίδια που εγκατέλειψαν οι γεννήτορες χρόνια πριν. O απόλυτος κύκλος! Σαν μόνο δύο όχθες να βρήκα στο Αιγαίο. Και να μοίρασα το μόνο "της ζωής μου ταξείδιον" ανάμεσά τους.
Η αντιστρόφως επιστρέφουσα, που επανέλαβε την ιστορία, παραποιώντας την. Θυμάμαι έντονα εκείνο το βράδυ στο καράβι.

Μάρτης του 1987. Τα μποφώρ να σαρώνουν το Αιγαίο και το χιόνι να λευκαίνει ξαφνικά και τις δύο "όχθες" του. Την μία που ήξερα και την άλλη που πήγαινα να πρωτοσυναντήσω. Χωμένη σε μία πανύψηλη πολυθρόνα να πασχίζω μηχανικά να ακουμπήσω τις πατούσες μου στο πάτωμα.
Και ξαφνικά με κυρίευσε ο πανικός. Σαν να μην έφτανε το ανάστημά μου να μετρηθεί με το άγνωστο. Αλλά τον τιθάσευσα. Του 'μαθα να μένει στο πίσω μέρος του μυαλού, να παίζει με υπόηχους και να μην φανερώνεται.
Κι όμως. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο, όλα αυτά που φοβάμαι ξεθαρρεύουν σε χρόνους ανύποπτους. Όπως όλοι οι δράκοι που καταχωνιάσαμε στις σοφίτες μας. Άστοργοι κι επιθετικοί. Έτοιμοι να σου ζητήσουν το "κόκκινο ταμείο" σου.
Και ιδού εγώ -ο βολεμένος "άλλος" εαυτός τους- πρόθυμος για παραδοχές απόψε, να νοιώθω πιο δικό μου ό,τι έχασα.

Τίποτα δεν έμαθα. Απλά περπάτησα. Και συνεχίζω να περπατώ.
Μέχρι να κουραστώ κι εγώ κι ο δρόμος μου.
Κι αν προς στιγμήν φάνηκα ευάλωτη δεν φταίω καν εγώ. Φταίνε τα τραγούδια που με πήραν απ' το χέρι ... Και με ξεγέλασαν.
Όπως γελιούνται συνειδητά όλοι οι "Υπέροχα Μονάχοι" του Μικρούτσικου στου Αδάμ την εξορία.

* Αφιερωμένο "στα σωστά μας και τα λάθη". Και στις ... μικρές ώρες που έχουν κάτι "μεγάλες" νύχτες. Και θερμές ευχαριστίες σε όσους έβαλαν ένα χεράκι για να μην διαβάζεται μόνο το "παρόν" αλλά να ακούγεται κιόλας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Μουσική .. βιογραφία"

18.6.16

He who must die ...



Συζητώντας για τις ταινίες που είδαμε και μας έμειναν αξέχαστες συνέλαβα τον
εαυτό μου να τις μετρά στα δάκτυλα του ενός χεριού. Απόρροια κακής μνήμης, κατέληξα.
Την χθεσινή όμως -όχι γιατί την έχω φρέσκια- θα την θυμάμαι για χρόνια.
Δεν παίζει στο box ofiice, δεν είναι πρόσφατη, μα αν ήμουν Υπουργός Παιδείας
θα φρόντιζα να "λιώσει" στις αίθουσες προβολής των σχολείων. Έτσι κι αλλιώς είναι μερικά πράγματα που .. ως έλληνες κι ελληναράδες τα κάνουμε ευχαρίστως: διχαζόμαστε, μοιραζόμαστε, και η επιλογή  "στρατοπέδων" είναι βαθιά ριζωμένη στο Dna μας.
Μέσα σ' όλα αυτά τα ...εμπριμέ που συμβαίνουν γύρω μας, η αίθουσα είχε μόλις 9 μετρημένους τύπους που πήγαν να δουν το "He who must die" του Ζυλ Ντασέν.
- Ε και; θα πείτε. Πρώτη φορά είναι που το σινεμά μένει άδειο?
Η απάντηση είναι πολύπλοκη. Η συγκεκριμένη ταινία γυρίστηκε μισό αιώνα πριν. Ήταν η πρώτη διεθνής παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εν Ελλάδι. Ήταν το ντεμπούτο της χώρας στις Κάνες. Ήταν η πρώτη εμφάνιση της Κρήτης στα .. Ευρωπαϊκά σαλόνια. Κι ήταν η πρώτη ταινία που συνέπραξαν οι "θρύλοι" της εποχής για να στηθεί: Νίκος Καζαντζάκης, Μάνος Χατζιδάκις, Μελίνα Μερκούρη, Γιάννης Τσαρούχης και Ζυλ Ντασέν. Η υπόθεση βασίζεται στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" και η προβολή της έγινε μόνο για λίγες μέρες το 1957 σε 5 Αθηναϊκές αίθουσες. Η πολιτική δυσμένεια που εισέπραξαν έκτοτε οι συντελεστές της την καταδίκασε σε αφάνεια.
Μισό περίπου αιώνα μετά, η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Κρήτη. Για μία και μόνο βραδιά, αφού η μοναδική κόπια που έχει στην κατοχή της η Seven- θα μεταναστεύσει άμεσα στην Αθήνα, γιατί κάποιοι κατάλαβαν τι αντίκρυσμα θα μπορούσε να χει με την σωστή προβολή.
Πήγα με την περιέργεια του ανθρώπου που ετοιμάζεται να βουτήξει στο .. παρελθόν. Καθηλώθηκα επί δίωρο βλέποντας να ζωντανεύει στο πανί μία συγκλονιστικά δυνατή ιστορία (που δεν έχει καμία σχέση με το σήριαλ που είδαμε το 1975).
Έφυγα με την αίσθηση ότι είχα το προνόμιο να "κοινωνήσω" όσο Καζαντζάκη δεν μου δόθηκε ποτέ ως τώρα. Και .. Δανίκας δεν είμαι αλλά το "άνω του μετρίου" το ξεχωρίζουμε όλοι μας ενστικτωδώς. Κι αν θέλω κάτι να σας αφηγηθώ είναι τα όσα συνέβησαν εκτός σκηνής. Που έχουν τον τρόπο να κάνουν την ταινία αυτή ακόμη σπουδαιότερη από το προφανές ανάστημά της.

Γυρίσματα και παρασκήνια

Άνοιξη του 1956. Ένα πολύβουο μελίσσι «στρατοπεδεύει» στην Κριτσά. Κουβαλούν παράξενα σύνεργα, μιλούν ακαταλαβίστικη γλώσσα κι όλο καδράρουν με τα δάκτυλα τοπία και χαμογελούν. «Σύνδεσμοί» τους με τους ντόπιους δύο μαγικοί άνθρωποι: η Μελίνα Μερκούρη κι ο Μάνος Χατζιδάκις.

Το μαντάτο διαδίδεται από στόμα σε στόμα: θέλουν –λένε- να γυρίσουν ταινία. Οι Κριτσώτες είναι διστακτικοί μέχρι που ακούν το όνομα-κλειδί: Νίκος Καζαντζάκης. Οι πόρτες ανοίγουν και τους καλοδέχονται. Χρόνια μετά ο Ζυλ Ντασέν θα αφηγείται: Με ρωτούσαν «Καζαντζάκη θα παίξετε;» και μόλις έλεγα ναι φώναζαν ενθουσιασμένοι: «Κι εγώ να βοηθήσω» και δώστου κι έστρωναν τραπέζια και μας κερνούσαν ρακές.
Η ταινία θα ‘ταν ασπρόμαυρη, όπως κι η … Κριτσά της εποχής. Πέτρα και ήλιος, φιλότιμο και φτώχεια, αμόλυντα τοπία με την απλάδα ενός τόπου που μέρευε τη γη για να επιβιώσει. Τα απογεύματα η Μελίνα μάζευε τους χωρικούς στο σχολείο και τους διάβαζε Καζαντζάκη για να καταλάβουν την υπόθεση του βιβλίου «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Κάποια στιγμή τους είπε: Θέλουμε να διαλέξετε αν θα παίξετε τους πλούσιους Λυκοβρυσιώτες ή τους φτωχούς της Σαρακίνας. Να ξέρετε πάντως πως οι πλούσιοι έχουν πιο μεγάλο ρόλο και πιο .. πολύ μεροκάματο.
Χαμένος κόπος το δέλεαρ των οικονομικών απολαβών. Οι Κριτσώτες είχαν ήδη διαλέξει στρατόπεδο. Ένας απ’ αυτούς σηκώθηκε και της απάντησε:

- Κοίταξέ μας καλά, Μελίνα. Μοιάζουμε εμείς για .. Λυκοβρυσιώτες; Τα πάθη της Σαρακίνας κυλούν στις φλέβες κάθε κρητικού, που κατέχει τι ιστορία κουβαλά ο τόπος του. Μα σαν πρέπει να παίξουμε και τους Λυκοβρυσιώτες να διαλέξετε εσείς και να αποφασίσετε, γιατί εμάς η όρεξή μας είναι άλλη.


Γέλασε η Μελίνα με κείνο το πληθωρικό της γέλιο κι έπειτα ρίχτηκε στη δουλειά. Βάλθηκε να γυρνά ακούραστα τα σοκάκια του χωριού και να καταγράφει ανάγκες. Ρωτούσε πόρτα πόρτα ποιός ήθελε να παίξει κομπάρσος στην ταινία, ποιός σπούδαζε παιδί, ποιός είχε σταύλο μισογκρεμισμένο και συνδύαζε με κόλπα "ταχυδακτυλουργικά" το τερπνόν με το ωφέλιμο. Κανόνιζε μισθούς στους χωρικούς, μεσίτευε να αναστηλώσουν κτίσματα (δήθεν για τις ανάγκες της ταινίας και μόνο) χρυσοπλήρωνε σφαχτά στους κτηνοτρόφους του χωριού και έκλεινε ολοένα συνωμοτικά το μάτι κάθε φορά που τα δολάρια άλλαζαν χέρια και ένας ταλαίπωρος Κρητίκαρος έκανε να την ευχαριστήσει.
Από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες που «παίχτηκαν» στα παρασκήνια ήταν το σκηνικό με τα ψάρια: Σε μία σκηνή του έργου, το χωριό μαζευόταν στην πλατεία κι έτρωγε ψάρια. Δύσκολο "πεσκέσι" εκείνο για την ορεινή Κριτσά. Η Μελίνα παρήγγειλε τα ψάρια και τις προμήθειες σ' έναν πολύτεκνο και του ‘πε γελώντας: αυτά τα ψάρια θα ταΐσουν τη φαμίλια σου για καιρό. Η σκηνή (με υπαιτιότητά της, λένε) γυριζόταν δέκα μέρες. Και κάθε φορά παραπονιόταν ναζιάρικα στον Τζούλη πως πρέπει να φέρουν φρέσκα ψάρια από τη Χώρα. Κι έπειτα του ‘λεγε με εκείνη την αργόσυρτη κι εμφαντική φωνή της:
- Τζούλη, τα λεφτά και τα ψάρια πρέπει να τρώγονται φρέσκα.


Τα γυρίσματα κράτησαν μήνες. Η παραγωγή ήταν γαλλική και αποδείχτηκε πολυδάπανη αλλά πίσω από τα προφανή εξυφάνθηκε κάτι μεγαλύτερο από μία απλή ταινία: το ντεμπούτο της προβολής της Ελλάδας στα διεθνή κινηματογραφικά «σαλόνια». Ο «Χριστός ξανασταυρώνεται» ήταν η πρώτη διεθνής παραγωγή που γυρίστηκε στη χώρα μας. Ένα χρόνο μετά στις Κάνες η πρεμιέρα της ταινίας αποκάλυπτε στους Ευρωπαίους έναν παράδεισο επί γης, που τους σαγήνευσε αμέσως. Είκοσι χρόνια αργότερα στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και Πιπέρι» ο τότε πρόεδρος της κοινότητας Κριτσάς Γιάννης Τάβλας έλεγε γελώντας στον Ντασέν: Όπου γύρισες τότε σκηνή, σήμερα έχει χτιστεί κι ένα ξενοδοχείο.

Και το αποτέλεσμα δεν ήταν διόλου τυχαίο. Το λιθαράκι τους σ’ αυτή την προσπάθεια βάλανε ένα σωρό άνθρωποι που βλέπανε πιο πέρα από την εποχή τους. Ανάμεσά τους η Ελένη Βλάχου της Καθημερινής, που έστειλε για πρώτη φορά τότε απεσταλμένο να καλύψει για μήνες τα γυρίσματα και να συντηρεί το θέμα σε επικαιρότητα. Το ενδυματολογικό κομμάτι της υπόθεσης ανέλαβε μία άλλη προσωπικότητα της εποχής: ο Γιάννης Τσαρούχης που φρόντισε να ντύσει με τα κοστούμια του τους χαρακτήρες του Καζαντζάκη, ενώ η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι φρόντισε να επιτείνει τους επιβλητικούς τόνους. Στην ταινία πέρα από την απλή υπόκρουση υπάρχουν και αυτά τα θαυμάσια χορωδιακά, που είτε τραγουδούν τον εθνικό μας ύμνο, είτε ψαλμό, είτε δημοτικό άσμα σου γεμίζουν την ψυχή με μέθεξη. Η ασπρόμαυρη τέχνη του Ντασέν χάιδεψε τα πρόσωπα και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον τις χάρες του κρητικού ήλιου. Το σκηνικό ήταν γνήσιο και λιτό, με το ίδιο το χώμα να πρωταγωνιστεί στις αισθήσεις.
«Τότε η Κρήτη ήταν αγνώριστη κι ο Άγιος Νικόλας συγκλονιστικός στην απλότητά του και τη φυσική ομορφιά του. Ακόμα δεν είχε αρχίσει η ευμάρεια της εθνικής πορνείας που ονομάστηκε Τουρισμός» είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις για την Ελλάδα του 1956.
Ο Καζαντζάκης τόσο ενθουσιάστηκε με το αποτέλεσμα που χτύπησε φιλικά στον ώμο τον Ντασέν και του είπε: Δικαιούσαι να λέγεσαι πια ...Ντασεν-άκης.

Η υπόθεση της ταινίας

Η υπόθεση της ταινίας που πήρε τον διεθνή τίτλο «Αυτός που έπρεπε να πεθάνει» έχει ως εξής: Σ’ένα κρητικό χωριό, την Λυκόβρυση, όπου Έλληνες και Τούρκοι ζουν μαζί με κατανόηση κι ανοχή, ο παπάς ετοιμάζει την αναπαράσταση της Σταύρωσης του Χριστού με πρόσωπα διαλεγμένα απ τους κατοίκους του. Ταυτόχρονα όμως μια ομάδα ξεριζωμένων και εξαθλιωμένων φτάνει κοντά στο χωριό και κατασκηνώνει στις σπηλιές του, στην Σαρακίνα. Τις δύο κοινότητες θα χωρίσουν παροδικά προκαταλήψεις και μικρότητες αλλά θα τις ενώσει οριστικά η ανάγκη τους για ελευθερία και δικαιοσύνη. Το δραματικό δρώμενο της Σταύρωσης θα καταλήξει σε εξέγερση κατά των Τούρκων κι ο Μανωλιός (που ενσαρκώνει στην αναπαράσταση τον Θεάνθρωπο) θα γίνει ένας σύγχρονος χριστιανός μάρτυρας. Ο «Χριστός», ο «Ιούδας» και η «Μαγδαληνή» στα «χέρια» του Καζαντζάκη και στη μηχανή του Ντασέν μετατρέπονται σε αλληγορικά σύμβολα, που όχι μόνο ξεπερνούν την ηθογραφία, αλλά αποκαλύπτουν τις καθόλου μεταφυσικές βάσεις των ανθρώπινων, πραγματικών «παθών».

Στην ταινία ο Πιερ Βανέκ ανέλαβε το ρόλο του Μανωλιού, του βοσκού που υποδύθηκε τον Χριστό στην αναπαράσταση των Παθών, ο Ζαν Σερβέ πήρε το ρόλο του παπα–Φώτη (του καλού παπά), ο Φερνάν Λεντού έκανε τον αντίποδα, τον παπα-Γρηγόρη, ο Γκρεγκουάρ Ασλάν τον Αγά, ο Γερμανός Γκερτ Φρέμπε (αργότερα γνωστός ως «Χρυσοδάκτυλος» του Τζέιμς Μπόντ) πήρε τον Πατριαρχέα, ο Ροζέ Ανέν τον Παναγιώταρο, τον εραστή της χήρας, ο Μορίς Ρονέ το νεαρό Μιχελή, που αγαπά τη φυματική Μαριωρή. Και βέβαια την πληθωρική Κατερίνα, τη χήρα του χωριού, ανέλαβε η Μελίνα Μερκούρη ενώ από ελληνικής πλευράς ο Δήμος Σταρένιος πήρε το ρόλο του γερο-Λαδά, και τον επανέλαβε μία εικοσαετία αργότερα στην τηλεόραση για το ομότιτλο θρυλικό σίριαλ του Βασίλη Γεωργιάδη…
Η ταινία διακρίθηκε με Ειδική Μνεία στο Φεστιβάλ Κανών το 1957 (ήταν υποψήφια και για το «Χρυσό Φοίνικα»), ενώ το 1958 ήταν υποψήφια για τα Βραβεία BAFTA. Στην Αθήνα προβλήθηκε το Δεκέμβριο του 1957 μόνο στις αίθουσες «Παλλάς», «Τιτάνια», «Άστορ», «Άστρον» και «Ριβολί».

Μ.Κ.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "He who must die ..."

6.6.16

Μαλβίνα Κάραλη: Η τελευταία εκπρόσωπος της μορφωμένης σάτιρας

Σε ηλικία μόλις 49 ετών έφυγε στις 6/6/2002 η Μαλβίνα μετά από 15 μήνες πάλης με το θάνατο (λόγω καρκίνου) στο Ερρίκος Ντυνάν, το πιο αμφιλεγόμενο πρόσωπο της εποχής μας. Η Μαλβίνα Κάραλη ήταν μία γυναίκα που χαρακτήρισε μία ολόκληρη γενιά, ερωτευμένη με τη ζωή όπως έλεγε η ίδια παρότι υπέφερε από τις σχέσεις της και τους αποτυχημένους γάμους της. Η προσωπική της επιτυχία για αυτήν ήταν η οικογένεια της πάντα ενώ τελευταία αποτραβήχτηκε από τη δημόσια ζωή για να μην υπάρχει η εικόνα της φθοράς της.
Ξεκίνησε σαν αρθρογράφος το 1976 και έγινε γνωστή για την αριστοφανική πένα και τα καυστικά σχόλια της προς την πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου μας. Με αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές που άφησαν εποχή όπως το "ΜΑΛΒΙΝΑ HOSTESS", το "ΜΑΛΒΙΝΑ ΡΙΧΤΕΡ" και το "ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ" είχε το δικό της στυλ με λόγο αιρετικό, καυστικό αλλά ανθρώπινο.
Το τελευταίο μυθιστόρημά της "πιο πολύ, πιο πολύ" ήταν και το κύκνειο άσμα στη λογοτεχνική καριέρα της που αγάπησε όσο τίποτα άλλο με πληθώρα βιβλίων ακόμα και μαγειρικής. Είχε δουλέψει στον Επενδυτή, Επίκαιρα, Γυναίκα, Symbol, Ελευθεροτυπία, Απογευματινή. Δεν υποχώρησε ποτέ από το στυλ και τις αξίες της κάνοντας πάντα παραπομπές στους αρχαίους συγγραφείς και τους πιο σύγχρονους.
Δημιούργησε μία ολόκληρη γενιά με αποκορύφωμα τα "μαλβινέζικα" τη γλώσσα - ιδίωμα των εκπομπών της. Λάτρης της τέχνης κυρίως της λογοτεχνίας μας έμαθε τον Κούντερα και άλλους έχοντας πάντα την υπερβολή σαν όπλο στην αδικία. Δε δίστασε να κάνει για το κέφι της και την ίδια τη ζωή της ακόμα και εμφάνιση στο τραγούδι, περίοδο που παραδέχτηκε ότι έβγαλε τα πιο "εύκολα" χρήματα πράγμα που απεχθανόταν. Η κηδεία της γίνεται αύριο στο 1ο νεκροταφείο Αθηνών και αφήνει πίσω της ένα τεράστιο κενό αλλά και αρκετούς από εμάς να κοιτάζουμε με λύπη τον ουρανό σκεφτόμενοι την απουσία της... (07.06.2002)
"(...)Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δεν σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν, γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δεν ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής. Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος. Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δεν νιώθουν ανίσχυροι. Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δεν θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί "ένα ίσον κανένα". Ή τρία αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια. Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: "Πως ξέπεσες έτσι;"

Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις. Την ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα που βρήκε την πεμπτουσία της στο πρόσωπο του προέδρου. Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. Ζητάει τα πάντα και δεν δίνει τίποτα. Παριστάνει τη Δίκαιη. Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα.

Ο Μικροαστός δεν θέλει μπλεξίματα. Γι' αυτό δεν μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι. Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του. Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς."
(...)


Απόσπασμα από άρθρο της Μαλβίνας Κάραλη, με τίτλο "Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος;" που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 1995 στο τεύχος 18 του Περιοδικού 01.
25 Οκτωβρίου 2006, 22:16
Μαλβίνα Κάραλη


Δεν πρόκειται για μνημόσυνο, ούτε για βιογραφία. Τη θυμάμαι κάνα εικοσάλεπτο πριν τις βραδινές ειδήσεις του Mega να τα χώνει ζωντανά προς πάσα κατεύθυνση, να καυτηριάζει, να σατιρίζει, να ξεσπά κι η ίδια σε ασταμάτητα γέλια «στον αέρα» (πόσο αντιτηλεοπτικό!). Πρώτη φορά στην εφηβεία μου ενδιαφέρθηκα για τα πολιτικά, όχι για να διαμορφώσω άποψη, ούτε για να γίνω ενεργός πολίτης, αλλά για να κατευχαριστιέμαι την απόλυτη γελοιοποίηση. Κλασική προσφώνηση «φακάτοι μου κι ανάφτρες», εμμονή στις ομιλίες του Σιμήτη και στο ΙΕΚ Τάπερμαν (θυμάται κανείς;), αναφορές στον Τσόμσκι και τον Κούντερα, πολιτικός και κοινωνικός σχολιασμός στα καλιαρντά. Και Φωνή Κυρίας στην Ελευθεροτυπία, και Μαλβιnight, όπου σε πρώτη μετάδοση ο Κραουνάκης παίζει στο πιάνο το Αυτή η νύχτα μένει κι η Μαλβίνα μέσα σε σύννεφο καπνού σιγοτραγουδά. Πέρσι το κανάλι Seven πρόβαλε εκπομπές από το αρχείο του, ανάμεσα σε αυτές και το Mea Culpa (Μπονάτσος και Κάραλη να αναρωτιούνται πού θα βρίσκονται σε δέκα χρόνια κι εγώ να ψάχνω συνέδριο μεταφυσικής για να στείλω το βιντεάκι). Έχω κρατήσει αποσπάσματα από τη στήλη της στην Ελευθεροτυπία και παραθέτω:
Σχόλιο για τη Βάσω Παπανδρέου όταν ούσα Υπουργός Δημοσίων Έργων εγκαινίαζε έργα:
«Την ίδια ώρα η Βάσω παύλα βελέντζα παράταγε τα υπουργεία της και γινόταν μια Τζίντζερ Ρότζερς στο πιο θυμαρίσιο της. Χόρευε τσάμικα στη Φλώρινα. Τα μεγάλα έργα άρχισαν… Έχει πάρει ένα μυστρί η λιόρτζω και γυρνάει σαν τον Παττακό με καούκα, ένα πράγμα. Ό,τι βρίσκει μπρος της το εγκαινιάζει. Χθες εγκαινίασε δυο λεύκες, μια αζαλέα, που είναι προστατευόμενο είδος στη Φλώρινα και τρία καμπινέδια δημόσια, τούρκικα όμως, ό,τι κάνεις δηλαδή στα όρθια».
Για το φόρεμα της Μόνικα Λεβίνσκυ:
«Αμάν πια Βαγγελίστρα μου. Αυτό δεν ήταν φόρεμα τελικά, ήταν περίπτερο. Εκτός από τους λεκέδες, πάνω στο φόρεμα της Λεβίνσκυ βρήκανε τώρα ίχνη κοκαΐνης. Αύριο, να μου το θυμηθείτε, θα βρουν και τα υπόλοιπα, ήτοι: τρεις κουταλιές πιπέρι, τέσσερις μασχαλότριχες, λιωμένη σοκολάτα, γιατί είναι και γουρούνα η Μόνικα, δυο κουταλιές μαγιονέζα, λάιτ όμως και όλο αυτό το σβήνουμε με κόκκινο κρασί.
Νοικοκυρόσογο το Λεβινσκέικο. Μα καλά, τι διάολο, δεν μπόχαγε αυτό το φουστάνι ήθελα να ‘ξερα; Σε κανένα δε μύρισε; Όλοι κρυωμένοι ήταν;»
Μεταγενέστερα στην εφημερίδα Χώρα σχόλιο για τους κανόνες του Χριστόδουλου :
«Οδηγίες προς πιστούς και η Αρχιεπισκοπή: Πώς μπαίνεις στην Εκκλησία, πότε να κάνεις το σταυρό σου. Απαγορεύεται να μιλάς με το διπλανό σου- αυτό είναι εύκολο, το θυμάμαι, ισχύει και για τα ταξί. Δύο πράγματα όμως με προβληματίζουν: το ένα είναι που δεν πρέπει να φοράω καπέλο. Δηλαδή να έχω γάμο και να εμφανιστεί σαν το λαδικό; Ακαπέλωτη; Το άλλο είναι αυτό με τα χέρια. Να μην είναι στις τσέπες και να μην είναι κολλημένα στο σώμα, γράφει η οδηγία. Δηλαδή, που να τα έχω; με το ένα θα κάνω συνέχεια σταυρό γιατί δεν θυμάμαι πότε επιτρέπεται, το έλυσα. Με το άλλο; Μπορώ να κάνω βεντάλια; Να το βάλω στο μέτωπο σαν να σκέφτομαι ή σαν να έχω πονοκέφαλο ή μήπως δεν κάνει; Μπορώ να το έχω στη μέση, ή είναι πολύ ντανιαρική η στάση για την εκκλησία;»

buzz it!


Permalink για το "Μαλβίνα Κάραλη: Η τελευταία εκπρόσωπος της μορφωμένης σάτιρας"

21.5.16

Σπιναλόγκα 105 χρόνια μετά ...



Ο Φραγκίσκος της Ασίζης στο βιβλίο του Καζαντζάκη με τίτλο "Ο Φτωχούλης του Θεού" περιγράφει με τον συνήθη γλαφυρό του τρόπο μιλώντας στον Φράτε Λεόνε τον μεγαλύτερο του φόβο. "Να, λέει, δεν αντέχω τους λεπρούς, φοβάμαι να τους δω. Και μόνο να αφουγκραστώ από μακριά τα κουδουνάκια, που φορούν, για να τ' ακούν και ν' αλαργαίνουν οι διαβάτες, λιποθυμώ".

Η αίσθηση αυτή στους περισσότερους από μας δεν λέει απολύτως τίποτα. Δεν πρόλαβε να καταγραφεί στις μνήμες μας καθώς η λέπρα πάνε 60 χρόνια πια που δεν αποτελεί φόβητρο για την ανθρωπότητα. Στην Κρήτη όμως οι ιστορίες των λεπρών και της Σπιναλόγκας πέρασαν με τη μορφή της αφήγησης και στη γενιά μας.
Άλλωστε, το νησάκι είναι πλάι μας και όποιος πάτησε έστω και μία φορά τα χώματά του ένοιωσε το αδιόρατο σφίξιμο, που προκαλεί ένας τόσο βαριά φορτισμένος τόπος.
Πήγα πρόσφατα. Παρακινημένη από μία ιστορία που τυχαία έμαθα πως δένει κάποιον συγγενή μου με την Σπιναλόγκα. Έτυχε επίσης να μάθω πως τούτες τις μέρες (στις 30 του μήνα) θα συμπληρωθούν εκατόν πέντε χρόνια από την πρώτη μέρα, που τα κουδουνάκια των λεπρών έπαψαν να ηχούν στις ρούγες των πόλεων της Κρήτης. Ως τότε οι Χανσενικοί συνήθως ζούσαν σε άθλιους οικισμούς έξω από τις πόλεις του νησιού, τα επονομαζόμενα Μεσκήνια και βίωναν -συνάμα με την απάνθρωπη ταλαιπωρία της νόσου τους- έναν εξίσου αδυσώπητο κοινωνικό αποκλεισμό. Μέχρι την 30η Μαϊου του 1903, που η Κρητική Πολιτεία με διάταγμά της αποφάσισε την μεταφορά τους στην Σπιναλόγκα.

Λένε πως τα ονόματα που διαλέγουμε για τόπους και ανθρώπους, άλλοτε δένονται με την ιστορία τους κι άλλοτε την καθορίζουν. Η Σπιναλόγκα πήρε το όνομα της πιθανά από την
παραφθορά του ονόματος Spinalonde (ονομασία που αναφέρεται σε έγγραφα του 13ου αιώνα και παραπέμπει "στην Ελούντα" ενώ αργότερα κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας
μετασχηματίστηκε σε Spina-lunga = μακρύ αγκάθι). Για 54 χρόνια το «μακρύ αγκάθι» της, τρεφόταν με τα σωματικά και ψυχικά βάσανα εκατοντάδων ανθρώπων που εξορίστηκαν στο νησί. Κρητικοί μόνο στην αρχή κι αργότερα –μετά το 1913- η Σπιναλόγκα λειτούργησε ως το «Διεθνές Λεπροκομείο» της Ευρώπης, φιλοξενώντας 1000 και πλέον ασθενείς. Οι ελπίδες για
ίαση της νόσου γεννήθηκαν το 1948, όταν ανακαλύφθηκε στην Αμερική το φάρμακο που θεράπευε τον ιό της λέπρας (ή νόσου του Hansen όπως αποκαλείται επιστημονικά). Από το 1948 έως το 1957 ο αριθμός των ασθενών της Σπιναλόγκας μειώθηκε δραστικά.
Κάποιοι πρόλαβαν να αποθεραπευτούν. Κάποιοι άλλοι όχι.

Στις μέρες μας, ένα βιβλίο που πούλησε ήδη 1.000.000 αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 25 γλώσσες, θύμισε σε μερικούς και έμαθε σε πολλούς, τα δράματα που φόρτισαν συγκινησιακά αυτόν τον τόπο. Τίτλος του είναι: «το νησί» και συγγραφέας του η Βικτόρια Χίσλοπ.
Κι η Σπιναλόγκα κάνει ήδη «ταμείο» αυτής της ανέλπιστης δημοσιότητας. Οι επισκέπτες της την μετατρέπουν σε ένα ιδιότυπο «προσκυνηματικό» μνημείο, που πασχίζει πια με σεβασμό να αντικαταστήσει τα … αγκάθια του με ρόδα.
Εν τούτοις, δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισημαίνουν πως ο χώρος χρειάζεται φροντίδα και
κυρίως περισσότερη πληροφορία για το τι ακριβώς συνέβη εκεί. Κι αυτό γιατί σπάνια ένας τόπος διαθέτει τόσους αιώνες έντονης κληρονομιάς, κουβαλώντας τη σφραγίδα της αρχαίας Ελλάδας, των Σαρακηνών, των Ενετών, των Τούρκων, της Κρητικής Πολιτείας, των Χανσενικών και των Νεοελλήνων. Άλλοτε ως Ενετικό κάστρο με τείχη και δεξαμενές, άλλοτε ως οθωμανικός οικισμός ή κέντρο ελεύθερου εμπορίου κι άλλοτε ως λεπροκομείο, τόπος αποκλεισμού και κομβικό σημείο για την εξέλιξη της σύγχρονης Ιατρικής. Κι αν τελικά κάτι διαφοροποιεί την Σπιναλόγκα από τα άλλα αξιοθέατα μας, είναι ότι εδώ η γη ποτίστηκε με ιστορίες αδιέξοδα τραγικές, που όμως μέσα στην απόλυτη απελπισία τους κατόρθωναν να στήσουν ρωγμές ελπίδας και ζωής, όπως αυτές που φτιάχνουν ο έρωτας, η πίστη, το ανθρώπινο πείσμα κι η αέναη δίψα για ένα πιο αισιόδοξο αύριο.

Πίσω από την μυθιστορία της Βικτόρια Χίσλοπ, υπάρχουν κρυμμένες ένα σωρό αληθινές
τραγικές  ιστορίες. Όπως εκείνη της προγόνου μου, που όταν έμαθε πως ο σύντροφός της
μεταφέρθηκε στη Σπιναλόγκα, πούλησε κρυφά τον αργαλειό της για να δώσει "πολλούς
παράδες" σε έναν βαρκάρη, τόσους ώστε να τον πείσει να την μεταφέρει νύχτα στο νησί. Κανείς δεν έμαθε πως κατάφερε να μπει στις παράγκες των λεπρών (το νησί είχε περίφραξη σαν "φρούριο" για τον αντίστροφο ακριβώς λόγο: να μην διαφύγουν από εκεί οι Χανσενικοί). Χρόνια μετά, όταν το φάρμακο βρέθηκε ο Γιάννης της, γύρισε στο χωριό. Εκείνη όμως όχι.

Ένας Μανόλης στάθηκε πιο τυχερός στα ίδια χρόνια. Νόσησε όντας αρραβωνιασμένος με το Ρηνιώ του. Συγγενείς και φίλοι σαν έμαθαν πως ο Μανόλης μεταφέρεται στη Σπιναλόγκα, αποφάσισαν να παρακάμψουν τα αυστηρά κρητικά εθιμικά και να αποδεσμεύσουν την Ειρήνη από το λογόστεμμα. Αρχές του 1940 ήταν και το Ρηνιώ μόλις στα 16 του. Ήξερε μόνο πως το καραβάκι που πήγαινε τρόφιμα στη Σπιναλόγκα επέστρεφε στον Άγιο Νικόλαο
κάθε Παρασκευή. Η Ειρήνη γύριζε τα προξενιά πίσω. Έτσι κι αλλιώς πολλά δεν ήταν.
Πανέμορφη κοπέλα -λένε- αλλά όλοι ήξεραν πως ήταν η μνηστή του λεπρού.
Οι Παρασκευές του 1940 την έβρισκαν πάντα στο λιμάνι. Όμως ο καπετάνιος ποτέ δεν είχε νέα να της πει. Άφηνε τα τρόφιμα στην βορεινή πύλη κι έφευγε σαν κλέφτης, πριν ξεπροβάλει πίσω από τα κάγκελα κανένας λεπρός.
Πέρασαν χρόνια δύσκολα.
Ο πόλεμος κι η Μάχη της Κρήτης στρέψαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων αλλού. Το Ρηνιώ όμως κάθε Παρασκευή κατέβαινε στο μώλο. Μέχρι που μία τέτοια μέρα ο Μανόλης γύρισε. Υγιής κι αποθεραπευμένος. Κατέβηκε σαν χαμένος από το καράβι και κοίταξε γύρω του. Το βλέμμα του την συνάντησε μα δεν την γνώρισε καν. Δεν ήταν όμορφη πια αλλά .. ήταν εκεί.



Ο Άγιος Παντελεήμονας της Σπιναλόγκας




Συνήθως λένε πως ο Θεός οργίζεται με τους ανθρώπους. Στη Σπιναλόγκα όμως για χρόνια ένοιωθες πως συνέβαινε τ' αντίθετο. Οι Χανσενικοί ήταν οργισμένοι με τον Θεό. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη λειτουργία δεν πάτησε ψυχή. Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.
- Παπά, θα κάτσω στην λειτουργία σου μ' έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις
την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου.

Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι Χανσενικοί στο τέλος της λειτουργίας κι είδαν τον Παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Αγία Τράπεζα να κάνει την κατάλυση.
Πέρασε μήνας. Οι Χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θα ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναϊσκου. Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι Χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους της εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το "θαύμα της Σπιναλόγκας" συνέβαινε ξανά και ξανά. 

Αλλά ο ιερέας δεν ήταν ο μόνος υγιής στην κοινωνία του νησιού. Ήταν και η Ελένη. Λένε πως ήταν παντρεμένη με τον Κωστή στο Ηράκλειο, όταν εκείνος νόσησε. Νοσοκόμα η ίδια, δεν άντεχε στην ιδέα να αποχωριστεί τον άνθρωπό της. Εκείνος πάλι για να την προστατεύσει αποφάσισε αμέσως να κόψει κάθε επαφή μαζί της. Η Ελένη πήγε με το καραβάκι στη Σπιναλόγκα για να τον δει. Έκλαιγε στα κάγκελα της πύλης, παρακαλώντας να τον φωνάξουν αλλά ο Κωστής έκανε ό,τι μπορούσε για να την αποθαρρύνει. "Συνέχισε τη ζωή σου και ξέχνα με" της μύνησε. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μαντατοφόρων η Ελένη λένε πως πέρασε μία σήρυγγα στη φλέβα της που είχε γεμάτη με το δικό του αίμα. Ο Κωστής έτρεξε κοντά της κι οι "κλειδοκράτορες" θεώρησαν πως ανήκει πια αυτοδίκαια στην "μέσα πλευρά" της Σπιναλόγκας. Η Ελένη έζησε καιρό στο νησί των λεπρών και φρόντισε πολλούς από αυτούς. Ο άντρας της πέθανε στα χέρια της. Η ίδια όμως επέστρεψε υγιής στο σπίτι της χρόνια μετά.

Περνοδιαβαίνοντας τα κακοτράχαλα σοκάκια της Σπιναλόγκας ακόμη και σήμερα -105 χρόνια μετά- νοιώθεις την πίκρα που πότισε τον τόπο. Ίσως όσοι την επισκέπτονται θα ‘πρεπε να γνωρίζουν τα λόγια που άφησε ως παρακαταθήκη του ο άνθρωπος -που όντας φοιτητής της Νομικής τότε κι ασθενής ο ίδιος- οργάνωσε στην Σπιναλόγκα την κοινωνία των λεπρών το 1936, ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης: «Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον ίδιο δρόμο, που εσύ διαβαίνεις σήμερα».

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Σπιναλόγκα 105 χρόνια μετά ..."

12.5.16

Φρέντυ Γερμανός: Ο "ροκάς" που λάτρευε το .. μπλουζ



Ήταν ακόμη η εποχή που τα πουκάμισα είχαν μεγάλα πέτα και τα χαμόγελα κύρτωναν ελαφρώς προς τα πάνω τα πρόσωπα. Τον θυμάμαι να μπαίνει στην αίθουσα και να παρατηρεί για ώρα τα "στραβάδια" που τον κοίταζαν σαν .. γκουρού ή σαν σοφό της Συών.
Μόλις βεβαιώθηκε πως είχε την απόλυτη προσοχή μας, πλησίασε το τραπέζι που "εκτελούσε" χρέη έδρας. Στην άκρη του έχασκε μισάνοιχτο ένα παράθυρο με θέα στο λιοπύρι της Αθήνας. Κέντρο πόλης, ώρα μεσημβρινή. Στίλωσε το βλέμμα και μας γύρισε επιδεικτικά την πλάτη. Σε λίγο άρχισε να γέρνει όλο και πιο κοντά στο παράθυρο. Σαν να παρακολουθούσε με όλη του την προσοχή κάτι σπουδαίο που διαδραμματιζόταν εκεί. Μία αμήχανη σιωπή απλωνόταν στην αίθουσα, καθώς τα στραβάδια ήλπιζαν πως κάποιος απομηχανής Θεός θα παρέμβει και θα τον επαναφέρει στα .. ενδότερα. Μάταια όμως. Το βλέμμα του δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τις εικόνες του δρόμου. Η προσήλωσή του ήταν τέτοια, που σύντομα ο πρώτος περίεργος σηκώθηκε από τη θέση του για να αποκτήσει θέα στα .. συμβαίνοντα. Η κίνηση ήταν μεταδοτική. Ο ένας μετά τον άλλο, τα στραβάδια σηκώνονταν από τις καρέκλες τους και πάσχιζαν να δουν τι μονοπωλούσε την προσοχή του. Τις επόμενες στιγμές κανείς δεν καθόταν πλέον στην αίθουσα.
Τότε μόνο γύρισε χαμογελώντας και μας κοίταξε. 

Μία ντουζίνα απορημένα τρελόπαιδα που αδυνατούσαν να δουν το .. προφανές. Κι η φωνή του είχε σχεδόν ζαβολιάρικο τόνο όταν μας είπε: Ωραία! Τώρα ξέρουμε όλοι πως το ρεπορτάζ δεν είναι ... εδώ. Είναι στο δρόμο κι εκεί θα 'ναι πάντα!
Πέρασαν τόσα χρόνια αλλά την "παράσταση" του Φρέντυ Γερμανού σ' εκείνη την πρώτη μας συνάντηση δεν την ξέχασα ποτέ. Χθες βρεθήκαμε αναπάντεχα να μιλάμε για χαμόγελα. Όχι για στραβά μειδιάματα, που μοιάζουν με καταναγκαστικά έργα. Για αληθινά χαμόγελα. Αυτά που προκαλεί το ποιοτικό χιούμορ. Και η κουβέντα τον ξανάφερε μπροστά μας. Ο Φρέντυ Γερμανός κάπου έγραψε πως το χαμόγελο είναι η τελειοποίηση του γέλιου. Ή έστω έτσι θυμάμαι. Καθώς η δημοσιογραφική "μόδα" της εποχής μας δείχνει να έχει προσπεράσει την εμμονή του στην έρευνα των πηγών της είδησης και την προσήλωσή του στο ρεπορτάζ, μελαγχολώ στην ιδέα πως οι επόμενες γενιές νομιμοποιούνται να ζητούν όλο και λιγότερο ποιοτική ενημέρωση, αφού δεν είχαν την τύχη να εμπιστευτούν ποτέ ένα κείμενό του για τα "τρέχοντα" ή μία εκπομπή του για την Σπυριδούλα ή το Κωσταλέξι .


Το πρώτο του ρεπορτάζ το έκανε στο Ηράκλειο.

Απεσταλμένος τότε της εφημερίδας "Ελευθερία" για να καλύψει την κηδεία του
Νίκου Καζαντζάκη.
Είχε ξεκινήσει να ασχολείται με το γράψιμο νωρίτερα, όταν πήρε το δεύτερο βραβείο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος, που καθιέρωσε ο Mπάμπης Kλάρας στη Bραδυνή. Έτος 1953, και ενώ ήταν μόλις 19 ετών, ο Καραγάτσης, ο Μυριβήλης, ο Θεοτοκάς και ο Τερζάκης που απάρτιζαν την επιτροπή, αναγνώρισαν στο διήγημά του «Για μια εκδίκηση» το συγγραφικό του ταλέντο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1954, ο Φρέντυ ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του καριέρα στην εφημερίδα «Ελευθερία», κρατώντας τη στήλη για τα φαρμακεία. Τρία χρόνια εργαζόταν αμισθί ως μαθητευόμενος, ενώ παράλληλα έγραφε διάφορα ρεπορτάζ για την «Απογευματινή» και κυνηγούσε να πάρει συνεντεύξεις από σημαντικά πρόσωπα της επικαιρότητας.
Έτσι είχε την ευκαιρία να συναντήσει τη Σοφία Λόρεν, τον Άλαν Λαντ, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, κ.ά. Την ίδια περίοδο συνεργαζόταν και με το περιοδικό «Εικόνες», γράφοντας ρεπορτάζ για τους λατερνατζήδες, τα τελευταία αρχοντικά της Αθήνας, κ.ο.κ. Ακολούθησε η συνεργασία του με την «Μεσημβρινή» της Ελένης Βλάχου, την «Απογευματινή», το «Έθνος», τον «Ταχυδρόμο», κ.ά.


Το 1964 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο «Με συγχωρείτε λάθος» από τις εκδόσεις Γαλαξίας. Ο τόμος αποτελούνταν από μια σειρά ευθυμογραφημάτων, συνοδευμένα από σκίτσα του στενού του φίλου Κυρ.
"Ξεκίνησα να γίνω συγγραφέας,  έλεγε ο ίδιος, αλλά στο δρόμο έκανα δυο λάθη: έγινα δημοσιογράφος και έκανα τηλεόραση. Τώρα που το ξανασκέφτομαι ήταν σαν να ξεκίνησα για να χορέψω μπλουζ και όταν έφτασα στην πίστα η ορχήστρα το γύρισε σε ροκ. Τι κάνεις στην περίπτωση αυτή; Χορεύεις ροκ όσο καλύτερα μπορείς".


Αλάτι και Πιπέρι

Το 1966 ο Φρέντυ Γερμανός άρχισε να εργάζεται ως παρουσιαστής ειδήσεων στην ελληνική τηλεόραση (ΕΙΡ), ενώ λίγο αργότερα παρουσίασε την πρώτη του εκπομπή, το «Καλειδοσκόπιο». Ουσιαστικά όμως η επιτυχία ήρθε το 1970, όταν βγήκε στον αέρα το «Αλάτι και πιπέρι», η τηλεοπτική εκπομπή που αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Επί έξι ολόκληρα χρόνια η εκπομπή αποτελούσε πόλο έλξης για το τηλεοπτικό κοινό, κόπηκε όμως με κυβερνητική απόφαση.
Την επόμενη χρονιά ο Φρέντυ επανήλθε με «Το πορτρέτο της Πέμπτης», ενώ ήδη έδινε έντονο το παρόν και στην έντυπη δημοσιογραφία, συμμετέχοντας στο στήσιμο μιας πρωτοποριακής για την εποχή της καθημερινή εφημερίδα (Η συνεργασία του αυτή με την «Ελευθεροτυπία» συνεχίστηκε ως το 1990). Το 1978 ο Φρέντυ παρουσίασε την εκπομπή «Σάββατο βράδυ, Κυριακή πρωί» και το 1979 ξεκίνησε την παρουσίαση της θρυλικής πλέον «Πρώτης Σελίδας».

Το 1990 ο Γερμανός αποφάσισε να αφοσιωθεί στη συγγραφή βιβλίων. Έκτοτε και ως το θάνατό του έγραφε ασταμάτητα, σατιρικά βιβλία, ευθυμογραφήματα, ιστορικές μυθιστορηματικές βιογραφίες, κ.ά. Συνολικά ο Φρέντυ έγραψε περισσότερα από 25 βιβλία (Το δις εξαμαρτείν, Γράψτο όπως το λέω, Ούτε αλάτι ούτε πιπέρι, Τζίμυ πάρε ένα φιστίκι, Καληνύχτα κύριε Όσκαρ, Γεια σου Έλληνα, Γυναίκα από βελούδο, Τερέζα, Έλλη Λαμπέτη, κ.ά.)


Το πορτραίτο της Πέμπτης: Μελίνα-Ντασσέν

Πολλά από τα βιβλία του έγιναν μπεστ σελερ και κάποια μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και στο θέατρο (Ένα γελαστό απόγευμα) και στην τηλεόραση (Ακριβή μου Σοφία, Η εκτέλεση).
Ο Φρέντυ Γερμανός έφυγε στις 21 Μαΐου του 1999 πριν προλάβει να δει το τελευταίο του ιστορικό μυθιστόρημα «Το αντικείμενο» να στολίζει τις προθήκες των βιβλιοπωλείων.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Φρέντυ Γερμανός: Ο "ροκάς" που λάτρευε το .. μπλουζ"

27.4.16

Τα τραγούδια της ζωής μας



Λέω συχνά πως η μουσική είναι η "γλώσσα" του Θεού. Ένας τόπος μαγικός που δεν ορίζεις απόλυτα τις αντιδράσεις και τις σκέψεις σου. Σαν το κρασάκι που κυλά μέσα σου και  παραπατάς αθέλητα. Αν κάτι αλήθεια ζήλεψα στη ζωή μου είναι η τέχνη των τραγουδοποιών. Ο τρόπος που εκμαιεύουν στιχάκια από τις αλήθειες μας και μας τα ξαναβάζουν στο στόμα με μελωδία. Παράξενο πως οι άνθρωποι "συναντιούνται" στα τραγούδια πιο εύκολα. Σαν να
μερεύουν και να μιλάνε ξαφνικά την ίδια γλώσσα.

Η μεσημεριανή συντροφιά μας ήταν .. μωσαϊκή.
Ασύνδετοι τύποι που τους ενώνει απλά η κοινή εργασιακή τους στέγη. Βαλθήκαμε να
δοκιμάζουμε με παιδιάστικο ενθουσιασμό ένα καινούριο (για μας έστω) "μαραφέτι" στο
διαδίκτυο που σου ξεθάβει πάραυτα όποιο άσμα ζητήσεις. Στην αρχή ψάχναμε πεισματικά τρόπο να το δυσκολέψουμε. Πισωγυρίσαμε στις 45 στροφές και του ζητούσαμε την Βούλα Πάλλα και τον Ζακυνθηνάκη. Ανταποκρίθηκε :-)

EPANASTATO.mp3


Στρογγυλοκάτσαμε ξαφνιασμένοι και αναμοχλεύαμε τραγούδια και αναμνήσεις. "Είναι
παράξενη εποχή να βρει το δίκιο του ένας στίχος" αναφώνησε ο Νίκος. Και το  τζίνι του κομπιούτορα άρχισε να κερνά την μελωδία:

11 - Πρωινή Ή Βραδ...


Ωραία, όλα έχουν αποδελτιωθεί, συμπέρανε η Ηρώ και θυμήθηκα τον στίχο του Αναγνωστάκη. Και το ψαχτήρι μας το ξετρύπωσε κι αυτό:

07.Ola Exoun Apode...


Σιγά μην ξέρει κι από ποίηση, είπε υποτιμητικά η Αντωνία που είναι και η πιο .. κουλτουριάρα μας. Ζητήστε του κάτι δύσκολο. Τον πληθυντικό αριθμό της Δημουλά. Άμα τον βρει να μου τρυπήσετε τη μύτη.

20_Kikh Dhmoyla - ...


Την πειράζαμε πως ευτυχώς δεν είμαστε αιμοβόροι κι η μύτη της έμεινε χωρίς σινιέ χαλκαδάκι αλλά η Αντωνία άρχισε να θυμάται τα βράδια που διάβαζε την Δημουλά. Εκεί λίγο πριν το πτυχίο της. Ένα κορίτσι της επαρχίας ολομόναχο σε ένα υπόγειο στα Πατήσια.
- Αυτά άκουγες πουλάκι μου στο πτυχίο και βγήκες .. τίγκα στην μελαγχολία? την αποπήρε ο Κωστής. Εγώ πάλι άκουγα τον Ψαρονίκο και θυμόμουνα πατρίδα. Εκείνο το τραγούδι από το Χρονικό του Μαρκόπουλου.

Track 07.mp3


-Καλά μάγκες, απέχουμε έτη φωτός, μουρμούρισε ο Στέλιος. Εγώ άκουγα τον Μητσάρα τότε
και έκοβα τις βόλτες μου σε κάτι στέκια υπόγεια στον Πειραιά. Κι η μάνα μου καμάρωνε πως
ξενυχτούσα για το Πάντειο. Εκείνο το "σε μία στοίβα καλαμιές" ήταν το "κοινωνιολογικό" σουξέ μου.

se_mia_stiva_kalam...


Η παρέα μαζευόταν γύρω από τον υπολογιστή όπως συνέβαινε σε αλλοτινά φεγγάρια γύρω από το τζουκ μπόξ. Ένας ένας .. χωρίς καν κέρμα προσερχόταν να ζητήσει "αντίδωρο" από τις μουσικές αναμνήσεις του. Έτσι έμαθα πως ερωτεύτηκε ο Βασίλης τη Λίνα. Πως έγινε φωτογράφος ο Παντελής. Με ποιό τραγούδι πρωτομέθυσε η Βαγγελίτσα. Με ποιό έμεινε έγκυος η Σταυρούλα και με ποιό θυμάται τη μάνα της η κυρά Θοδώρα που μπήκε βιαστικά να καθαρίσει και την συνεπήρε η κουβέντα μας.
Τα πήρα .. τα ανακάτεψα και τα προσκομίζω.

Odos Aristotelous....


07-Νύχτες φωτογράφ...


06 - ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ ΔΗ...


15. Vassilis Papak...


margaritis - Oi dr...


Απροσδόκητα ήρθε κι ο Τζόνυ ο ... οδοιπόρος να ενωθεί με το παρεάκι και κάτι οι πενιές και οι ζεϊμπεκιές, κάτι οι ιστορίες και οι αναμνήσεις .. πήρε να σκοτεινιάζει και δεν το καταλάβαμε. Είχα ήδη δοκιμάσει τις μνήμες μου στα μουσικά δρώμενα ζητώντας από το .. τζίνι να παίξει την πλατεία Αβησσυνίας.
Όλες οι Κυριακές της εφηβείας μου στο Μοναστηράκι συναντιόνταν σε τούτο τον σκοπό.

Avisinia.mp3


Η μουσική θα 'χει -φαντάζομαι- για τους γνώστες τις σταθερές της. Για μας τους υπόλοιπους έχει μόνο το βίωμα. Μία λεπτή κλωστούλα που κομποδένουμε και πονάμε όταν οι άλλοι δεν νογάνε πόσο εύθραυστη είναι. Το είδα μερικές φορές και σήμερα όταν κάποιος απόπαιρνε τις επιλογές κάποιου άλλου. Ξεμύτιζε αυθόρμητα μία ιστορία τότε, για να δώσει άλλοθι και να δικαιολογήσει πως δέθηκε το τραγούδι με την ανάμνηση. Λες και τα τραγούδια φτιάχτηκαν για να ξαπλώνουμε αναπαυτικά πάνω τους τα ...  "κομμάτια" μας. Ίσως γι' αυτό να τα λένε και "κομμάτια" σκέφτηκα και χαμογέλασα. Έξω από το παράθυρο του γραφείου ο ήλιος χανόταν. Θυμήθηκα τον μέγα ποιητή Καρούζο κι εκείνο τον στίχο που μου 'μαθε ο Θανάσης "γι' αυτό ποτέ μου δεν παζάρεψα το ηλιοβασίλεμα, τόπος μου είναι το στήθος μου και ταξιδεύω, ταξιδεύω σίγουρος".
Oso kratisei i zoi...


Ε σαν το βρήκε κι αυτό, κόμπασε το τζίνι και επέμενε να μου ικανοποιήσει και το τρίτο αίτημα. Και τότε μου μπήκε η ιδέα να ζητήσω κάτι δύσκολο και να σας βάλω όλους σε .. μπελάδες: Τα τραγούδια που αγαπήσατε και τις ιστορίες που ακουμπήσατε πάνω τους. Και καθώς από κάπου πρέπει να βάλω αρχή .. είπα στο τζίνι να καλέσει στο πάλκο τους μουσικάντορες. Δηλαδή, τον Άρη τον Δαβαράκη, την Καπετάνισσα, τον μίστερ Juke-box, τον Χοιροψάλτη και τον Μπερεκέτη .
Και για να βεβαιωθώ πως το .. γλυκό θα δέσει, του πα να πάει τα μαντάτα και σε μερικούς καλούς φίλους, όπως τον Αθήναιο, τη Βασιλική, τη Ντόλλυ , τον Μπαμπάκη, τον Γούφα, τον Υπουργό και τον Φοίβο. Και αφότου το τζίνι αγανάκτησε με τις απαιτήσεις μου (του δινα λίστα με καμιά πενηνταριά ακόμη) με έπεισε να ζητήσω τελικά να στηλώσετε την ... πυραμίδα του Χέοπος, συνεισφέροντας προσκλήσεις για πέντε νέα "θύματα" (της τρικυμίας εν κρανίω που με έπιασε) έκαστος. Αντε ... και μην το βαρυγκομάτε (σε σένα το λέω Γιωργάκη που όλο πας να ξεστρίψεις). Βάζω στοίχημα πως όλους κάποιο τραγούδι θα βρεθεί να σας πάρει από το χέρι.

UPDATE (προς αποφυγή παρεξηγήσεων) Τις ιστορίες και τα άσματα τις γράφουμε στα μπλο(γ)κάκια μας. Εν ολίγοις, την .. στρουμφίσατε με τις εμπνεύσεις μου :-)
Kαι αφιερωσούλα στον Γέροντα Χριστόφορο που ρωτούσε τι σκοπό σιγομουρμουρίζω κάθε Παρασκευή. Κεφάτο, γέρο μου κι άντε στρώσου κι εσύ να μου πεις τους δικούς σου τώρα :-)

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Τα τραγούδια της ζωής μας"

29.3.16

Τα μαθηματικά στην υπηρεσία του έρωτα!!!



Ο Καζαντζάκης είπε κάποτε μία "ολοστρόγγυλη" κουβέντα: Αυτή η ζωή αν της έλειπε ο έρωτας κι ο Θεός δεν θα αντεχόταν με τίποτα. (Κι ύστερα λύσσαξαν τα ιερατεία να τον κυνηγούν .. αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης).

Σκέφτομαι συχνά πόσο καλύτερα θα μας κατανοούσαν οι άντρες αν μπορούσαν να "υποκλέψουν" τις συνομιλίες κάθε χαλαρής γυναικοπαρέας. Πιθανότατα βέβαια, το πείραμα να λειτουργούσε και αντίστροφα αν και ως γνωστόν women likes simple things: men...

Πρωινό Σαββάτου. Καιρός μουντός, καφές ζεστός. Στο τραπέζι μας πιάνει στασίδι η κουβέντα περί του .. τέλειου άντρα. Και δεν έρχεται ακάλεστη. Φταίει ο τύπος στο απέναντι τραπέζι. Έχει το έξυπνα πρόστυχο βλέμμα -που είχε ο άντρας του Μαρτίνι- και μας περνάει προς στιγμήν από ακτινογραφία και τις τρεις. Ευτυχώς οι ομοιότητες με τη διαφήμιση σταματούν εκεί. Ο αέρας του ... φωνάζει "έχω τόση αυτοπεποίθηση, που σκέφτομαι να κάνω εξαγωγές". 

Κάτι γκρίζοι κρόταφοι και ένα σώμα καλογυμνασμένο στηρίζουν το όλο .. consept. 
Διαβάζει την εφημερίδα του, πίνει τον καφέ του και απορρίπτει σε τακτά χρονικά διαστήματα 
κλήσεις στο κινητό του.
Η Γωγώ ρίχνει πρώτη την ιδέα:
- Λοιπόν, θα παίξουμε "ταυτότητες".
Την κοιτάζω απορημμένα -προφανώς είμαι η μόνη άσχετη- και βιάζεται να συμπληρώσει "Μίλτος Μακρίδης, καλέ το προ ετών .. τηλεπαιχνίδι". Εξακολουθώ να την κοιτάζω με βλέμμα βοδιού. Μου εξηγεί σε απλά ελληνικά: Κοίταξέ τον καλά και μάντεψε
ποιός είναι και τι κάνει. Μέχρι να μπω στο νόημα η Έλσα έχει εντοπίσει ήδη τον...
αστυνόμο Μπέκα εντός της.
- Χμ διαβάζει "τα Νέα", άρα από πολιτικό προσανατολισμό ... αναμενόμενος. Το πουκάμισο έχει κροκοδειλάκι κι ο τύπος δεν φαίνεται να συχνάζει στις λαϊκές, άρα τον κόβω για οικονομικά άνετο. Χέρια .. αδούλευτα, άρα κάνει δουλειά γραφείου. Λοιπόν, δεν ξέρω για σας, αλλά εμένα μου φαίνεται ο "μίστερ τέλειος".
Η Γωγώ αναλαμβάνει τα συμπληρώματα:
- Στοιχηματίζω ότι είναι απόλυτα ερωτικός άντρας. Κοιτάξτε πως χαϊδεύει τόση
ώρα αφηρημένα το φλιτζάνι του καφέ. Δεν λένε πως οι ασυνείδητες κινήσεις μας
δείχνουν τις συνειδητές μας ανάγκες; Ε ο "μίστερ τέλειος" έχει ανάγκη να χαϊδολογά
διαρκώς.
- Παραείναι .. τέλειος, λέω αυθόρμητα.
Κάτι πάνω του με ενοχλεί. Άσε που απορρίπτει συνέχεια τις κλήσεις του. Κι αυτό που λέτε ερωτισμό το 'χει τόσο επιτηδευμένο και κραυγαλέο, που μου θυμίζει τον Ρίτσαρντ Γκήρ όταν έπαιζε το ζιγκολό.
Πριν τελειώσω τη φράση μου, το κινητό του αρχίζει πάλι το επίμονο κουδούνισμα. Αυτή τη φορά το κοιτάζει θυμωμένος και με μία απότομη κίνηση το βουτάει στο χέρι. Η φωνή του βγαίνει τσιριχτή από την ένταση κι η κοντινή μας απόσταση μας μετατρέπει σε πρόθυμους ωτακουστές:
- Ζώρζ, αν ξαναπάρεις τηλέφωνο θα 'ρθω εκεί και θα ... (η αιδώς μας "πετσόκοψε" το κείμενο).
Συνεχίζει με μερικά .. γαλλικούλια ακόμη, μέχρι που το βλέμμα του συναντά αφηρημένα τα μάτια της Έλσας, που στο μεταξύ μοιάζουν με πιάτα από την έκπληξη. Σταματά για δευτερόλεπτα και της χαρίζει ένα πλατύ χαμόγελο, σαν να παίζει ταυτόχρονα σε δύο θεατρικές παραστάσεις.
Λίγη ώρα μετά τον επανεξετάζουμε κοιτώντας από .. διαφορετική οπτική γωνία.
- Ουφ, όλοι έχουν δικαίωμα στον έρωτα, καταλήγει η Γωγώ για να βάλουμε την κατακλείδα στην κουβέντα. Τον σκέφτομαι αυθόρμητα να συνάπτει σύμφωνο συμβίωσης και μειδιώ. Συνειρμικά θυμάμαι την όμορφη ατάκα του Λιαντίνη περί έρωτος (τα περί θανάτου του, έχουν μία εμμονή που με χαλάει, αλλά καθείς κρατά ό,τι του αρέσει -δημοκρατία έχουμε). Έρωτας, έλεγε, είναι η Τέχνη του να φεύγεις.




Άσχετο- σχετικό: Θυμάμαι ότι πρόσφατα διάβασα μία ευρηματική εξίσωση για τις ερωτικές μας πιθανότητες. Τα μαθηματικά επιστρατεύτηκαν στην υπηρεσία του έρωτα και .. μεγαλούργησαν. Το δημοσίευμα προέρχεται από την Καθημερινή και αναφέρει:
"Η λήψη απόφασης με συναισθηματισμό πάσχει σοβαρά, όπως υποστηρίζει ο διακεκριμένος μαθηματικός Garth Sundem, αλλά μπορεί να καθοριστεί με ένα απλό άθροισμα.

 

Όπου W = η ευφυΐα στο διάλογό σας, G = η προθυμία να συνεχίσετε, Ay = η ελκυστικότητά σας, AH = η ελκυστικότητά της-του, και R = η «προσήλωσή» της-του στην τωρινή σχέση. (όλες οι μεταβλητές κυμαίνονται μεταξύ 1 και 10, όπου το 10 σημαίνει πάρα πολύ ή υψηλή)

Ανάλογα με το αποτέλεσμα Ask - να ζητήσετε ραντεβού - η πιθανότητα επιτυχίας σας είναι η εξής:
- Αν το Ask είναι αρνητικό θα πρέπει να χαμηλώσετε τα πρότυπά σας.
- Αν το Ask είναι μεταξύ μηδέν και ένα έχετε απειροελάχιστη πιθανότητα να «κερδίσετε».
- Αν το Ask είναι μεταξύ ένα και δέκα τότε βρίσκεστε σε καλό δρόμο, η πιθανότητα επιτυχίας είναι ευνοϊκή.
- Αν το Ask είναι μεγαλύτερο από το δέκα τότε καλύτερα να στρέψετε την προσοχή σας αλλού.

buzz it!


Permalink για το "Τα μαθηματικά στην υπηρεσία του έρωτα!!!"

29.1.16

Άλλος για ... Κιριμπάτι

Μαγικό έτος 1999.
Τον περίμενα στο αεροδρόμιο. Ήξερα μόνο ότι φοράει καφέ δερμάτινο μπουφάν και κρατάει ένα μεγάλο πράσινο ντοσιέ. Έτσι μου είπε στο τηλέφωνο πριν ξεκινήσει από την Αθήνα. Στεκόμουν στην είσοδο του αεροδρομίου αβέβαιη για το αν θα καταφέρω να τον εντοπίσω. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση.
Το σκηνικό ήταν εντελώς παράξενο: είχα βαλθεί ως καλή Σαμαρείτισσα να εξυπηρετήσω μία φίλη που κρεβατώθηκε ξαφνικά με ίωση. Έπρεπε λοιπόν, να παραλάβω από το αεροδρόμιο τον μυστηριώδη κύριο για λογαριασμό της και να τον μεταφέρω σε μία Δημόσια Υπηρεσία στο Ρέθυμνο. Δέχτηκα πρόθυμα όταν άκουσα τον πανικό της στο τηλέφωνο και την φωνή της που έκδηλα μαρτυρούσε πόσο την είχε ταλαιπωρήσει η ίωση. Στημένη όμως πλέον στο πρωινό βοριαδάκι του αερολιμένα αναθεμάτιζα τις καλοσύνες μου. Και η ιδέα να τον βάλω στο πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Ρέθυμνο μου φαινόταν πολύ προτιμότερη.

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν με πλησίασε. Μία συμπαθητική χαμογελαστή φατσούλα που δεν σε προδιέθεται με τίποτα για τον "τρομερό μεγαλόσχημο προϊστάμενο" του οποίου η άφιξη είχε πανικοβάλλει την φίλη μου. Ευγενικός σε .. βαθμό κακουργήματος. Τόσο που ξέχασα κάθε σκέψη για ΚΤΕΛ και πήραμε το δρόμο για το Ρέθυμνο together.
Κάπου στη διαδρομή το κινητό μου άρχισε να χτυπάει με την συνήθη του συχνότητα: δηλαδή, συνέχεια. Ζητούσα διαρκώς συγνώμη και στη λήξη κάθε τηλεφωνήματος έβγαινα όλο και πιο αγχωμένη για όσα .. έτρεχαν στην καθημερινότητα, ενώ εγώ τους ξέφευγα -υποτίθεται κατά Ρέθυμνο μεριά.
Κάποια στιγμή χαμογέλασε συγκαταβατικά και μου είπε:
- Ζούσα για χρόνια έτσι. Αγχωμένος με την δουλειά, αγχωμένος με τη ζωή, αγχωμένος με όλα. Μέχρι που πήγα στο ... Κιριμπάτι.
Σαν κάτι να μου θύμιζε το όνομα αλλά ζήτησα .. διευκρινήσεις.


Και τότε οι αφηγήσεις του ξεχύθηκαν σαν ποταμός. Η Υπηρεσία την οποία επόπτευε είχε αναλάβει ένα έργο εκεί, για λογαριασμό του ελληνικού κράτους. Το Κιριμπάτι είναι ένα σύμπλεγμα νησιών κοραλλιογενούς προέλευσης στην καρδιά του Ειρηνικού, παρακαταθήκη των εξερευνήσεων του Κάπταιν Κουκ.
"Ζω τρία χρόνια στο Κιριμπάτι κι εκεί ο χρόνος μετράει αλλιώς, μου είπε. Το μόνο ρούχο που χρειάζεται κανείς είναι το μαγιώ του. Οι ντόπιοι ψαρεύουν νωρίς και τις υπόλοιπες ώρες τις περνούν στη θάλασσα. Οι γιορτές και τα τραγούδια είναι καθημερινό χάπενινγκ. Ζωή παραδεισένια".
Άρχισε να μου περιγράφει πανέμορφες ακρογιαλιές, φιλικούς ανθρώπους, εξωτικά φρούτα, παράξενα ψάρια, καλύβες ιθαγενών και μία καθημερινότητα που απαιτούσε μόλις τα απαραίτητα. Δηλαδή, αυτά που εμείς λέμε πια "ποιοτικό χρόνο". Καλό φαγητό, καλή παρέα, χαλάρωση, διάβασμα, βόλτες στην παραλία και διασκέδαση.
"Όλες οι αποσκευές μου θα είναι πάλι βιβλία" μονολογούσε. "Στο Κιριμπάτι διαβάζω πολύ, καθώς δεν έχουμε τηλεόραση και το νυχτερινό μπάνιο δεν το πολυθέλω. Άλλωστε, και ρούχα δεν έχει νόημα να κουβαλάω. Με ένα μαγιώ περιφερόμαστε όλοι εκεί".

Σιγά σιγά με συνεπήρε με τις αφηγήσεις του. Καταβρόχθιζα τα χιλιόμετρα της εθνικής και με σκεφτόμουν με φούστα χούλα χουπ στο Κιριμπάτι και γαρύφαλλο στ' αυτί (κιριμπατογαρύφαλλο, για να εξηγούμαι) να χορεύω ξυπόλητη στην παραλία, με άγριες τελετουργικές κινήσεις στο σημείο που μόλις θα 'χα θάψει το κινητό μου.
Όταν φτάσαμε στο Ρέθυμνο και πήγαμε στην υπηρεσία του, έβγαλε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες κι άρχισε να με ξεναγεί στον .. παράδεισό του. Μαγεύτηκα. Καταγάλανα νερά και χαμογελαστές ηλιοκαμμένες φάτσες. Επιστρέψαμε στο Ηράκλειο και σε όλη την διαδρομή τον έβαλα μαζωχιστικά να συνεχίσει τις Κιριμπάτιες ιστορίες του.
Πήγαμε για φαγητό στου φίλου μου του Μηνά (μέγας χαβαλετζής και θυμόσοφος). Γρήγορα ήρθε να καθίσει μαζί μας και ... κόλλησε κι αυτός με όσα άκουσε. Κάτι το κρασάκι, κάτι που η μέρα τέλειωνε, βρεθήκαμε γρήγορα να ενώνουμε τραπέζια και να μαζεύονται φίλοι και γνωστοί τριγύρω. Και στη μέση της συζήτησης μόνιμα πλέον θρονιασμένο το ... Κιριμπάτι.
Άλλος να ρωτάει πληθυσμό, άλλος γεωγραφική θέση, άλλος ιστορία. Κι ο νεόφερτος συνδαιτημόνας μας να 'χει απαντήσεις για όλα. Είχαμε αρχίσει πια να τον κοιτάζουμε με ζήλια. Με την καλή έννοια, που λέει κι ο Θέμος.


Ώσπου, ξαφνικά τον πήρε το παράπονο.
"Δεν θέλω να ξαναγυρίσω, ρε παιδιά στο Κιριμπάτι" είπε κάποια στιγμή απροσδόκητα.
Κόκκαλο η ομύγυρης!! "Γιατί, καλέ μου άνθρωπε? αρχίσαμε να ρωτάμε παραξενεμένοι. Το δικό μας όνειρο είχε πάρει σάρκα και οστά κείνη την ώρα μέσα από τις αφηγήσεις του. Ένας τόπος χωρίς κρίση, χωρίς άγχη, υπέρμετρους καταναλωτισμούς και πλουτισμούς, χωρίς περικοπές και φόρους, χωρίς τηλεόραση, χωρίς κινητά, χωρίς ... όσα μας τρέχουν και μας κατατρέχουν. Κι αυτός ο Χριστιανός δεν ήθελε να γυρίσει?
- Έχει λάκκο η φάβα? τον ρωτούσαμε.
- Τι δεν πάει καλά με το Κιριμπάτι?
- Τι μας έκρυψες?
- Μήπως τα παραφούσκωσες?
- Όχι, βρε παιδιά. Όπως σας τα λέω είναι. Αλλά ζω ολομόναχος σε ένα σπίτι με 22 δωμάτια. Νοσταλγώ να μιλήσω ελληνικά. Θέλω φίλους .. έλληνες, να πω αστεία κι ανέκδοτα στη γλώσσα μου. Να πιω κρασί και να χορέψω ζεϊμπεκιές κι ανάθεμά το για Κιριμπάτι, όλα τα καλά του κόσμου έχει, αλλά έλληνες δεν έχει. Να, τώρα δα να μου λέγατε ότι έρχεστε να πάμε όλοι μαζί εκεί ... έτσι όπως είμαστε .. δεν με ένοιαζε να ζήσω μία ζωή στο Κιριμπάτι. Αλλά μόνος δεν θέλω να ξαναγυρίσω".

Πιάσαμε να τον παρηγορούμε και να του τάζουμε. Μισοαστεία και μισοσοβαρά. Μέχρι που ο Μηνάς πήρε το μπλοκάκι των παραγγελιών κι έγραψε στο πάνω μέρος: ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ. Από κάτω βάλθηκε να συγκεντρώνει τα ονόματά μας. Κι έπειτα μας έβαλε να υπογράψουμε το ΥΠΟΣΧΕΤΙΚΟ. "Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι δηλώνουμε με πάσα ειλικρίνεια -και μετά από σφοδρή κρασοκατάνυξη- ότι θα μεταναστεύσουμε ομαδικώς στο Κιριμπάτι σύντομα". Πέσανε οι τζίφρες κι ο καινούριος φίλος μας το δίπλωσε και το 'βαλε ευλαβικά στην τσέπη του.
Μας μοίρασε τηλέφωνα και διευθύνσεις αλληλογραφίας κι έφυγε.

Πέρασαν μήνες και το "ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ" έγινε συνώνυμο κάθε ανάγκης μας για απόδραση. Τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο κι όταν τα πράγματα ήταν ζόρικα λέγαμε: Δεν αντέχω, την κάνουμε για Κιριμπάτι?
Την Πρωτοχρονιά πήρα μία κάρτα που έλεγε "Μέσα στον νέο έτος που μπαίνει θα σας περιμένω". Είχε μία παραλία μπροστά από αυτές που σου κλείνουν το μάτι και σου λένε ναζιάρικα "Κορόιδο, η ζωή είναι .. αλλού".

Βάλθηκα εκείνες τις μέρες να αναπολώ το Κιριμπάτι που δεν .. είδα. Κι έπειτα, καθώς η παρέα των "υπογραφών" σκορπίστηκε, το ξέχασα πάλι σιγά σιγά.
Μέχρι που μόλις χθες κάποιος άρχισε να μου λέει το πιο τρελό του σχέδιο: ένα από αυτά που φτιάχνουμε τις Τσαγκαροδευτέρες, έτοιμοι σαν τον Χόρν και την Λαμπέτη να αποδράσουμε από το γραφείο μας. Κάτι ιslands στην άκρη του πουθενά αναπολούσε κι εκείνος. ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ σκέφτηκα αυθόρμητα :-)))


* Στον Μηνά που 'βαζε πάντα την κατάλληλη μουσική επένδυση στα όνειρά μας.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Άλλος για ... Κιριμπάτι"

21.1.16

Koλίγα γιός ...


Ως γόνος αστικής οικογενείας δεν καυχιέμαι πως "ζυμώθηκα" ιδιαίτερα με τη γη. Ο επαγγελματικός μου προσανατολισμός όμως με ανάγκασε να είμαι για χρόνια παρούσα στις κινητοποιήσεις των αγροτών της Κρήτης.
Παρατηρώντας τους 20 σχεδόν χρόνια αναρωτιέμαι μονότονα σε κάθε κινητοποίηση τα ίδια ακριβώς πράγματα:
- συνειδητοποιούν άραγε το μάταιο των ξεσηκωμών και το παιχνίδι που στήθηκε στις πλάτες τους;
- θυμούνται ποιοί και γιατί τους έπεισαν να εγκαταλείψουν (με αδικαιολόγητα υψηλή επιδότηση) τις γηγενείς ποικιλίες των προϊόντων τους;
- θυμούνται πόσα πολιτικά παιχνίδια επίδειξης δυνάμεων βασίστηκαν στους αγώνες τους;
- κατανοούν σε πόσα λάθη τακτικής υπέπεσαν όταν τους ενθάρρυναν να μετατρέπουν τις επιδοτήσεις σε χλιδάτα διπλοκάμπινα;
Και μονότονα θλίβομαι καταλήγοντας πως οι αγρότες μας παραμένουν εύκολα θύματα σε ένα αέναο παιχνίδι επιρροών και συμφερόντων που ελάχιστα νοιάζεται για τα προβλήματά τους.

Και καθώς στα μπλογκς έχει κάποιος την πολυτέλεια να λέει αλήθειες που πονάνε, χθες κοιτώντας τους να χορεύουν πεντοζάλη στην πίστα του αεροδρομίου, συνειδητοποιούσα πόσο εύκολο είναι να ελέγχεις αυτούς τους άκακους "γίγαντες" που με παιδιάστικη αφέλεια γραπώνονται κάθε φορά από τις μεγαλοστομίες διαφόρων. Πέρασαν μία νύχτα άγριας χαράς, θεωρώντας κατόρθωμα την κατάληψη της πίστας. Βάλανε το στίγμα της γιορτής στον αγώνα τους -ακριβώς όπως το κάνουν στα χωράφια- και το πρωί άκουσαν στωικά πως πρέπει να μαζέψουν τα σημαιάκια τους και να γυρίσουν στα σπίτια τους. Οι λίγοι που αντέδρασαν κάμφθηκαν γρήγορα με το μαντάτο της συνάντησης με τον Υπουργό. Η συνέχεια είναι προβλέψιμη: Πολιτικές ηγεσίες που ζητούν πίστωση χρόνου και αγροτικοί εκπρόσωποι που ξέρουν τους κανόνες του παιχνιδιού.

Το λάδι και το κρασί της Κρήτης ελέγχονται πλέον κατά κύριο λόγο από τις Ενώσεις, που μπήκαν δυναμικά στο κομμάτι του μάρκετινγκ και της πώλησης στις ξένες αγορές.
Το μισό και πλέον τμήμα της παραγωγής κατέχουν άνθρωποι που δεν είναι κατ'
επάγγελμα αγρότες αλλά κληρονόμησαν λιόφυτα και αμπέλια που καλλιεργούν παράλληλα με την κύρια εργασία τους. Οι υπόλοιποι είναι είτε συνταξιούχοι του ΟΓΑ που παλεύουν ακόμη με τη γη για να επιβιώσουν, είτε οι αιώνια χρεωμένοι των συνεταιρισμών που κάθε "ευνοϊκή" ρύθμιση
τους βουλώνει το στόμα, είτε τα παιδιά που δεν "πρόκοψαν στα γράμματα" και έγιναν
νέοι αγρότες, ισόβια καταδικασμένοι στη μοίρα των πατεράδων τους. Κάποιοι λίγοι μόνο έμαθαν την αγροτική οικονομία και επένδυσαν γνώσεις, χρόνο και χρήμα στις καλλιέργειές τους.
Κι αυτοί ουδέποτε εμφανίζονται στα συλλαλητήρια.
Είναι μάλλον εκείνοι που γνωρίζουν καλά πόση σημασία έχει να ζεις και να παράγεις σε μία χώρα που επιλέγει καταστροφικές πολιτικές για την οικονομία της και μειώνει διαρκώς καλλιέργειες και εξαγωγές, ελπίζοντας πως θα είναι ελκυστικός εταίρος αν εισάγει ακόμη κι αυτά που θα μπορούσε κάλλιστα να καλλιεργεί σε αφθονία.

buzz it!


Permalink για το "Koλίγα γιός ..."