Tabs: Blog | About Me |

16.2.08

"Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός"


Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.

Γλασέ χαρτί ήταν; Δεν είμαι σίγουρη πια. Κόλλες μεγάλες από το βιβλιοπωλείο. Να κόψουμε όμορφα σχήματα και να τα κολλήσουμε προσεκτικά να μη βρει χαραμάδες ο άνεμος. Ξυλαράκια από το μαραγκούδικο του κυρ Παναγιώτη. Να μας κυνηγάει γελώντας κάτω από τα σκονισμένα μουστάκια του. Σπάγκο ελαφρύ για τα ζύγια. Εφημερίδες ψαλιδισμένες στην ουρά. Κι η καλούμπα στεριωμένη στο κέντρο.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος”

Μέρες παλεύαμε να τον ... αναστήσουμε. Μπλεγμένα στη φαντασία μας όλα τα σύνεργα. Ψαλίδια, ξυλοκοπτική, χαρτοκοπτική. Οι τέμπερες που βαζαν το χρώμα. Κι η ψυχή να φτερουγάει μη βρέξει. Να ναι ο ουρανός του καλοτάξιδος. Να πάει ψηλά. Να δει και να μας φέρει κόσμους.

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Κι ο Θεός των ανέμων δεν είχε πάντα κατανόηση στα ντέρτια μας. Μας κρυφοκοίταζε στο δασάκι που πασχίζαμε. Κι άλλοτε γέλαγε κρατώντας την κοιλιά του με τις τρεχάλες μας. Κι άλλοτε έπαιζε μαζί μας κι αυτός, φυσώντας τις ελπίδες μας. Και τότε η καλούμπα ξέκοβε, ανασαίνοντας ελευθερία. Μέναμε να τον κοιτάμε να μακραίνει, το ίδιο λεύτερα κουρασμένοι.

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελονσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς”
φοβόμουνα και μον άρεσε.
Ήταν οι “πάνω άνθρωποι” έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους “κάτω”·
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια”
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Επιστροφή. Έψαχνα τη γαλάζια μου σκέπη με το βλέμμα. Να τον εντοπίσω. Να βρω πόσο αλλάργεψε και που σιμώνει. Και μόλις βράδυαζε ρωτούσα: "Φτάνει τώρα στη Σαλονίκη; Αύριο θα 'ναι στην Αγγλία; Πόσο θέλει για Αμερική;" Άσχετη στους παγκόσμιους χάρτες από τότε! Όπου δεν έφτανε το μάτι μου, όλα ξενητεμένα.

Ήταν θυμάμαι ” Ή Άννέτα με τα σάνταλα”
” Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης”
το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει”
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί
για σένα”.
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον
αέρα

Έκλεινα τα μάτια και τον έβλεπα να πετά ακούραστος. Ένα τοσοδούλικο φτεράκι στον άνεμο. Η κουκίδα που στειλα στα πέρατα. Τότε πίστευα πως μια μέρα θα τον ξαναβρω. θα λύσω τα ξυλίκια και θα μάθω όσα είδε. Σαν εικόνες να δίπλωνε για χάρη μου στα ζύγια.
Παιδιάστικες σκέψεις ...

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Μέρες στεκόμουν στην αυλή με τα μάτια τεντωμένα στην ανίχνευση. Μάταια.
"Έγραψα πάνω τ' όνομά μου. Θα τον βρουν και θα τον στείλουν πίσω" κλαψούριζα κρατώντας σφικτά ό,τι απέμεινε από την καλούμπα. Η μητέρα χαμογέλαγε: "θα επιστρέψει, μα θα κάνει χρόνια. Είναι μεγάλο το ταξίδι του. Εσύ όμως να περιμένεις. Έχει πάνω τ' όνομά σου και θα γυρίσει".

Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.

Μέσα μου μάτωνα. Δεν ήθελα καν να γυρίσει πια. Αλήθεια. Δεν ήθελα. Οι άλλοι με κορόιδευαν. Αλλά εγώ το ξερα. Τίποτα δεν υπόσχεται επιστροφές σαν είναι λεύτερο. Πήρα μια μέρα ήσυχα την καλούμπα και την πέταξα στο απέναντι χωράφι.
Έκτοτε με θλίβουν αφόρητα τα παιδιά με τα ετοιματζίδικα όνειρα. Σαν δέσμια μίας εποχής που φοβάται να κοπιάσει και να απελπιστεί. Καταδικασμένα σε όσα τους "πρέπουν". Στερημένα και φτωχά στα "μακρινά του παρελθόντος πένθη".

Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Ολόκληρο το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη βρίσκεται εδώ. Εξαίσια "τραγουδισμένο" από την Έλλη Λαμπέτη.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός""

Όταν (ξανα)θύμωσε ο Picasso



"Ο θυμός είναι γόνιμος τόπος" λέει ένας καλός μου φίλος και τη φράση τη θύμηθηκα έντονα πρόσφατα, σεργιανώντας στην έκθεση για την Γκερνίκα του Πικάσο (ναι, "Γκουέρνικα" την έλεγα κι εγώ για χρόνια μα το σωστό δεν είναι αυτό). 
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Το περασμένο Σάββατο είχε ένα διαολεμένο κρύο. Υπό νορμάλ συνθήκες καθείς σκεφτόταν πως θα λουφάξει στο σπιτάκι του, για να κρυφοκοιτάζει από το παράθυρο την καταρρακτώδη βροχή και να της βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Καθείς, αλλά όχι εγώ. "Τελευταία μέρα" σκεφτόμουν. "Αν δεν πάω και σήμερα, ο ... Πικάσο θα μου γυρίσει την πλάτη κι άντε να τον κυνηγάω μετά". Διότι καλά να κάθεσαι στ' αυγά σου και να του λες παραπονιάρικα "Πάμπλο μου, μακρυά μου πέφτει η Μαδρίτη και πες στη Σοφία τα σέβη μου αλλά έχω μπουγάδα απλωμένη και δεν θα προκάμω" όταν όμως ο πεισματάρης ο Ισπανός, σου κουβαλιέται στο κατώφλι σου πως να τον αποφύγεις; Άσε που είναι κι αυτό το ρημάδι το "ήμουν κι εγώ εκεί" που μας κατατρέχει μία ζωή. Και καθώς εν ολίγοις, ο Πάμπλο ξεσπιτώθηκε κι είπε να κάνει επίσκεψη στα μέρη μου, αναθεμάτισα όλους τους Θεούς του Ολύμπου για τον καιρό που μου φύλαξαν και κίνησα να τον συναντήσω.
3,5 Χ 7,5 μέτρα, σκεφτόμουν στη διαδρομή, σοφά επέλεξαν ως χώρο έκθεσης τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Παρκάρω και νοιώθω τυχερή που βρήκα θέση μόλις 12 τετράγωνα πιο πέρα (πόλη να ζεις, κύριοι Αθηναίοι μου, αλλά εσύ, όχι το αυτοκίνητό σου). Ξεμυτίζω γενναία, ανοίγοντας την ομπρέλα αλλά ο αέρας της επιτίθεται και με .. αφοπλίζει."0-1 βρε τσόγλανε, σκέφτομαι, αλλά εγώ στον Πικάσο θα πάω". Αρχίζω την τρεχάλα (με Κουκοδήμο πρότυπο πάντα) και φτάνω βρεγμένη ως το κόκκαλο στο πλατύσκαλο της Βασιλικής. Κοιτάζω απορημένη γύρω μου. "Που είναι τα στίφη των πιστών κι οι ορδές των βαρβάρων?" αναρωτιέμαι. Άχνα! Ένας σκουντούφλης αγγουροξυπνημένος μόνο, πίσω από το πρόχειρο γκισέ στην είσοδο. Λέω "καλημέρα" .. δεν λέει τίποτα. Ρωτώ ευγενικά "Where is Pablo?" και παίρνει ύφος ... Σταυρίδη για να πει την ατάκα "στην έσκασα, μουστάκια". Ψάχνομαι. Εγώ μουστάκιας δεν είμαι, αλλά κι αυτή δεν είναι ούτε Γκερνίκα, ούτε Γκουέρνικα.


- Ιντα 'ναι τούτο? ρωτώ στην .. μητρικήν, μπας και με εννοήσει
- Αντίγραφο, my dear, μου λέει
- Και τσιγκουνευτήκατε τον καμβά και στο αντίγραφο ή μήπως μπήκε στο πλύσιμο?
- Το κάναμε pocket για να μεταφέρεται πιο εύκολα
- Τι λες ωρε βλογιοκομμένε? Κι ήθελε ο Πικάσο να γίνει ... pocket?

  Μουγκαφόν ο ... αντ' αυτού. Φουντώνω εγώ που το πνεύμα του Πάμπλο τρύπωσε στα σωθικά μου.
Και γιατί μωρέ αλωνίζετε την Ελλάδα και λέτε πως κουβαλάτε την Γκερνίκα? 
Ο Πικάσο θύμωσε μία φορά και δείτε τι πράγμα έφτιαξε. Άμα ξαναθυμώσει που 
θα κρυφτείτε? 


Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Όταν (ξανα)θύμωσε ο Picasso"

2.2.08

Η πρώτη ύλη της .. ευτυχίας


O Νιόνιος λέει πώς κάποτε "ιστορία γράφουν οι παρέες". Έχει δίκιο! Όχι κατ' ανάγκην την περισπούδαστη ιστορία των βιβλίων αλλά και μικρές .. ιστορίες, που μένουν χαραγμένες στη μνήμη μας.
Συνέβη προ ετών: βραδιά χειμωνιάτικη, χαλαρή και με άκρατη οινοποσία. Κεφάτοι όπως είμασταν, βαλθήκαμε να φιλοσοφήσουμε περί του προαιώνιου ερωτήματος, που βασανίζει
τους "πολιτισμένους" ανά την υφήλιο: "Τι εστί ευτυχία;" Είπε καθείς το μακρύ και το κοντό του
(σιγά μην βγάλαμε άκρη) και κάποιος έριξε την ιδέα να εμπεδώσουμε την .. έννοια με παραδείγματα. Κοντολογής, "κάτσε και ανέτρεξε να βρεις τις πιο ευτυχισμένες σου στιγμές και μοιράσου μαζί μας την ανάμνηση, μπας και καταλάβουμε την "πρώτη ύλη" της ευτυχίας".

Άκουσα διάφορα εκείνο το βράδυ και καθώς οι συνδαιτημόνες μου ήταν .. εικονοπλάστες, βρέθηκα να μεταφέρομαι σε ... μαιευτήρια (περιμένοντας τον πελαργό) σε παραλίες (περιμένοντας τον ... {Γ}κοντό) και σε κάτι μετόχια (εκεί περιμένεις απλά να σε .. ξεχάσει ο χρόνος). Μιλήσαμε για πρώτους έρωτες, για ξέγνοιαστες παρέες, για κάτι μαντάτα
απρόσμενης αποθεραπείας (που σου θυμίζουν πως η ζωή δεν είναι .. αυτονόητο δικαίωμα) και εν γένη για ένα σωρό πράγματα που δίχως να κοστίζουν τίποτα είναι πολύτιμα.
Εκεί καταλήξαμε τελικά: ότι η ευτυχία (ό,τι χρώμα, σχήμα ή μορφή και να 'χει) δεν ... αγοράζεται. Κανείς μας δεν θεώρησε ευτυχία το νέο του αυτοκίνητο, την αγορά του σπιτιού του ή .. μία αύξηση μισθού. Ακόμη κι αυτά τα έρμα τα "μύρια" του Θέμου βάζω στοίχημα
πως θα τα ζηλεύαμε για λίγο αλλά στην κατηγορία "ευτυχία" δεν θα τα βάζαμε.

Έτσι έμεινα να θυμάμαι συχνά πως τα σπουδαία στην ζωή μας είναι τσάμπα. Kαι το ξαναθυμήθηκα σήμερα διαβάζοντας μία πρωτότυπη έρευνα εδώ. Όχι πως είναι το ίδιο
πράγμα βέβαια. Αλλά -όσο να πεις- η δημοσιογραφία στερείται έμπνευσης έτσι κι αλλιώς
πλέον. Εν τούτοις, η ιδέα με ξάφνιασε. Και μου θύμισε ποιά ανάγκη μας σπρώχνει να αποζητάμε
όσα μας χαρίζονται χωρίς να μας κοστίζουν σέντς.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Η πρώτη ύλη της .. ευτυχίας"