Tabs: Blog | About Me |

31.7.06

Ο Αϊνστάιν, ο Φρόυντ κι ο πόλεμος

"Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δέ βασιλεύς καί τούς μέν θεούς έδειξε, τούς δέ ανθρώπους, τούς μέν δούλους εποίησε, τούς δέ ελευθέρους".

Ηράκλειτος
----------------------------------------------------------------
Καλοκαίρι του 1932.
Η Κοινωνία των Εθνών ζητά από τον Άλμπερτ Αϊνστάιν να επιλέξει μία προσωπικότητα εφάμιλλη του και να αλληλογραφήσει μαζί της για ένα φλέγον διαχρονικά κοινωνικό ζήτημα. Ο Αλβέρτος επιλέγει τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Θέμα της αλληλογραφίας: η εδραίωση της παγκόσμιας ειρήνης και οι τρόποι απομάκρυνσης του πολέμου για τις επόμενες γεννιές.
Ακολουθούν οι μεταφράσεις των δύο επιστολών, που σε ελάχιστα σημεία ενδοσκοπούν στα ιστορικά γεγονότα της εποχής αλλά η γενικότερη φιλοσοφία τους παραμένει μνημειώδης και παραδόξως -νομίζω- χρήσιμη ως τις μέρες μας.
----------------------------------------------------------------

30 Ιουλίου 1932
Πότσδαμ

Αγαπητέ κ.Φρόυντ,

Η πρόταση , η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μιά ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιό επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός.
Το ερώτημα είναι : υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο.
Έχοντας απαλλαγεί απο εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσης της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής του προβλήματος : τα κράτη να δημιουργήσουν ενα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του.
Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα : Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ

Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μας πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια.
Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας.
Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα.
Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μιά ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάσει;
Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επί πλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της.
Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα : Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μιά δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.
Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων σε τρόπο ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;
Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.
Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε -όπως σήμερα- σε κοινωνικούς παράγοντες ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων.
Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος. Που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέτατε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξη τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσεως.

Εγκάρδια δικός σας

ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

Η απάντηση του Φρόυντ έρχεται τάχιστα και είναι άκρως "αναλυτική":

Βιέννη Σεπτέμβριος 1932

Αγαπητέ κ. Αινστάιν

Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιό σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντίθέτους.
Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα αναπτύχθηκε από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες , προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μιά άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.
Αρχικά, σε μιά μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυική δύναμη αποφάσιζε σε ποιόν θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυική δύναμη αντικατεστάθη από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.
Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυικής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθή από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.
Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικώτερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επαναρχίση τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρήνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.Καμμιά φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή.Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να τον κάνει υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει.Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σέ συνεχή αναμονή.

Το δικαίωμα της αντιθέσεως στη βία

Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυία.Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιός, όμως;Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπισθή από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βίαιη, έτοιμη να εκδηλωθή εναντίον εκεινού που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς. Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προυπόθεση. Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα. Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος. Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ενωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας.
Σε μιά παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιάς ενωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.

Σε τι χρησιμεύουν οι νόμοι

Το πράγμα είναι απλό: σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξ ίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιού σημείου θα πρέπει να περιορισθεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστεί δυνατή μιά ασφαλής κοινή ζωή.
Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά -και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων- νικητάς και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως ανίσων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπόταξαν.Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και τελειοποιήσεως του νόμου.
Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί( υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν γιά όλους (για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας) και δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων γιά όλους, στην ισότητα των νόμων γιά μερικούς.Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων.
Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί να προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή -πράγμα που συμβαίνει συχνότερα- η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μιά νέα τάξη δικαίου.Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στούς κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαια λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μιά γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς.
Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητος, θα μας δείξη μιά αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου.
Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετο, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συμβίβαζε τις διαφορές.
Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Πάξ Ρομάνα».

Ο πόλεμος ως μέσον «αιώνιας ειρήνης»

Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ενωμένη και ευημερούσα. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μιά ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο.Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν. Γιά ό,τι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο.Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στης οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές. Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εξασφαλισθεί η απαιτουμένη εξουσία.Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.

Δύο αντίθετες παρορμήσεις

Άς εξετάσουμε τώρα μιά άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή.Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα.Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του.Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς. Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν.Τις τελευταίες αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά έστικτα». Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους.
Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μιά παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράσει μεμονωμένως. Συνδέεται πάντοτε, ή όπως λέμε συμμιγνύεται με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό της μεταβάλλει τους σκοπούς -ή αναλόγως των περιπτώσεων- επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π. χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό του. Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μιά επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξ άλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητος. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μιά ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία. Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής. Αναρρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και την δύναμή τους. Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων μέ άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές , διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους. Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο γιά να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου. Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προίόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολέμησουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στούς ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργεί έναντι του πολέμου.
Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής;
Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση και στην πραγματικότητα να θεωρήται αναπόφευκτος. Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει , παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προιόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα.
Επί πλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελοιοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την έξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητος.
Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη. Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέσει με τους μορφωμένους καί προοδευμένους. Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων, η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία.

Πότε θα γίνουμε όλοι ειρηνόφιλοι ;

Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο ασήμαντα : η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η ενδοστρέφεια της επιθετικότητος, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν.
Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική διαπίστωση. Για μας τους ειρηνόφιλους ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.
Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι; Δεν μπορούμε, ή δεν ξέρουμε. Ίσως όμως να μην αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων -ή όλο και πιό πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου- θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον.
Με ποιό τρόπο; Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε.
Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε : Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.
Σας χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη που οι παρατηρήσεις μου σας απεγοήτευσαν.

Δικός σας

ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ο Αϊνστάιν, ο Φρόυντ κι ο πόλεμος"

29.7.06

Αν μπορείς ψυχή, ανασηκώσου και .. ασκήτεψε

Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.
Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:
α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία·
β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου.

Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.

Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει· μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.

Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει;

Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.

O νους: "Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος μας ν΄ αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου."

Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"

Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.

Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου.

Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου.

Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα· οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο· μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.

Κυλιούμαι μια στιγμή στον αγέρα, πνέω, χτυπάει η καρδιά μου, ο νους μου φέγγει, και ξαφνικά η γης ανοίγει και χάνουμαι.

Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δυο αιώνια ρέματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν.

Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.

Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τη ματιά σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.

Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!

Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.

Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Που πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.

Καλή είναι η ζωή, καλός ο θάνατος, η Γης στρογγυλή και στερεή, σα στήθος γυναικός στις πολυκάτεχες παλάμες μου.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μου φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και παντοδύναμο.

Αν μπορείς, Ψυχή, ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ΄ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακλούθα τον αγώνα.

buzz it!


Permalink για το "Αν μπορείς ψυχή, ανασηκώσου και .. ασκήτεψε"

28.7.06

Κρατάω λοιπόν την "απόλυση" με χέρι χαλαρό

To ραδιόφωνο είναι ίσως το μόνο από τα ΜΜΕ που συμπαθώ ακόμη. Ζεστό, ανθρώπινο, άμεσο. Δεν σε αφήνει να κρύψεις, να ρετουσάρεις, να προετοιμαστείς. Αντίθετα έχει ένα σαγηνευτικό τρόπο να σου αποκαλύπτει αυτούς που βρίσκονται πίσω από το μικρόφωνο. Μαθαίνεις πως αντιδρούν στα απρόβλεπτα, πως ακούγονται όταν θυμώνουν, πως ηχεί το γέλιο τους και πως πνίγεται η φωνή όταν συγκινούνται. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Θυμάμαι το ραδιόφωνο τις εποχές που είχε καταπιεί ένα μπαστούνι καθωσπρεπισμού και ακαμψίας. Τις εποχές των εκφωνητών και του ασφυκτικού κρατικού ελέγχου. Τότε λίγα πράγματα ξεχώριζες ως αυθεντικά και διαφορετικά. Ανάμεσά τους σίγουρα ήταν η εκπομπή της Μαριάννας Κορομηλά στην ΕΡΑ. Ένας ιεραπόστολος που ερευνούσε την ελληνική ιστορία η ίδια, με μια φωνή που θαρρείς και σε 'παιρνε από το χέρι να σου δείξει κόσμους μακρινούς και να σου γνωρίσει συνέλληνες που κουβαλούσαν σε κάθε γωνιά του πλανήτη πιο πολύ πατρίδα από όση χώρεσε ποτέ ο νους σου. Από μία γενιά της ελίτ του Αθηναϊκού πνεύματος η ίδια, με προπάππο τον πρώτο εκδότη Αθηναϊκής εφημερίδας, σπούδασε Ιστορία στο Παρίσι και άρχισε να κάνει την ξεναγό, προκειμένου να ταξιδέψει σε όσες χαμένες Ελλάδες ήθελε να γνωρίσει. Και μετά την κέρδισε το ραδιόφωνο. 1975. Η πρώτη της εκπομπή στην ΕΙΡΤ. Ήταν να απορείς συχνά πως ένας άνθρωπος με άποψη για τις στερήσεις των σχολικών βιβλίων κατόρθωνε να διατηρεί εκπομπή στο κρατικό ραδιόφωνο, σε τόσο χαλεπούς καιρούς. Και απορούσες βέβαια αν ήξερες πως δούλευε το σύστημα από μέσα. Θυμάμαι κάποτε ότι απέλυσαν γνωστό μου που είχε αναλάβει ένα πολιτιστικό πεντάλεπτο γιατί είχε το "θράσος" να αναφέρει το φεστιβάλ της ΚΝΕ ανάμεσα στις προγραμματισμένες εκδηλώσεις. Ο διευθυντής τον κάλεσε συνοφρυωμένος και του είπε: Δεν σε πληρώνει το κράτος για να κάνεις διαφήμιση στους κομμουνιστές. Απολύεσαι.

Τα πρωινά του Σαββάτου την άκουγα να μιλά με πάθος για τις περιηγήσεις της. Τους ανθρώπους, τους τόπους, τις ιστορίες, τις ρίζες που συναντιόντουσαν σε κάτι ιστορικά βάθη άλλοτε κοντινά και άλλοτε δυσθεώρητα.
Σήμερα, πραγματικά μελαγχόλησα διαβάζοντας στο μπλόκ του Χοιροβοσκού http://xoirovoskos.blogspot.com/2006/07/blog-post_26.html ότι αυτή η ξεχωριστή εκπομπή τελείωσε άδοξα μετά από 31 συναπτά έτη. Και μελαγχόλησα ακόμη περισσότερο με την "αποχαιρετιστήρια" επιστολή της κ. Κορομηλά που στάζει πίκρα και παράπονο. Την δημοσιεύω ολόκληρη.

Μία άκομψη απόλυση μετά από τριακόσιους εβδομήντα μήνες (ή τριάντα χρόνια και δέκα μήνες: Σεπτέμβριος 1975-Ιούνιος 2006).
Η συνεργασία μου με την Ελληνική Ραδιοφωνία (τότε ΕΙΡΤ) άρχισε το καλοκαίρι του 1975, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις ετοίμαζε το νέο Τρίτο Πρόγραμμα.
Μαριάννα ΚορομηλάΤελικά, βγήκαμε στον αέρα την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Από τότε, η σχέση μου με το κρατικό Ίδρυμα είναι αδιάλειπτη.
Με συμβάσεις ("προσχώρησης", όπως χαρακτηρίζονται, όταν οι όροι που θέτει η εργοδοτική πλευρά είναι δεδομένοι και αδιαπραγμάτευτοι) αρχικά ανά εκπομπή, αργότερα με σύμβαση έργου (άλλοτε μηνιαίας διάρκειας κι άλλοτε τρίμηνης ή εξάμηνης) δούλεψα ως εξωτερικός συνεργάτης-παραγωγός "επί μονίμου βάσεως" επί 370 μήνες. Σχεδόν τριάντα ένα χρόνια, χωρίς δέκατους τρίτους-δέκατους τέταρτους μισθούς και με πενιχρές αμοιβές (με τις οποίες έπρεπε να καλυφθούν και τα έξοδα για έρευνα εκτός Αθηνών και συχνά εκτός Ελλάδας, η συγγραφή πρωτότυπου έργου, η μουσική επιμέλεια-επένδυση της εκπομπής και η ραδιοφωνική παρουσίαση). Στην αμοιβή περιλαμβάνεται και η παραχώρηση των πνευματικών δικαιωμάτων του τελικού έργου(...).
Για αυξήσεις ούτε λόγος, διότι η ΕΡΑ επί δεκαετίες επιδίδεται σε "οικονομική εξυγίανση", σύμφωνα με τα λεγόμενα και των αρμόδιων υπουργών (π.χ. Ε. Βενιζέλος, ο οποίος μείωσε τις αμοιβές μας κατά 15% "για να συμμαζευτούν τα έξοδα", αλλά αυτό μόνο για ένα χρόνο). Περασμένα ξεχασμένα, λοιπόν.
Πάντως, ρίχνοντας μια ματιά σε παλαιότερα δελτία παροχής υπηρεσιών, διαπίστωσα ότι μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια (1992-2006) η αμοιβή μου έχει αυξηθεί κατά 13% (ενώ, στο ίδιο διάστημα, το ταξί με το οποίο πηγαίνω στην Αγία Παρασκευή αύξησε το κόμιστρο κατά 450%, καθώς τότε κόστιζε 300-320 δραχμούλες, κάτι λιγότερο από ένα ευρώ, και τώρα 4-4,50 ευρώ).
'Οταν το 2006 έμαθα ότι το 2005 είχαν μονιμοποιηθεί 1.490 συμβασιούχοι (κι ανάμεσα τους αρκετοί με συμβάσεις έργου) ήμουν πλέον εκπρόθεσμη. Ανακάλυψα ότι και οι κυβερνητικοί αρμόδιοι ενημερώθηκαν εκ των υστέρων και δήλωναν έκπληκτοι, ιδίως γιατί είχε προηγηθεί μία εθελούσια έξοδος (που στέρησε το Ίδρυμα από μερικές εκατοντάδες έμπειρους εργαζόμενους, όπως συμβαίνει συνήθως))...).
Κοντολογίς, η ώρα της αιφνιδιαστικής απόλυσης μου διά εξευτελισμού είχε φτάσει. Στις 27 Ιουνίου μου τηλεφώνησε μία υπάλληλος από το γραφείο της κ. Μαργαρίτας Μυτιληναίου για να μου πει ότι η σύμβαση μου έληγε σε τρεις ημέρες και ότι δεν μπορούν να την ανανεώσουν.
Ανάμεσα στα άλλα που ψέλλιζε το ταλαίπωρο κορίτσι, είπε και το αμίμητο "να της τηλεφωνήσω γύρω στις 20 Σεπτεμβρίου, για να δουν αν μπορούν να μου κάνουν σύμβαση για τον Οκτώβριο" (αυτό θα πει έγκαιρος προγραμματισμός). Με απέλυσαν, λοιπόν, τέσσερις ημέρες μετά τη μετάδοση της τελευταίας μου εκπομπής - τελευταίας σύμφωνα με μία σύμβαση έργου που δεν είχα δει ποτέ και ούτε καν φέρει την υπογραφή μου, γιατί επί χρόνια ανανεωνόταν "αυτομάτως" κι έτσι δεν έμπαιναν καν στον κόπο να μου ζητούν να την υπογράψω.
Το μόνο που ζήτησα ήταν να μεταδοθεί η εκπομπή της 1ης Ιουλίου, την οποία είχα ήδη ηχογραφήσει, διαβεβαιώνοντας ότι δεν χρειαζόταν να πληρωθώ (δεν μου περισσεύουν, αλλά είχα μία συνέντευξη σημαίνοντος προσώπου και ντρεπόμουν να του πω ότι είχε άδικα ανέβει στην Αγία Παρασκευή).
Έτσι όπως μεθόδευσαν την απόλυση, δεν μου έδωσαν καν την ευκαιρία να αποχαιρετήσω τους φίλους ακροατές (με ορισμένους έχουμε διανύσει τριάντα τόσα χρόνια ραδιοφωνικής πορείας, που μεταφράζεται σε περισσότερες από 2.000 εκπομπές). Αυτό με στενοχωρεί βαθύτατα.
Δεν αντέχω στην ιδέα ότι μπορεί να σκέφτονται πως τους εγκατέλειψα απροειδοποίητα για να πάω διακοπές ή για να βρω καλύτερα πληρωμένη δουλειά, χωρίς να τους χαιρετήσω και να τους ευχαριστήσω για όλα αυτά τα χρόνια που μοιράστηκα μαζί τους. Τα υπόλοιπα θα τα κάνουν οι δικηγόροι. Αλλά το αποχαιρετιστήριο, που μόνον εγώ μπορούσα να κάνω, δυστυχώς μου το στέρησαν.
Έμαθα ότι κάπως έτσι απομακρύνθηκαν κι άλλοι 300 συμβασιούχοι. Να είμαστε άραγε τα 300 θύματα του κ. Παναγόπουλου ή των νέων αντιλήψεων περί διαχείρισης του κράτους, αντιμετώπισης των πολιτιστικών πραγμάτων και εξευτελισμού των εργαζομένων; Πάντως, δίχως να υποβαθμίζω καμία άλλη περίπτωση απολυμένου, νομίζω ότι κανείς άλλος δεν έχει στο ενεργητικό του τριάντα ένα χρόνια απανωτών συμβάσεων με το ευαγές κρατικό Ίδρυμα. Ο επαγγελματικός εξευτελισμός μου στον κύβο».

Μαριάννα Κορομηλά, ιστορικός

Πρόσφατα η ίδια ανέπτυξε μία πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία με θέμα την διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας στα σχολεία και τα αβτίσοιχα βιβλία. Δυσκολεύομαι να μην κάνω συνειρμούς για το ποιούς ενόχλησαν τα λεγόμενά της. Aπόσπασμα:

"Δεν θα αναλύσω την αισθητική και την ιδεολογία τους(των μαθητικών βιβλίων ιστορίας), τη μορφή και το περιεχόμενό τους, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το γνωστικό αντικείμενο και το δεκτικό υποκείμενο (διδάσκοντες και διδασκόμενους). Από τα μαθητικά μου χρόνια πίστευα ότι πρέπει να καταργηθούν. Και ύστερα από συστηματική μελέτη πιστεύω ότι δεν θα πρέπει ποτέ να χρησιμοποιηθούν ως υλικό για νέα βιβλία γιατί αποπνέουν μια εντελώς αντιεκπαιδευτική αντίληψη και προκαλούν πολλαπλές βλάβες στους πολίτες αυτής της χώρας. Η αισθητική των βιβλίων είναι αποτρόπαιη.
.... Το ευχάριστο με το υλικό της ελληνικής ιστορίας που διαθέτουμε είναι ότι υπάρχουν δύο κυρίαρχα στοιχεία τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό καμβά του σχολικού προγράμματος για την ιστορία. Το πρώτο είναι ο οικουμενισμός, δηλαδή το πνεύμα της οικουμενικότητας που καλλιέργησαν οι Έλληνες σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους μέχρι την εποχή της επικράτησης των εθνικισμών. Εδώ συλλαμβάνει κανείς τους ανοικτούς ορίζοντες και πολλές άλλες διαστάσεις του οικουμενικού χαρακτήρα που είναι πολύτιμες στους καιρούς μας.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η πολυσήμαντη έννοια της διαχρονικότητας, δηλαδή η αίσθηση της συνέχειας στο χώρο και το χρόνο. Το δυσάρεστο σε όλα αυτά είναι ότι από τον ίδιο τον χαρακτήρα του, το ελληνικό κράτος έχει αποποιηθεί της οικουμενικότητας και της συνέχειας. Τις τεμάχισε, και επέλεξε τα τμήματα εκείνα που μπορούσαν να ταιριάξουν στα καλούπια του. Άρα το οικοδόμημα της ιστορικής παιδείας έχει θεμελιωθεί για να υπηρετήσει το νεοελληνικό επαρχιωτισμό, τα στενά όρια του εθνικού κράτους στο οποίο δεν χωρούν άλλες πολιτιστικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές μειονότητες και του οποίου τα σύνορα απειλούνται από όλους τους γείτονες.
Η επιστροφή σε επιλεγμένες περιόδους και περιοχές της αρχαιότητας, η γενική θεματολογία που προβάλλεται, η αμηχανία απέναντι στην βυζαντινή περίοδο η οποία χώρεσε στη διδακτέα ύλη το 1850-60 για να καλύψει όπως-όπως το κενό των έντεκα αιώνων, και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η τουρκοκρατία και το 1821 εξυπηρετούν τις ιδεολογικές επιλογές του ελληνικού κράτους. Οι πανηγυρικοί του κάθε ενωμοτάρχη στην ψυχροπολεμική περίοδο που ζήσαμε απηχούσαν την ιστορική παιδεία στα σχολεία. Ας μην πιστέψουμε ότι έχει αλλάξει τίποτα. Το γεγονός ότι ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας τολμά να ξεστομίσει ότι είμαστε Έθνος ανάδελφο σημαίνει ότι υπήρξε καλός μαθητής στο σχολείο. Και το γεγονός ότι δεν τον έκραξε το Έθνος σημαίνει ότι εξέφραζε την κυρίαρχη αντίληψη. Και ας μην θεωρήσουμε ότι διάφορα μπαλώματα που χώνονται κατά καιρούς στα ιστορικά βιβλία του Οργανισμού φανερώνουν μια διαφορετική διάθεση.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το όψιμο ενδιαφέρον του κράτους για την Κύπρο. Χώθηκαν δύο σελίδες για την Κύπρο και το 1821 στο βιβλίο της νεότερης ιστορίας, αλλά για λόγους σελιδαρίθμησης και τυπογραφικής οργάνωσης του βιβλίου, αυτό το δισέλιδο κεφάλαιο έρχεται μετά από τον Πικάσο και τις σύγχρονες αναζητήσεις στην τέχνη του 20ου αιώνα.
Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον, οι προτάσεις μου ηχούν ίσως τελείως εξωπραγματικές: προϋποθέτουν τη ριζική αλλαγή του εκπαιδευτικού προγράμματος και φυσικά της κυρίαρχης ιδεολογίας, καθώς και την κατάργηση των ιδεοληψιών. Έως ότου γίνει κάτι τέτοιο, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να καταργηθούν τα βιβλία. Πιστεύω ακράδαντα ότι θα ήταν μια θαρραλέα πράξη αν, για τα επόμενα 3-4 χρόνια και μέχρι να ετοιμαστεί μια τελείως διαφορετική οργάνωση του θέματος της ιστορίας και των ανθρωπιστικών σπουδών, καταργηθούν τα βιβλία της ιστορίας του δημοτικού και του γυμνασίου. Στο μάθημα της ιστορίας θα μπορούσαν να υπάρχουν κείμενα και ιστορικές πηγές τα οποία να διαβάζονται και να συζητούνται. .... Συνοψίζοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι ο προφορικός λόγος κρύβει μια ανυπολόγιστη δυναμική την οποία δεν πρέπει να παραβλέψει ο σχολικός προγραμματισμός, και ότι η αισθητική πρέπει να κυριαρχεί σε κάθε έκφραση της παιδείας. Σε ό,τι δε αφορά το θέμα της ιστορίας, η μνήμη των ανθρώπων είναι οι άνθρωποι. Και το σχολείο είναι εκείνο που τους πλάθει επί εννέα ή δώδεκα ολόκληρα χρόνια".

Στην περίπτωση της κ. Κορομηλά η γνώση της ιστορίας και οι ανοιχτοί ορίζοντες έπλασαν έναν καλοσυνάτο (πόσο σπανίζει πια η λέξη!) άνθρωπο. Κάποτε της έσφιξα ενθουσιασμένη το χέρι σε έναν διάδρομο και είπα:
- Μεγάλωσα με τα ταξίδια και τις εκπομπές σας.
Το χαμόγελό της ήταν διάπλατο:
- Κι εγώ, μου απάντησε λιτά.

Η απόλυση της από την ΕΡΑ ήρθε σε μία περίοδο βολική καθώς ξεκινούν τα "μπάνια του λαού". Πάντως:
- Αν ανθρώπους με αξιοπρέπεια, μόρφωση, ιστορική συνείδηση και πνευματική προσφορά τους χρειάζεται αυτός ο τόπος
- Αν κάποτε πρέπει να ερωτηθούμε για το τι προτιμάμε να ακούμε (αφού έτσι κι αλλιώς πληρώνουμε τον λογαριασμό στη ΔΕΗ)
- Αν υπάρχει μία έννοια δικαίου (έστω και επιλεκτικού) που μονιμοποιεί συμβασιούχους μετά από μερικά εξάμηνα (και απολύει άλλους μετά από 31 ολόκληρα χρόνια)
τότε κάποιοι οφείλουν να αναθεωρήσουν την απόφαση για απόλυση της κ. Κορομηλά.
Η διευθύντρια του Δευτέρου Προγράμματος της ΕΡΑ κ.Μυτιληναίου ειλικρινά δεν γνωρίζω αν "ψηφίζεται" τόσα χρόνια από τους ακροατές του δικτύου. Πάντως, αφού η απόφαση απόλυσης της ανήκει, θα της ανήκουν και τα "ψηφίσματα διαμαρτυρίας" μας. Η ηλεκτρονική της διεύθυνση: mailto:mmmitilineou@ert.gr
Ανάλογα σχόλια υπάρχουν και από τους εξής μπλόκερς:

Naftilos
Provatos
ttallou
Xoirovoskos
Rodia
Kukuzelis
Athinaios
Mindstripper
Misel Fais
Ovi
Phivos
Eνώ η αρχική ιδέα προέρχεται από ένα σχόλιο που έγραψε το θείο τραγί

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Κρατάω λοιπόν την "απόλυση" με χέρι χαλαρό"

27.7.06

Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ του Γεωργίου Σουρή


Ιδού λοιπόν ο Φασουλής, που οίστρους κατεβάζει
καθώς ο Βούδας των Ινδών υπό συκήν ρεμβάζει,
και τον καφέ τον θεριακλή της Υεμένης πίνων
φιλοσοφεί ακάματος επί των ανθρωπίνων.

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και την ζωήν μου σύρω
μ’ ολίγα ψευτοδάκρυα, μ’ ολίγα ψευτογέλια,
κι άμα κοιτάζω στα ψηλά και χαμηλά και γύρω
όλα παντού μου φαίνονται τρελλού παππά Βαγγέλια.

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος με χέρια και με πόδια,
σκυλιά γαυγίζουν πίσω μου, με κουτουλούν οι τράγοι,
τρώγω την γην, που του ζευγά την αυλακώνουν βόδια,
πριν λαίμαργα την σάρκα μου εκείνη καταφάγει.

Άνθρωπος είμαι, άνθρωπος, και σαν χαράζ’ ημέρα
στον κάθε παλιοκαφενέ ξαπλώνομαι ανάσκελα,
κι αυτός, που κατ’ εικόνα του μ’ ετίναξ’ εδώ πέρα
ως δείγμα της προνοίας του μου στέλλει πάντα φάσκελα.

Άνθρωπος είμαι, φύσεως πετώσης και πεζής,
Ηράκλειτος φιλόσοφος και δημοσιογράφος
κι όταν κανένας μ’ ερωτά “σ’ αρέσει βρε, να ζεις;”
του απαντώ “τρομάρα μου αν έλειπε κι ο τάφος”.

Δεν ξέρω τι ζητώ και τρέχω ψωραλέος
μετά του Περικλέτου.
Στα χέρια μου κρατώ κρανίον βασιλέως
και καύκαλο επαίτου.
Και χύνω άνω κάτω,κοιτάζων τα ουράνια,
στο πρώτο ρετσινάτο,στο δεύτερο σαμπάνια.
Τις δύναμις ενήργησε και διεπλάσθ’ η σφαίρα;
Ο ένας είπε τη φωτιά κι ο άλλος τον αέρα
κι ο τρίτος μόνο το νερό,
αλλ’ ο σοφός Εμπεδοκλής εδέχθη και τα τρία
και τέλος πάντων έγινε μεγάλη φασαρία
σ’ εκείνον τον παλιό καιρό.
Καθένας ήτο βέβαιος πως ηύρε το σωστό
και κάθε τόσο άλλαζαν του κόσμου τον Χριστό
με χίλια δυο μπερδέματα…

Αλλά εδιάβασα κι εγώ αυτά τα κολοκύθια
κι εις ένα κι άλλο σύστημα ευρήκα την αλήθεια
πως είναι όλα ψέμματα.

Βρε Φασουλή καημένε, δεν κάθεσαι στ’ αυγά σου,
τους ψωροφιλοσόφους στο διάβολο δεν στέλλεις;
Δεν σε αρκεί να χάσκεις στη ράχη του Πηγάσου,
μα και φιλοσοφίες αρχίζεις να μου θέλεις;

Όπως κι αν διεπλάσθη το Σύμπαν τι σε μέλει;
Κι αν εξ αυτής παρήχθη της μάζης ή εκείνης,
κι αν ήτο πρώτα χάος ή μια φωτονεφέλη,
εσύ μπορείς με τούτο καλλίτερος να γίνεις;

Και αν στων συστημάτων εγκύψεις την σωρείαν,
και αν του Δημοκρίτου δεχθείς την θεωρίαν,
καθ’ ήν εκ των ατόμων συνίσταται η φύσις,
κι επί της θεωρίας αυτής φιλοσοφήσεις.

Θαρρείς το άτομόν σου δεν θάναι όπως είναι,
πως ασθενές σαρκίον ως τώρα δεν θα μένει,
πως δεν θα το μαραίνουν οι πόθοι και αι οδύναι,
κι ουδέ θα παίζη λόρδα και η παραδερμένη;

Κι αν του Θαλή το ύδωρ αρχήν αναγνωρίσεις
κι υδραυλικής σπουδήσεις μεθόδους περισσάς,
πιστεύεις πως καμμία δεν θα στειρεύση βρύσις
και συ από την δίψα ποτέ δε θα λυσσάς;

Και αν του Ηρακλείτου το σύστημα σ’ εξαίρει
κι ειπείς αρχήν των όλων το πυρ το αδηφάγον,
νομίζεις ότι πάντα θα είναι καλοκαίρι
και δεν θα τουρτουρίζεις την εποχήν των πάγων;

Κι αν ως ο Πυθαγόρας και συ ανακηρύξεις
πως είναι αρμονία τα πάντα και ρυθμός,
κι αν αριθμούς αγνώστους ενώσεις κι αναμίξεις,
κι ειπείς πως άρχει πάντων το εν κι ο αριθμός.

Νομίζεις πως τ’ αυτιά σου ποτέ δεν θα ταράξει
βαρύτονος, τενόρος, ή άλλος φουκαράς,
που με βρυγμούς οδόντων ελπίζει να μαλάξει
την άμουσον καρδίαν σκορδόπιστης κυράς;

Ή μήπως των πλουσίων τα πλούτη θα σαρώσεις;
Ή μήπως το πουγγί σου θα βρίσκεται γεμάτο;
Ή τάχα θα μπορέσεις το σπίτι να πληρώσεις,
που έκτισες με χρέος στον Φαληρέα κάτω;

Και αν δεχθείς ακόμη σαν τον Αναξιμένη
πως ο αήρ, το Σύμπαν και άπειρον σημαίνει,
θαρρείς πως θα περάσει και μόνον μια ημέρα,
που δεν θα καβουρδίσεις κοπανιστόν αέρα;

Και αν τας πολιτείας τας ουρανογενείς
του Πλάτωνος ποθήσεις ευγενεστάτου θρέμματος,
μη τάχα ζωοκλέπτης, δεν θα μπορεί κανείς
να γίνει Ταξιάρχης και Σύμβουλος του Στέμματος;

Και αν τον έρωτά σου δεχθείς τον ιδεώδη,
μήπως δεν θα σηκώνουν τον κόσμον εις το πόδι
προικοθηρών πεινώντων τοσαύται συμμορίαι,
οπόταν ξεμυτίζουν πολύφερνοι κυρίαι;

Νομίζεις οι ερώντες πως θα πετούν στα νέφη
και πως ποτέ δεν θάχουν για τίποτ’ άλλο κέφι;
Ή μη κι ο έρως θάναι καπνός, ατμός και σκόνη,
και γυναικός κοιλία ποτέ δεν θα φουσκώνει;

Και αν του Σωφρονίσκου ακούσεις τον υιόν,
που εν ανακηρύττει του Σύμπαντος Θεόν,
ασύλληπτον καθ’ όλα και άυλον κι αιώνιον,
κι εις τούτο αποβλέπων ερρώφησε το κώνειον.

Κι αν, στην Χαναναίαν πετάξας νοερώς,
εις τον Θεόν εκείνον πιστεύσεις του Σινά,
θαρρείς πως δεν θα φθάσει ουδέποτε καιρός,
οπού θα προσκυνήσεις και συ τον Μαμμωνά;

Θαρρείς τον εαυτό σου διττώς αν διαιρέσεις,
εις νουν και εις αισθήσεις, πως δεν θα μείνεις βλαξ;
Θαρρείς πως ασφαλίζεις τας μεταξύ των σχέσεις
κι αυτό δεν θάναι δούλον του άλλου εναλλάξ;

Και αν του Επικούρου την Ηδονήν δεχθείς
και τύχει καμμιάν ώρα και συ να ορεχθείς
να φας μονάχος ένα μουλκέικο πεπόνι
θαρρείς πως τάντερά σου δεν θα θερίσουν πόνοι;

Κι αν την αχρείαν σάρκα εξ ηδονών κορέσεις
νομίζεις πως με άλγος ποτέ σου δεν θα κλαύσεις;
Κι αν το βαρύν χιτώνα της αρετής φορέσεις,
θαρρείς πως δεν θα θέλεις εκείνας ν’ απολαύσεις;

Νομίζεις πως δεν είναι κι αυτό κι εκείνο χίμαιρα;
Πιστεύεις και εις όρκους και εις λόγους της τιμής;
Νομίζεις ότι τούτο, που θα ποθήσεις σήμερα,
και αύριον επίσης θα το επιθυμείς;

Κι αν είσαι ανθρωπίσκος εκ της κοινής αγέλης
θα μακαρίζεις κλαίων σκηπτούχους Βασιλείς,
κι αν Βασιλεύς καλείσαι, θαρθεί στιγμή να θέλεις
να δειάζεις ανωνύμους θαλάμους της Αυλής.

Βρε Φασουλή, καημένε, ως εδώ πέρα μείνε,
πολλή φιλοσοφία και σκέψις ας σου λείπει…
δι’ ό,τι πράγμα χαίρεις αυτό χαρά δεν είναι,
δι’ ό,τι πράγμα πάσχεις αυτό δεν είναι λύπη.

Δεν είσαι ούτ’ ευδαίμων, αλλ’ ούτε δυστυχής,
ευκόλως μην πιστεύης στον ένα και στον άλλον,
ουδ’ εις αθανασίαν, ουδ’ εις θνητόν ψυχής,
και δι’ αυτό κι εκείνο να στέκεις αμφιβάλλων.

Ο κόσμος ας κινείται και τούτο το Βασίλειον
ας στρέφετ’ αιωνίως η γη περί τον ήλιον,
κι εκείνος περί ταύτην ας κινηθεί αν θέλει…
δι’ όλας τας κινήσεις πεντάρα μη σε μέλει.

Ατάραχος θεώρει του κεραυνού το βέλος,
του κόσμου τα βιβλία εις τα σκουπίδια όλα,
κι ενόσω την αρχή του δεν βλέπεις και το τέλος
υπόμενε, ανέχου, ανθρώπους γεννοβόλα.

Κι εγώ για να ξεχνάω των στεναγμών τον δρόμο
μου έρχεται να κάνω συχνά τον Αστρονόμο.
Και λησμονών τα βάρη κοιτάζω προς τον Άρη,
και βλέπω προς τον Κρόνο για να περνώ τον χρόνο.

Ίσως κι από ψηλά κανείς βασανισμένος
εδώ στα χαμηλά κυττάζει σαστισμένος.
Κι ο νους του όλος κρίση, καθώς και ο δικός μου
ζητεί να βρει μια λύση στο πρόβλημα του κόσμου.

Και δεν μπορεί και κλαίει,
και δεν μπορώ και κλαίω,
όρσε κι αυτός μου λέει,
όρσε κι εγώ του λέω.

Την σοφίαν, λέει ζητεί ο μεγάλος Πυθαγόρας
και αυτήν σκοπόν κηρύττει πας σοφός εκ πάσης χώρας.
Μα κι εγώ, κυρ Πυθαγόρα, την γυρεύω κάθε ώρα
και γι’ αυτήν γυρνώ με δίσκο, μα του κάκου… δεν τη βρίσκω.

Που βρίσκεται, που κάθεται, γιατί να μην ηξεύρω;
Κι αν της σοφίας κάποτε τ’ απόκρυφα σπουδάζω
δεν προσπαθώ με την σπουδήν το βέβαιον να εύρω…
την ώρα θέλω να περνώ και να διασκεδάζω.

Κι οπόταν εκ του υψηλού στραφώ στην κοινωνίαν
κι εμπρός μου τύχει να ιδώ κανέναν Παυσανίαν,
που πριν οκάδες είκοσι τα μέλη του εζύγιζαν,
κι εκ της νηστείας της πολλής τα γόνατά του λύγιζαν.

Μα σήμερα, που έπεσε στο Κεντρικόν σαν γλάρος,
μετρά οκάδες εκατό το ειδικόν του βάρος,
εις τούτον τον περίεργον σπουδάζω πατριώτην
τον νόμον της βαρύτητος, την δύναμιν την πρώτην.

Κι οπόταν βλέπω κάποτε Δημόσιον Ταμίαν,
πως προσπαθεί τον πειρασμόν να φύγει του παρά,
αν και δεινώς μαστίζεται από την βουλιμίαν,
να! η κεντρόφυξ δύναμις φωνάζω εν χαρά.

Αλλ’ όταν τέλος τον ιδώ με όλην του την πάλην
ακάθεκτος να σύρεται περί το κέντρον πάλιν,
ως ότου γίνει άφαντος με το Ταμείον όλον,
βλέπω την άλλην δύναμιν, που λέγουν κεντρομόλον.

Όστις ποθεί ευχάριστα την ώρα να σκοτώσει
εδώ να κύψει πρέπει…
θαρρώ πως πασ’ απόστασις ποτέ δεν είναι όση
το μάτι μας την βλέπει.
Κι όταν εις πάσαν εποχήν καυμάτων και χειμώνων
ο άνθρωπος οδεύει,
τας αποστάσεις ο σκοπός τας μεγαλώνει μόνον
κι αυτός τας συντομεύει.

Κι αυτό μου τόπε Βουλευτής με λιπαράν γαστέρα:
“Εις όποιο κι αν ευρίσκομαι της πόλεως σημείον,
καμμία δεν μου φαίνεται οδός συντομοτέρα
παρά εκείνη, που τραβά στο Κεντρικόν Ταμείον”.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ του Γεωργίου Σουρή"

26.7.06

The musk and the mirror


Loreena McKennitt
Marrakesh night market

They're gathered in circles
the lamps light their faces
The crescent moon rocks in the sky
The poets of drumming
keep heartbeats suspended
The smoke swirls up and then dies

Would you like my mask?
would you like my mirror?
cries the man in the shadowing hood
You can look at yourself
you can look at each other
or you can look at the face, the face of your god


The stories are woven
and fortunes are told
The truth is measured by the weight of your gold
The magic lies scattered
on rugs on the ground
Faith is conjured in the night market's sound


Would you like my mask?
would you like my mirror?
cries the man in the shadowing hood
You can look at yourself
you can look at each other
or you can look at the face, the face of your god


The lessons are written
on parchments of paper
They're carried by horse from the river Nile
says the shadowy voice
In the firelight, the cobra
is casting the flame a winsome smile


Would you like my mask?
would you like my mirror?
cries the man in the shadowing hood
You can look at yourself
you can look at each other
or you can look at the face, the face of your god.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "The musk and the mirror"

Οι "ιδιοκτήτες" της παραλίας και άλλα .. ευτράπελα

Σου έχει τύχει δεν μπορεί? Να κάθεσαι αμέτοχος στη γωνιά σου και να παρατηρείς γύρω σου συμπεριφορές, φάτσες, κουβέντες.
Προσωπικά το βρίσκω συχνά από διασκεδαστικό ως ενδιαφέρον.
Απόγευμα στην παραλία. Ξαπλωμένη στην πετσέτα και βυθισμένη στο "ανάγνωσμα". Κι η παραλία να γεμίζει επικίνδυνα, απειλώντας την ηρεμία μου. Μία χούφτα πιτσιρικάδες με κουβαδάκια (οι μόνοι ίσως συμπαθείς και αμέτοχοι στο "ηχοέγκλημα"). Παραδίπλα οι μαμάδες. Πασαλείβονται με αντιηλιακά, φορούν καπέλα και αρχίζουν το "Λαλάκη, όχι στα βαθειά μωρό μου". Ο χώρος τους ανήκει.
Δεξιά τους ο κλασσικός τύπος "είμαι ωραίος και το ξέρεις". Κορδώνεται, τεντώνεται, αφήνει το νερό να κυλά ανέμελα πάνω στους 20 γυμνασμένους μύες του (ποντίκια και κοιλιακοί αφαιρέθηκαν). Το δε μαγιώ διαμαρτύρεται για την ανυπαρξία του ρόλου του. Και η γλώσσα του σώματος κραυγάζει:¨Είμαι εδώ. προσέξτε με". Και τον προσέχουν. Ο χώρος του ανήκει.
Τον αποδιοργωνώνει για λίγο η έλευση της κοπέλας που θρονιάζεται κοντά του. Απλώνει την πετσέτα της τελετουργικά. Γδύνεται ακόμη πιο τελετουργικά. Το αντιηλιακό .. νέα τελετουργία. Που όμως διακόπτεται από τον θόρυβο του κινητού. Και τότε αρχίζει να μιλάει. Δυνατά.
-Έλααα Μπάμπ'. Ήρθαμ'. Ναι βρε, στην θάλασ' είμ'. Δεν σ' ακούω κ_λά.
Συνεχίζει να ουρλιάζει στο ακουστικό γιατί ... εκείνη δεν τον ακούει καλά. Και βέβαια ο χώρος της ανήκει.
Την προσπάθειά της να ακούσει δυσκολεύει η άφιξη ενός τζετ σκι. Ο νεαρός κάνει "χαριτωμενιές" δίπλα στους λουόμενους. Απίθανα ζίγκ-ζαγκ που δεν μπορείς παρά να του βγάλεις το καπέλο για τον τρόπο που χειρίζεται το όχημα. Παρακολουθούν όλοι σαν υπνωτισμένοι. Μέχρι και οι μαμάδες, που προς στιγμήν ξεχνούν ότι τα βλαστάρια τους είναι δίπλα στο τζετ σκι. Αλλά τι να του πουν? Ο χώρος του ανήκει.
Ο μοναδικός που έχει αντίθετη γνώμη είναι ο "ομπρελάρχης" (κατά το τελετάρχης) της παραλίας. Τρέχει στην άμμο κι αρχίζει να τον λούζει με κοσμητικά. Και έχει τα δίκια του κι αυτός. Γιατί φυσικά ο χώρος του ανήκει. Ξεσηκώνονται και οι μαμάδες μαζί. Φωνάζουν κι αυτές. τα παιδιά βάζουν τα κλάμματα. Η κοπέλα κλείνει το κινητό κι αρχίζει να ουρλιάζει επίσης εναντίον του. Ο "ωραίος" σπεύδει να βοηθήσει και σηκώνεται με απειλητικές διαθέσεις. Ο νεαρός με το τζετ σκι κάνει μία εντυπωσιακή μανούβρα και απομακρύνεται. Μένουν όλοι όρθιοι να κοιτούν και να βρίζουν.
Εντυπωσιάζομαι με την απρόσμενη οικειότητα μεταξύ τους. Πιάνουν κουβεντούλα σαν παλιοί γνώριμοι. Και μετά συνεχίζουν όλοι μαζί. Τα παιδιά στο πλατσούρισμα, οι μαμάδες στον "κοινωνικό σχολιασμό", η κοπέλα πάλι στο κινητό να ουρλιάζει και ο "ωραίος" να συστήνεται δεξιά και αριστερά.
Σηκώνομαι. Ο χώρος δεν μου ανήκει πια...

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Οι "ιδιοκτήτες" της παραλίας και άλλα .. ευτράπελα"

Μνημείο πεσόντων. Αλλιώτικο και .. φευγάτο














Πιο καθαρά θυμάμαι τον Ισμαήλ. Ισμαήλ Τρεχαγύρευε. Πρέπει να ψάξω στο Αρχείο για το επώνυμό του. Παλαιστινιακής καταγωγής, Ιορδανός υπήκοος. Από αυτούς τους μπουρδουκλωμένους Μεσανατολίτες. Δεν ήταν ο πρώτος μου αυτόχειρας, ούτε ο εντυπωσιακότερος. Ήμαστε όμως συνομήλικα, είκοσι χρονών παιδιά, μαυροτσούκαλα και τα δύο. Κάπου εδώ στερεύαν και οι ομοιότητές μας. Ο Ισμαήλ κυνηγούσε τον επιούσιο, εγώ δούλευα για το χαρτζιλίκι. Ο Ισμαήλ δεν μιλούσε γρι ελληνικά, εγώ είχα απολυτήριο Αρσακείου. Ο Ισμαήλ ήταν ένας κακομούτσουνος κοντοπίθαρος, εγώ ήμουν μια δίμετρη αμαζόνα. Μια συλφίδα με πεταχτά καπούλια. Όλοι χαζεύαν τα καπούλια μου. Ο κάμεραμαν, ο βίντεομαν, οι πυροσβέστες, οι αστυφύλακες, οι αρχόσχολοι τριγύρω. Μια τον Ισμαήλ κοιτούσαν, μια τα καπούλια μου. Όπως στο Γουίμπλεντον, στον τελικό του τένις.

«Ξεκόλλα από τον κώλο μου», κατσάδιασα τον κάμεραμαν. «Θα τον χάσεις τον Ισμαήλ».

Ακόμη και ο Ισμαήλ κοίταξε τα καπούλια μου. Τη στιγμή που του γύρισα την πλάτη, για να διορθώσω το μακιγιάζ. Δυόμισι ώρες συνέχεια, κάτω από το λιοπύρι της Βαρυμπόμπης, το μέικαπ είχε παπαριάσει με τον ιδρώτα. Ο Ισμαήλ φαινόταν καλό παιδί. Δεν θα το τραβούσε ώς το βράδυ. Αργά ή γρήγορα θα έκανα την αποφώνηση. Δεν μπορούσα να εμφανισθώ στους δέκτες σαν γύφτισσα κολομπίνα. Καθώς έσκυβα να πιάσω το μπαμπάκι, άκουσα το ντουπ. Ένα ξερό ντουπ. Στράφηκα αμέσως στον κάμεραμαν.

«Τον πήρες;».

Ο κάμεραμαν έδειχνε αποσβολωμένος.

«Δεν θα το πιστέψεις, Φλώρα», ψέλλισε εντέλει. «Κοίταξε τον πισινό σου ο σαλεμένος. Κοίταξε τον πισινό σου και πήδηξε στο κενό».

«Τον πήρες, βρε μαλάκα;».

Τον είχε πάρει. Κουτσά στραβά, τον είχε πάρει. Μια λήψη του συρμού. Κουνημένη, ελαφρώς ανετάριστη, με μπόλικη από τη σκόνη που σήκωσε ο Ισμαήλ. Πιο λίγο σώμα, πιο πολύ σκόνη. Πάσχαμε ευθύς εξαρχής. Μειονεκτούσαμε στην οπτική επαφή. Την αριστερή πλευρά του Ισμαήλ μάς την μάσκαρε ο κορμός ενός πεύκου. Αν είναι ποτέ δυνατόν. Το τελευταίο γαμημένο πεύκο, που κατάφερε να την σκαπουλάρει από τη μεγάλη πυρκαγιά της Βαρυμπόμπης, είχε στρογγυλοκαθήσει μέσα στο κάδρο μας, απτόητο και αγέρωχο, σαν εκείνη τη σπαστική σιδηροδοκό στο γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας. Έναν αργόσχολο, εν ανάγκη, τον παραμερίζεις βάναυσα. Έναν αστυφύλακα ή έναν πυροσβέστη, ευγενικότερα μα εξίσου αποφασιστικά, τον βγάζεις από το πλάνο. Πώς συνεννοείσαι όμως μ' ένα πεύκο; Το κανακεύεις ή το πριονίζεις;

Δεν αποσείω τις δικές μας ευθύνες. Μισή ντροπή το πεύκο, μισή ντροπή εμείς. Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι. Είχαμε προσέλθει αργοπορημένοι. Τα υπόλοιπα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν ακροβολισθεί σε πιο αβανταδόρικα σημεία. Ειδικά ο Βαγγέλης Βαβάτσικος, ο θρυλικός Βαγγέλης, δεν δίστασε να παίξει και ξύλο. Με σφαλιάρες και αγκωνιές κατέλαβε το βασιλικό θεωρείο, ολόκληρο τον τέταρτο όροφο μιας οικοδομής, ακριβώς απέναντι από το μπαλκόνι του Ισμαήλ. Μιλάμε για γεωμετρία, μιλάμε για ποίηση. Η βιντεοκάμερα του Βαβάτσικου και το βλέμμα του Ισμαήλ στην ίδια νοητή ευθεία. Μαγική λήψη. Έπιασα τον εαυτό μου τσιμπημένο με τον Βαβάτσικο. Κρίμα που εκείνος ήταν καψουρεμένος μ' έναν ενδυματολόγο. Επτά χρόνια αργότερα, όταν μετρούσε πλέον η γνώμη μου στο κανάλι, πρότεινα να τον χρυσώσουμε για ν' αλλάξει στρατόπεδο. Έπρεπε να το προτείνω νωρίτερα. Η Ελλάδα έπεφτε πια μικρή για τον θρυλικό Βαγγέλη. Αποδέχτηκε την πρόσκληση ενός ομογενή από τη Μελβούρνη. Θ' αναλάμβανε, έναντι μυθικής αμοιβής, τη διεύθυνση φωτογραφίας σ' ένα καινούργιο τηλεπαιχνίδι. Προχωρημένη παραγωγή. Δέκα εθελοντές, τρεις ιθαγενείς, ένας κροκόδειλος. Έπαθλο, μια Μπέντλεϊ.

***

Ησιωπή του Ισμαήλ κόστισε τουλάχιστον πέντε μονάδες στις μετρήσεις. Ο τηλεθεατής θέλει μπλα μπλα, φυλάει τη μουγκαμάρα για το κρεβάτι. Τρώγεται να μάθει γιατί σκοπεύεις να φουντάρεις. Ο Ισμαήλ δεν μας εξήγησε. Επειδή ήταν Παλαιστίνιος, επειδή ήταν απόκληρος, επειδή ήταν ερωτευμένος; Κράτησε το μυστικό του ώς το μνήμα. Είχε και σκατά φωτογένεια, μια αγριάδα απωθητική. Απεναντίας, ο Σεργκέι, ο πρώτος μου αυτόχειρας ­ ούτε τα δεκαεννέα δεν είχα πατήσει ­ ήταν ένας παίδαρος, να τον πιεις στο ποτήρι. Ένας ξανθός Άδωνις από την Ουκρανία. Μιλούσε και υποφερτά ελληνικά. Μας έδωσε μέσες άκρες να καταλάβουμε πως κάτι έτρεχε με τη βίζα του και την ανανέωσή της. Βούτηξε και με διπλή αναστροφή, όπως ο Λουγκάνις στις καταδύσεις. Μονάχα που έσκασε δίπλα μου. Κόντεψε να με πλακώσει ο πούστης. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, δεν μπορώ όμως και να το αποκλείσω. Ήταν τσόγλανος ο Σεργκέι. Όλοι οι νάρκισσοι είναι τσόγλανοι. Ενώ ο Ισμαήλ. Ο φτωχός μου ο Ισμαήλ. Χαμηλότονος. Κοίταξε τα καπούλια μου και απογειώθηκε. Πήρε μια πρόγευση από τα ουρί του παραδείσου.

***

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις. Παγκοσμίως γνωστό αξίωμα, αν και σφόδρα ανακριβές. Επιτρέψτε μου να το ανασκευάσω. Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι. Ξεφλουδίζουν οι περισσότεροι στις ακρογιαλιές. Απενεργοποιούν τα κινητά τους τηλέφωνα και σκαρφαλώνουν στα απόκρημνα μοναστήρια. Παζαρεύουν επί ένα μήνα την ψυχή τους. Οι εφημερίδες και τα κανάλια λειτουργούν με το ελάχιστο επιτρεπτό προσωπικό. Ακόμη και όταν προκύπτουν ειδήσεις ­ συχνότερα απ' όσο υποθέτουμε ­ οι είλωτες στα γραφεία αδυνατούν να τις καλύψουν επαρκώς. Επιχειρούν να τις μανουβράρουν εκ των ενόντων. Αυτοσχεδιάζουν. Κανένας δεν γνωρίζει εκ των προτέρων πού θα τον ξεβράσει ο αυτοσχεδιασμός.

Ύστερα από μια εξαετία στα χαρακώματα, το κανάλι έκρινε σκόπιμο να με μεταθέσει στο στρατηγείο. Εντάχθηκα στη συντακτική ομάδα του δελτίου ειδήσεων. Ουσιαστικά πλέον ακουμπούσα στην οροφή των επαγγελματικών μου φιλοδοξιών. Μ' ένα στεγνό κωλόχαρτο από το Αρσάκειο και απρόθυμη να ξεκουμπώνω τα παντελόνια των διευθυντικών στελεχών ­ με τη βουλιμία τουλάχιστον που μου το πρότειναν ­ θα έπρεπε να οφείλω ευγνωμοσύνη. Ο νέος μου ρόλος ήταν μάλλον διεκπεραιωτικός. Από καιρού εις καιρόν ζητούσαν τη γνώμη μου κι επειδή τύχαινε συνήθως εύστοχη, την προσμετρούσαν με συμπάθεια. Βρισκόμουν πάντως μακριά από τη λήψη των αποφάσεων. Προτού ρωτήσουν εμένα, θα ρωτούσαν τον αρχισυντάκτη και προτού ρωτήσουν τον αρχισυντάκτη, θα ρωτούσαν τον διευθυντή ειδήσεων. Μονάχα που, εκείνο το αυγουστιάτικο απόγευμα, ο αρχισυντάκτης σκάλιζε τον κήπο του στο Πήλιο και ο διευθυντής ειδήσεων σοβάντιζε το εξοχικό του στη Μονεμβασιά. Η κληρωτίδα είχε αναδείξει το δικό μου νούμερο.

***

Έως τις τέσσερις παρά τέταρτο επικρατούσε πλήρης άπνοια. Σιγή ιχθύος από το εσωτερικό μέτωπο, σιγή ιχθύος και από τα διεθνή πρακτορεία. Δεν θα κατορθώναμε να γεμίσουμε το βραδινό δελτίο ειδήσεων, παρά μόνο με κονσέρβες από το Αρχείο. Είχαμε ορισμένα ευτράπελα στιγμιότυπα με νεφελώδη χρονολογικό προσδιορισμό ­ κάτι σαν ελικόπτερα παντός καιρού ­ πρόσφορα για προβολή την υστάτη. Τέσσερις παρά δέκα, η κατάσταση βελτιώθηκε. Έπεσε ως μάννα εξ ουρανού το πρώτο τηλεφώνημα. Μας καλούσε με το κινητό της μια βαρεμένη από το Χαλάνδρι. Κρεμόταν με το ένα πόδι έξω από το κιγκλίδωμα της ταράτσας και απαιτούσε να της προσκομίσουμε τον αρραβωνιαστικό της. Μπίνγκο. Απέστειλα πάραυτα συνεργείο.

«Δεν είναι καθόλου άσχημη», με ενημέρωσε ο ρεπόρτερ, λίγα λεπτά αργότερα. «Φοράει ένα διαφανές νεγκλιζέ, εξόχως αποκαλυπτικό. Προσπαθώ να συγκρατήσω τον κάμεραμαν. Διαρκώς τον συλλαμβάνω να ζουμάρει».

«Πώς την κόβεις από ηθικό;».

«Δεν το παίζει, νομίζω. Δείχνει πραγματικά απελπισμένη. Σήμερα το μεσημέρι, μπροστά στους γονείς της, ο αρραβωνιαστικός τής επέστρεψε τη βέρα. Αρνείται τώρα το τομάρι και να προσέλθει. Έτσι μας λένε από το περιπολικό. Μάλλον την βλέπω να σαλτάρει».

Η υπόθεση έβαινε κατ' ευχήν. Είτε έπεφτε είτε δεν έπεφτε ­ ένα κομμάτι, μέσα στο νερό, το είχαμε εξασφαλισμένο. Έδωσα σαφείς οδηγίες στον ρεπόρτερ να της πιάσει ψιλή κουβέντα, μπας και τεντώσουμε κάπως τη διάρκεια. Ξανάβαλα στο Αρχείο μια κονσέρβα με περιπτύξεις ελεφάντων και κράτησα τρεις άλλες πρόχειρες ­ μία με σκορπιούς, μία με ακρίδες και μία με νυχτερίδες. Συμπεριέλαβα μια μονόλεπτη απευθείας σύνδεση με το Χαλάνδρι στο απογευματινό δελτίο, ούτως ώστε ν' ανοίξω την όρεξη για το βραδινό. Πέντε και πέντε ακριβώς, προτού καλά καλά βγει ο παρουσιαστής από το στούντιο, έσκασε η δεύτερη μπόμπα. Ένας ογδοντάχρονος μικροπωλητής, παράλυτος στα κάτω άκρα, λογομάχησε έντονα με τον εγγονό του ­ πιθανό χρήστη ηρωίνης ­ και στάθμευσε το αναπηρικό του καροτσάκι στην παλιά γέφυρα του Ευρίπου. Το καροτσάκι δουλεύει με χειριστήριο. Εάν επέμβουν οι μπάτσοι, δεν θα προλάβουν να τον γραπώσουν.

«Έλεος, παιδιά», αναστέναξα. «Ογδοντάχρονος και παράλυτος. Αυγουστιάτικα».

«Φαίνεται αποφασισμένος, Φλώρα. Νωρίτερα πυροβόλησε τον σκύλο του. Καρφίτσωσε και κάτι παράσημα στο στήθος. Μυρίζει αποχαιρετισμός».

«Έχουμε εύκαιρο τον ανταποκριτή στη Χαλκίδα;».

«Λείπει με άδεια στη Σκόπελο».

Βλαστήμησα τις άδειες.

«Πόσην ώρα θέλουμε από την Αθήνα;».

«Φουλαριστοί; Τουλάχιστον τρία τέταρτα. Αν δεν πέσουμε στην κίνηση».

«Χέστε τον παππού», κατέληξα. «Είναι πολύ μακριά, είναι πολύ γέρος. Θα χαραμίσει τις μονάδες».

Δεν είχαν τελειώσει τα βάσανά μου. Πέντε και είκοσι πέντε, δύο υποψήφιοι ταυτοχρόνως. Ένας στο Μαρούσι, ένας στο Χαϊδάρι. Από τη Δύση στην Ανατολή και από την Ανατολή στη Δύση. Εάν σάλταρε η βαρεμένη στο Χαλάνδρι, θα μου απελευθέρωνε το συνεργείο. Η βαρεμένη όμως κωλυσιεργούσε. Μου περίσσευε μονάχα ένα συνεργείο διαθέσιμο. Πριν αποφασίσω ποιον υποψήφιο θ' αφήσω ακάλυπτο, έστειλα δύο τζιμάνια με μηχανάκια επιτόπου.

«Ποιος θα πηδήξει;», ρώτησα.

«Ο δικός μου», αποκρίθηκε το τζιμάνι στο Μαρούσι.

«Ο δικός μου», απάντησε και το Χαϊδάρι.

Τα κωλόπαιδα. Μου θύμισαν εμένα στα νιάτα μου. Μπορούν να συμβούν τα πάντα. Έτσι πίστευα. Αρκεί να το επιθυμείς.

Το καροτσάκι σκάλωσε στο βυθό. Το κουφάρι του παππού ανήλθε στην επιφάνεια. Το παρέσυρε η πλημμυρίδα, η άμπωτη, ούτε ξέρω ποια, προς τα ανοιχτά του Ευβοϊκού κόλπου. Η εικόνα μεταδόθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης. Ένα τοπικό κανάλι και τρία εθνικά μοιράστηκαν τη λεία από τα πλάνα. Εμείς δεν καθίσαμε στο τραπέζι. Εάν ο παππούς έπεφτε πριν από τις έξι, ίσως και να μπορούσα να προβάλω κάποια δικαιολογία. Όμως ο παππούς έπεσε στις οκτώ παρά δέκα. Όχι στη Χαλκίδα προφταίναμε να φθάσουμε. Στη Λαμία. Στη Λάρισα. Στου διαόλου τη μάνα.

Τα πράγματα πήγαν άσχημα και στην Αθήνα. Επέλεξα να καλύψω το Χαϊδάρι. Όχι τόσο αυθαίρετα όσο μου καταλόγισαν κατόπιν. Τα κριτήριά μου ήταν γεωγραφικά. Το Μαρούσι απέχει μιαν ανάσα δρόμο από το Χαλάνδρι. Διατηρούσα πάντοτε την ελπίδα πως η βαρεμένη θα μου απελευθέρωνε από στιγμή σε στιγμή το συνεργείο. Θα ήταν ασύνετο ν' αφήσω ακάλυπτο το Χαϊδάρι. Εντούτοις το Χαϊδάρι δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Στάθηκε το Μαρούσι. Ερήμην και πάλι.

Κλήθηκα σε απολογία. Με προϋπάντησαν με καλαμπουράκια. Εκείνο το απόγευμα η Φλώρα ­ χα, χα ­ έστελνε τα συνεργεία ­ χα, χα ­ μονάχα στους αυτόχειρες κατά φαντασίαν. Έπειτα βάρυνε το κλίμα. Θυμήθηκαν πως είμαι ελαφρόμυαλη, μια τυπική Αρσακειάδα, που κόστισε στο κανάλι κάμποσα εκατομμύρια. Αναμφίβολα θα συνυπολόγισαν και τη δυσκολία μου να ξεκουμπώνω παντελόνια, έστω και αν δεν είχαν τα κότσια να το παραδεχτούν φωναχτά. Λόγω θερινής ραστώνης εξάντλησαν όλη τους την επιείκεια. Δεν με απέλυσαν. Με ξανάστειλαν στο ελεύθερο ρεπορτάζ. Ύστερα από δέκα χρόνια επέστρεφα στο σημείο απ' όπου ξεκίνησα. Στον ίσκιο του Ισμαήλ και του Σεργκέι. Όπως περίπου στη Μονόπολη. Φλώρα, κακό κορίτσι. Δεν σου βγήκε η ζαριά. Πίσω στην αφετηρία.

***

Ένα μήνα μετά τη δική μου πτώση, έλαβα μια πρόσκληση σε γάμο. Παραξενεύτηκα. Δεν μου έλεγε τίποτε, ούτε το όνομα του γαμπρού ούτε το όνομα της νύφης. Πέταξα την πρόσκληση σε μιαν άκρη. Αργότερα, με ξαφνική έμπνευση, την ξανακοίταξα. Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας, Εθνικής Αντιστάσεως, στο Χαλάνδρι. Διάβολε, ναι. Ήταν η βαρεμένη. Εκ των υστέρων έμαθα πως είχε αποστείλει πάνω από πενήντα προσκλήσεις σε συναδέλφους. Όλως δικαίως. Σ' εμάς χρωστούσε το στεφάνι.


Πέτρος Τατσόπουλος

buzz it!


Permalink για το "Μνημείο πεσόντων. Αλλιώτικο και .. φευγάτο"

25.7.06

Το πορτραίτο των Blogger!

Με τρομάζουν και συνάμα με εξαγριώνουν αυτές οι έρευνες που μας τσουβαλιάζουν σε υποκατηγορίες και μαντεύουν "βάση δείγματος" τις προτιμήσεις μας. Νοιώθω σαν να μου κολλάνε μία ενοχλητική ταμπέλα στο κούτελο, που μου εμποδίζει τη θέα. Αμφισβητώ την επιστήμη της στατιστικής? Όχι. Αμφισβητώ τον τρόπο που γίνονται οι στατιστικές και τον τρόπο που αναλύονται τα αποτελέσματά τους. Πρόσφατα με σταμάτησαν στο δρόμο για ένα από αυτά τα περίφημα γκάλοπ επικαιρότητας. Πέρασα την γενική ανάκριση βιογραφικού σχεδόν αναίμακτα παρά τις αοριστίες που είπα. Και μετά άρχισαν οι "φωτισμένες" ερωτήσεις:
- Συμφωνείτε ή όχι με την μεταρρύθμιση που προωθείται στην Παιδεία?
- Χμ διαφωνώ, ακριβώς επειδή έχω την γνώμη ότι ... (με διακόπτει βιαστικά)
- Δεν χρειάζομαι ανάλυση. Μόνο αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε. Λοιπόν, δεύτερη ερώτηση: Θα πάτε διακοπές φέτος ή όχι?
- Είναι λίγο ρευστό το πρόγραμμά μου (άρχισα να το διασκεδάζω). Να σας πω, κατά πάσα πιθανότητα θα πάω για λίγο ... (πάλι με διακόπτει)
- Θα πάτε λοιπόν! Να γράψω "ναι". Τρίτη ερώτηση: Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την τακτική των Ισραηλινών βομβαρδισμών στο Λίβανο?
- Πριν απαντήσω να σε ρωτήσω κάτι κι εγώ? της λέω όσο πιο ευγενικά και καλοσυνάτα μπορώ. Υποκύπτει χαμογελώντας αβέβαια. Και η στιχομυθία μας έχει ως εξής:
- Πόσα ερωτηματολόγια έχεις συμπληρώσει σήμερα?
- Α .. μερικές δεκάδες (βιάζεται να πει και να συμπληρώσει απολογητικά ότι δεν σταματάνε όλοι).
-Από αυτά που έχεις συμπληρωμένα σου είπε κανείς ότι συμφωνεί με τους Ισραηλινούς? ξαναρωτάω μειλήχια. Και ... πέφτει στην παγίδα.
- Όχι, όλοι είναι εναντίον του πολέμου και λένε λόγιας συμπάθειας για τους Λιβανέζους.
Για μιά στιγμή μπήκα στον πειρασμό να της πω "ε συμπλήρωσε ότι συμφωνώ με τους Ισραηλινούς" έτσι για να 'χεις ποικιλία απόψεων. Αλλά μου φάνηκε τόσο βαρύ που δεν τόλμησα να το κάνω. Κίνησα να φύγω και σκεφτόμουν ότι τις επόμενες μέρες "σύσσωμη η ελληνική κοινή γνώμη θα δηλώνει ταγμένη στο πλευρό του Λιβάνου" για να δικαιολογήσει επαρκώς και τις δηλώσεις των πολιτικών της. Η ίδια κοινή γνώμη που λέει απλά "ναι" ή "όχι" και δεν χρειάζεται ούτε να ξέρει αλλά ούτε και να εξηγεί τους λόγους της.

---------------------------------------------------
Τα ξανασκέφτηκα όλα αυτά σήμερα (ενώ συνέβησαν την προηγούμενη εβδομάδα) διαβάζοντας ένα "ψυχογράφημα" -μέσω στατιστικής υποθέτω- του καλού Blogger. Έτσι έμαθα ότι κατά πάσα πιθανότητα είμαι εντελώς απολιτίκ, ξεχνώ εύκολα τις γκάφες των ηγητόρων και προτιμώ να θυμάμαι τις γκάφες των φίλων μου, γράφω συνήθως για την γάτα μου, τον σκύλο μου ή τον φίλο μου και εν ολίγοις είμαι ένα παντελώς ακίνδυνο "φυτό".
Το κείμενο (για του λόγου το αληθές) δημοσιεύεται εδώ:
http://news.pathfinder.gr/periscopio/330429.html

buzz it!


Permalink για το "Το πορτραίτο των Blogger!"

Νατέλα, πόσες συγνώμες σου χρωστούν;

Άκουσα την είδηση της απόπειρας αυτοκτονίας της Νατέλα.
Είναι η μητέρα του μικρού Άλεξ που από χθες θεωρείται επίσημα (από τις αρχές) νεκρός. Θαύμασα αλλεπάλληλες φορές όλο το καλοκαίρι το κουράγιο και την αξιοπρέπεια της.
Ένα θέατρο παραλόγου να στήνεται γύρω από το χαμένο σου παιδί και να παίρνουν μέρος Αστυνομικοί, νομικοί, εισαγγελείς, παιδοψυχολόγοι, δημοσιογράφοι, παιδιά, γονείς και μία κοινή γνώμη που "πέφτει -όπως πάντα- από τα σύννεφα".
Κι εσύ οχυρωμένη στην τελευταία σου ελπίδα να θέλεις απλά να μάθεις τι απέγινε το παιδί σου.
Μαθαίνοντας ότι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει -όταν μετά από επίσκεψη στο Αστυνομικό τμήμα έμαθε ότι η υπόθεση έκλεισε και ο Άλεξ θεωρείται νεκρός επισήμως- δεν δικαιούσαι καν να εκπλαγείς. Ποιά μάνα θα αντιδρούσε διαφορετικά, έχοντας υποστή όλη αυτή την συναισθηματική φόρτιση;
Αναρωτιέμαι, οι ψυχολόγοι εξάντλησαν το "έργο" τους στα τηλεοπτικά παράθυρα και κανείς τους δεν στάθηκε δίπλα της;
Και ποιοί αστυνομικοί χειρίστηκαν έτσι ωμά το θέμα;
Και πώς κλείνει μία υπόθεση θεωρώντας ένα παιδί νεκρό χωρίς να βρεθεί το πτώμα του;
Και πως ο εισαγγελέας ασκεί σήμερα διώξεις με μόνο στοιχείο ότι οι 5 ανήλικοι υπέπεσαν σε αντιφάσεις;
Και πως νοιώθουν όλοι αυτοί μαθαίνοντας ότι η Νατέλα προσπάθησε να βάλει τέρμα στη ζωή της;

buzz it!


Permalink για το "Νατέλα, πόσες συγνώμες σου χρωστούν;"

"Αναμνήσεις 1921" Πηνελόπη Δέλτα- Ίων Δραγούμης

Απόσπασμα από το Ημερολόγιο της Πηνελόπης Δέλτα:
Είχαμε μιλήσει πολύ για τη Μακεδονία, για τον αγώνα, για τους Βουλγάρους και τους Τούρκους, για τα ήθη και τα έθιμα εκεί. Μα ποιος είχε κόψει το κεφάλι του Παύλου Μελά και γιατί, ακόμα δεν είχα ρωτήσει, από κάποια pudeur, μήπως και ήταν πολύ intime πόνος για κείνον. Ωσπου ένα βράδυ, στο σπίτι μας, μου το διηγήθηκε.


Ηταν μετά το γεύμα, στη βεράντα είχαν φάγει εκεί τ' αδέλφια μου και ένα ή δύο φίλοι, η Παρασκευά που ήταν της παρέας, οι Κ.Χ. , και ενόσω ο πρόξενος μιλούσε με την πεθερά μου, και παρακάτω οι άντρες έπαιζαν χαρτιά και η Παρασκευά μισοτραγουδούσε με την εξαδέλφη της, στη βραδινή ζεστασιά του καλοκαιριού, εκείνος είχε καθήσει σε μια παιδική καρέγλα μπροστά μου και μου διηγήθηκε το θάνατο του παλληκαριού. Μιλούσε αργά, χαμηλόφωνα, σαν ν' αναπολούσε για τον εαυτό του το τραγικό αυτό δράμα, με τα χέρια δεμένα γύρω στο γόνατό του, με την σκεπασμένη θαμπή του φωνή, τα μάτια στυλωμένα στο σκοτάδι μπροστά του. Τον άκουα ανατριχιάζοντας, κρεμασμένη στα χείλη του. Και σα σταμάτησε, του είπα: «Στο κονσέρτο είπατε κάτι φρικτό στην εξαδέλφη μου. Θα ήθελα να σας ρωτήσω... αν σας πειράζει πολύ μην το πείτε». Σήκωσε τα μάτια του και είπε: «Σε σας τίποτε δεν με πειράζει να το πω. Τι είπα;». «Του έκοψαν το κεφάλι; Είναι αλήθεια;». «Ναι». «Ποιος το έκοψε; Γιατί;». «Οι σύντροφοί του, για να μην τον αναγνωρίσουν οι Τούρκοι και βεβαιωθούν όσα υποπτεύουνταν, πως ήταν Ελληνας αξιωματικός». «Και το ξέρει η γυναίκα του;». «Το ξέρει». «Τι φρίκη! Τι άγριο!». «Ναι, πολύ άγριο».
Εκείνος πρώτα, εκείνη λίγο αργότερα ανακαλύπτουν πως αυτό που τους συνδέει δεν είναι μια απλή φιλική σχέση:
Στο ημερολόγιό του έγραφε στην 31 Μαΐου / 3 Ιουνίου για κάποιο όνειρο που τον συγκίνησε, όπου πήγαινε «ψηλά σ' ένα χωριό στην Κρήτη, σε μια γυναίκα που αγαπούσα, και τη γυναίκα αυτήν την έλεγαν...» με τ' όνομά μου. «... Κι εκείνη, κρυφά, περνώντας, μου πήρε το χέρι και μου το φίλησε ζεστά και το έσφιξε, κι εγώ θέλησα να της φιλήσω το χέρι, μα δεν πρόφθασα...».
* Η συνάντηση στην Κηφισιά
Σηκωθήκαμε από το τραπέζι και κάποιος κάθησε στο πιάνο. Πήγα κι εγώ στο σαλονάκι και κάθησα στον καναπέ, παράμερα. Σε λίγο τον είδα που κοίταζε από το μέρος μου, πήγε παρακάτω στην είσοδο, ήρθε πάλι κοντά στην πόρτα με κλεμμένες ματιές, και τέλος μπήκε στο σαλονάκι, πλησίασε δειλά και κάθησε κοντά μου. Ηταν νευρικός, flurried, συγκινημένος. Ακουα το πιάνο και δε μιλούσα. Μου είπε λίγο δειλά: «Σας πείραξε αυτό που σας είπα στο τραπέζι;». «Τι πράμα;». «Πως είστε κοκέτα». «Μα πώς σας φάνηκε πως είμαι κοκέτα και από τις πιο επικίνδυνες; Κοσμική δεν είμαι, δε δίνω δυο παράδες για την τουαλέτα, και οι άντρες, όσοι γνωρίζω, με αηδιάζουν». «Γι' αυτό είπα η πιο επικίνδυνη». «Δεν καταλαβαίνω... Με λεν "Maman Vertu" και σχολαστική και βαρετή και δεν ξέρω τι άλλο...». «Το λεν από εκδίκηση γιατί δεν μπορούν να πλησιάσουν». «Λοιπόν;». «Για τον πολύ τον κόσμο είστε ίσως και αντιπαθητική, γιατί τον πολύ τον κόσμο τον βαστάτε μακριά, τον αποκρούετε. Είστε όμως φοβερά επικίνδυνη για όποιον σας πλησιάσει... για εκείνους που δουν την ψυχή σας...». «Δεν τη δείχνω σε κανέναν», διέκοψα απότομα, τρομαγμένη πάλι. Μια στιγμή δε μίλησε, και ύστερα είπε: «Είστε επικίνδυνη για όσους σας πλησιάσουν, ακριβώς επειδή είστε τόσο κλειστή για τους πολλούς». «Ανοησίες!», διέκοψα, και του μίλησα για το βιβλίο του, ένα έργο που μου είπε ένα βράδυ, στης αδερφής μου, που κάθουνταν κοντά μου, στο τραπέζι, πως το είχε γράψει, και του το ζήτησα μα αρνήθηκε να μου το δώσει. Του είπα: «Το δουλεύετε ακόμα;». Μου αποκρίθηκε: «Οχι, είναι έτοιμο». «Μου το αρνηθήκατε, τάχα πως είναι τόσο κακογραμμένο ώστε δε διαβάζεται!». «Ναι, για σας. Εγώ το διαβάζω». «Διορθώσετέ το και δώσετέ μου το». «Δεν μπορώ», είπε σιγά. Και πρόσθεσε: «Δεν έχω καιρό». «Τόσο σας απασχολεί το προξενείο;». «Οχι». Λίγην ώρα δε μίλησε. Γυρισμένος από το μέρος μου, με τα μάτια σκυφτά, σώπαινε. Πιο σιγά, με συμπάθεια, νιώθοντας πως κάτι τον πονούσε, ρώτησα: «Τι κάνετε;». Μ' αποκρίθηκε: «Τίποτα... Θέλω να φύγω». «Σας εννοώ», του είπα πάλι. Ξέσπασε ξαφνικά. «Και τι με μέλλει αν μ' εννοείτε, αφού δεν με βοηθείτε να φύγω από δω;». Κοντοστάθηκα. Σάστισα. Τον ρώτησα: «Πώς μπορώ εγώ να σας βοηθήσω;». Είπε απότομα: «Διώξτε με». «Εγώ;». «Ναι. Πριν με νικήσει η Κλεοπάτρα». Νευρικά, συσπασμένος πρόσθεσε: «Μόνο αυτή μπορεί να με κρατήσει εδώ, να με νικήσει, όπως νίκησε δυο δυνατούς Ρωμαίους». Του είπα: «Εσείς έχετε άλλα όνειρα, δεν πρέπει να σας φοβίζει η Κλεοπάτρα». Είπε: «Και μένα μπορεί να με εξουδετερώσει». Το είχε πει χαμηλόφωνα, με σκυφτό κεφάλι. Δεν αποκρίθηκα. Σήκωσε τα μάτια. Είχα καταλάβει. Και το είδε. Αργά έγειρε πίσω το κεφάλι με μιαν ακατάδεκτη κίνηση που του ήταν συνηθισμένη, και από μέσα από τα χαμηλωμένα του ματοτσίνουρα με κοίταζε. Του είπα σιγά: «Οχι, δεν πρέπει η Κλεοπάτρα να σας κρατήσει. Φύγετε, ριχθείτε πάλι στη δουλειά». Είπε: «Δεν μπορώ να εργαστώ. Δε μ' ενδιαφέρει τίποτε». «Ζητήσετε να σας μεταθέσουν στη Μακεδονία». «Ούτε αυτή δεν μ' ενδιαφέρει πια», είπε χαμηλόφωνα. Τον κοίταξα έτσι λιγνό, χλωμό, πεσμένο στον καναπέ κοντά μου, που δονούσε όλος. Και ήμουν κοντά του εγώ, η Κλεοπάτρα, η κοκέτα, η επικίνδυνη για τους λίγους, για κείνον... Και είπε με τη χαμηλή, voilee φωνή του: «Δεν κάνω τίποτε, και δε θέλω πια να φύγω... Και περιμένω κάθε μέρα, πότε να έρθει το βράδυ για να σας δω». Σώπασε, και μείναμε ακίνητοι, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Και μέσα μου κάτι κατακάθιζε, δυνάμωνε, μ' έκανε ατσάλι. Πολύ ήσυχα του είπα: «Κύριε [Δραγούμη], αν νόμιζα πως το να με βλέπετε μπορούσε να σας κάνει να ξεχάσετε τα όνειρά σας είπας, θα σας έκλεια την πόρτα μου». Με το χέρι έκανε μιαν αόριστη κίνηση, που τη βλέπω ακόμα. «Λοιπόν», είπε, «κάνετέ το... Εκεί πηγαίνω».

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Αναμνήσεις 1921" Πηνελόπη Δέλτα- Ίων Δραγούμης"

ΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΦΕΡΜΑ. Βασίλης Βασιλικός

Η φωνή από το τρανζίστορ της απέναντι οικοδομής έφτανε ξέμακρη στ' αυτιά του: «Αυτός ο άλλος, αυτός ο άλλος / είναι ευεργέτης μου μεγάλος». Ο Γιάννης, υποψήφιος για την εγγραφή του στη Μεγάλη Στοά, ξεφύλλιζε το βιβλίο της Κατερίνας Στενού με την πολύ ωραία εικονογράφηση «Η εικόνα του Άλλου: οι μυθολογίες του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας».
«Πώς συμβαίνει να 'ναι ευεργέτης ένας άλλος;», σκέφτηκε βρίσκοντας ταυτόχρονα, ενώ σκεφτόταν, και το θέμα της εισήγησής του στο κονκλάβιο των Μασόνων απ' όπου θα περνούσε, σε λίγες μέρες, τις «εξετάσεις» του. Ήθελε να γίνει δόκιμο μέλος της Ανατολικής Στοάς, Le Grand Orient, γιατί ένας θείος του υπήρξε κάποτε 32ου βαθμού άρχων.
Μετά την ήττα της ιδεολογίας του, από το '92 και μετά, έψαχνε να ενταχθεί σε μια καινούργια ομάδα, καθώς ήταν ο τύπος που μόνο μέσα από μια «ιδεολογική οικογένεια» μπορούσε να νιώθει άνετα, να υπάρχει. Ορφανός πατρώνων, ήθελε, όπως έλεγε, για να μη γίνει θύμα «ηλεκτρονικών τυφώνων», να μπει κάτω από την προστασία των Μασόνων.
***

Η Βορειοηπειρώτισσα καθαρίστρια, στ' αλήθεια Αλβανή, τελείωνε το καθάρισμα του σπιτιού κι ετοιμαζόταν να φύγει. Της παραπονέθηκε πως δεν ξεσκόνιζε αρκετά καλά. «Μα κύριος, του είπε, οι σκόνες από απέναντι δεν σταματάνε. Ό,τι και να ξεσκονίσω, πάλι η σκόνη...».
Ήταν αλήθεια ότι η απέναντι οικοδομή μόνο προβλεπόμενη δεν ήταν. Άρχισε μια μέρα ξαφνικά, καθώς φαίνεται ότι το ακίνητο (μια παλιά μονοκατοικία) που το διεκδικούσαν ένδεκα, συνολικά, κληρονόμοι, τελικά πουλήθηκε κι έτσι δημιουργήθηκε αυτό το ατελείωτο εργοτάξιο που τον ταλαιπωρούσε εδώ κι ένδεκα μήνες. Δεν ήταν μόνο η σκόνη και ο θόρυβος από τα κομπρεσέρ. Ήταν κι αυτές οι μουσικές από τα τρανζίστορ, όπως τώρα...
Πώς ανακάλυψε ότι η καθαρίστρια ήταν καθαρόαιμη Αλβανή; Ενώ την έλεγαν Σοφία (είχε και τη νονά της, έλεγε, μια ηλικιωμένη κυρία που τη βάφτισε αυτήν και τον άντρα της, στο Κουκάκι) μια φορά που έπιασαν τον άντρα της, σε μια «επιχείρηση σκούπα» της Αστυνομίας, ο Γιάννης, που θέλησε να βοηθήσει, για να μην τον ξαποστείλουν πίσω στην Αλβανία, απ' όπου φυσικά θα επέστρεφε σε λίγο, πληροφορήθηκε πως ούτε «Χρήστο» έλεγαν τον άντρα της ούτε την ίδια «Σοφία». Κλαρίσα και Γιουσούφ έγραφαν οι ταυτότητές τους και όσο για το επώνυμο δεν είχε ζητήσει να το μάθει ποτέ...
Ήταν η πέμπτη που άλλαζε μετά τον χωρισμό του και την εργένικη ζωή που υιοθέτησε (κρυφό του όνειρο μετά τον αποτυχημένο του γάμο). Ο πρώτος ήταν άντρας, από τη Σρι Λάνκα, μελαχρινός, κυνηγημένος ως «Τίγρης Ταμίλ» από την πατρίδα του. Οι Ταμίλ, αυτοί ζητούσαν την αυτονομία της Βορειοανατολικής Σρι Λάνκα με αιχμή του δόρατος την οργάνωσή τους LTTE (Liberation Tiger Tamil Elam). Πίστευαν ότι ανήκαν περισσότερο στη Νότια Ινδία παρά στη βορεινή Σρι Λάνκα. (Κάτι σαν το «μακεδονικό» με τους σλαυόφωνους). Αυτός ο «τίγρης» έφυγε αργότερα από την Ελλάδα. Πήγε στο Βέλγιο, όπου οι ομοϊδεάτες του ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες. Στην Ελλάδα οι Σριλανκέζοι που υπήρχαν ήταν λίγοι, και δούλευαν ως επί το πλείστον μπάτλερ σε κότερα εφοπλιστών.
Η δεύτερη ήταν μια Πολωνέζα από το χωριό του Σοπέν, χωριάτισσα, αλλά πανέξυπνη και ικανή. Αυτή έμεινε έγκυος με έναν συμπατριώτη της που αγάπησε την Ελλάδα και δεν ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Τους πάντρεψε κιόλας.
Η τρίτη, μια Πολωνέζα πάλι, που του κληροδότησε η δεύτερη, σαν μανιώδης καπνίστρια, ­ κι ο Γιάννης ήταν αλλεργικός στο τσιγάρο ­ με το να μην καπνίζει την ώρα που δούλευε, πάθαινε νευρική κρίση και, χωρίς να το θέλει, έσπαζε γυαλικά. Του είχε αποδεκατίσει τα λιγοστά σερβίτσια του.
Τέλος, μια Γεωργιανή, διπλωματούχος φυσιοθεραπεύτρια, αναγκάστηκε να επιστρέψει στη χώρα της μετά τον θάνατο των γονιών της.
Και η Σοφία, η συμπαθητική αυτή γυναίκα που τώρα ετοιμαζόταν να φύγει για το σπίτι της, ήταν αυτή που ρίζωσε, που τον εξυπηρετούσε...
­ Είχατε μασόνους στη χώρα σας; τη ρώτησε καθώς την είδε να βάζει τα ρούχα της δουλειάς μέσα στην πλαστική σακούλα.
­ Ο Εμβέρ Χότζα ήταν ο αρχηγός τους, του είπε με τα πολύ καλά ελληνικά της. Δεν ήταν τρανζίστορ τελικά. Ήταν κασέτα. Γιατί επανήλθε. «Αυτός ο άλλος, αυτός ο άλλος / είναι ευεργέτης μου μεγάλος».
Το βιβλίο της Κατερίνας Στενού ήταν από ώρα ανοιγμένο στη σελίδα 79. Προσπάθησε να διαβάσει: «Η ιδέα ότι η εβραϊκή "διαφορά" δηλώνεται μέσω μορφολογικών ή βιολογικών χαρακτηριστικών που επηρεάζουν το σύνολο της συγκεκριμένης ανθρώπινης ομάδας απαντάται από πολύ νωρίς: από την Αρχαιότητα Λατίνοι συγγραφείς, όπως ο Μαρτιάλιος ή ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, μιλούν για τη δυσάρεστη οσμή των Εβραίων σαν να πρόκειται για αντικειμενικό δεδομένο [...]. Όχι μόνο ο μύθος της δυσοσμίας παγιώνεται στο συλλογικό φαντασιακό ­ μιλάμε πλέον για foetor judaicus, δηλαδή για εβραϊκή δυσοσμία ­ όχι μόνο καταρτίζεται ένας φανταστικός κατάλογος από ασθένειες που προσβάλλουν αποκλειστικά τους Εβραίους ως τιμωρία για τη συλλογική τους ευθύνη στον θάνατο του Χριστού, αλλά επιπλέον εμφανίζονται και μορφολογικά χαρακτηριστικά που εξομοιώνουν τον Εβραίο με ένα τερατώδες ή, ακόμα χειρότερα, διαβολικό πλάσμα [...]. Πράγματι για πολλούς χριστιανούς του Μεσαίωνα ­ και ο Μεσαίωνας αυτός φαίνεται να έχει μεγάλη διάρκεια ­ αν ο Εβραίος μοιάζει με τον διάβολο, είναι γιατί είναι γιος του [...]. Η φυσιογνωμία και η φορεσιά του Ααρών δηλώνουν σαφώς τη διαφορά του: η γαμψή μύτη, τα σγουρά μαλλιά και το γενάκι συνιστούν τη στερεότυπη απεικόνιση του Εβραίου, η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη την ίδια εποχή...».
***
Ήταν η ώρα για τις ειδήσεις κι ο Γιάννης άναβε το κουτί μόνο την ώρα αυτή. Στο μεταξύ η απέναντι μονοκατοικία εδώ και χρόνια είχε γίνει πολυκατοικία, του νέου ρυθμού, με τα μπαλκόνια-βάρκες χωρίς καρίνα. Είχε επιπλωθεί από ανθρώπους και είχε γεμίσει ζωντανά: σκύλους που γάβγιζαν στις βεράντες, πουλιά που κελαηδούσαν, αθέατες γάτες, μικρά λιοντάρια. Η Σοφία-Κλαρίσα τού ήταν πιστή, είχε χτίσει σπίτι κοντά στα Τίρανα και είχε δύο παιδιά, ηλικίας 7 και 5 (κορούλες).
Στις ειδήσεις απόψε, στην ανασκόπηση της εβδομάδας, ήταν πάλι οι φράσεις του Χριστόδουλου που τόσο είχαν ενοχλήσει για τα «απύλωτα στόματα που ξερνούν δηλητήριο εναντίον μας», καθώς και τα «πυρά Πάγκαλου» κατά της Νέας Δημοκρατίας που την κατηγορούσε για ξενοφοβία και ρατσισμό, σε σχέση με το τζαμί της Παιανίας.
Όταν, την ώρα που το σήμα έκλεινε το ειδησεογραφικό δελτίο, ένας λαϊκός τραγουδιστής, σαν σε μουσικό διάλειμμα, πριν από το επόμενο πρόγραμμα του σταθμού, παρουσιάστηκε άδοντας το γνωστό τραγούδι: «Αυτός ο άλλος, αυτός ο άλλος / είναι ευεργέτης μου μεγάλος».
Οκτώ χρόνια είχαν περάσει από τότε που ο Γιάννης το είχε ακούσει για τελευταία φορά. Μασόνος στο μεταξύ δεν είχε γίνει, γιατί δεν απάντησε σωστά στις ερωτήσεις σχετικά με τις Άγιες Γραφές. Στη «συνέντευξη», που ήταν καθοριστική για την αποδοχή του, απάντησε πως ήταν άθεος πιστεύοντας πως ήταν άθεη και η συγκεκριμένη Στοά. Πλην όμως λάθεψε, γιατί ο «Μέγας Ανατολικός», πίστευε στο Θείον, ενώ μια «άλλη» στοά (ιρλανδέζικης καταγωγής και προέλευσης) ήταν οι άθεοι που σκόπευε να δελεάσει...
«Για δες, είπε μέσα του ­ κι αντί να πατήσει το off αφέθηκε στο άκουσμα του τραγουδιού ­ για δες σύμπτωση. Τόσα χρόνια κι ακόμα δεν βρήκα την απάντηση».
Φυσικά, το συγκεκριμένο τραγούδι για τον «ευεργέτη τον μεγάλο» αφορούσε τον έρωτα. Ο τύπος βαρέθηκε την τύπα, η τύπα βρήκε κάποιον άλλο, κι έτσι τον απάλλαξε από το βάρος τού να διαλύσει αυτός πρώτος τη σχέση τους. Οπότε ο «άλλος», έγινε, έστω κι αθέλητα, «ευεργέτης».
Μα το «άλλος-η-ο» ήταν διαφορετικό. Στον χώρο που κινιόταν ο Γιάννης είχε υποφέρει από μικρός με τα σύνθετά του: αλλόφρων, αλλοπρόσαλλος, αλλότριος, αλλόφυλος, αλλογενής, όπως έλεγαν τις λάμπες φθορίου: «allogenes». Είχε υποφέρει από νεαρός με το «άλλο παράθυρο», την «άλλη πόρτα», τον «άλλο ουρανό». Το «άλλος» σήμαινε το διαφορετικό από το υπάρχον. Ποιο ήταν όμως το συγκεκριμένο παράθυρο, η συγκεκριμένη πόρτα, ο υπάρχων ουρανός; Αυτό ποτέ δεν το έμαθε.
Την απάντηση στο εφηβικό του ερώτημα τη βρήκε αργότερα στο θεατρικό τού Ιονέσκο «Η φαλακρή τραγουδίστρια». Εκεί υπάρχει μια σουρεαλιστική ατάκα όπου κάποιος αρχίζει να διηγείται μια ιστορία ως εξής. Αντί «μια φορά κι ένα καιρό», λέει: «Ένα άλλο βόδι έλεγε σε έναν άλλο σκύλο...». Μη έχοντας ονοματίσει συγκεκριμένο βόδι και επώνυμο σκύλο πριν, ο Ιονέσκο πρωτοτυπεί και αναδεικνύει έτσι το παράλογο της χρήσης του «άλλου».
«Μισούμε ότι μας είναι διαφορετικό, κατέληξε, μόνο για τον λόγο ότι δεν μας μοιάζει. Παράδειγμα τα παιδιά: σε ποιον από τους δύο γονείς μοιάζουν περισσότερο. Το γεγονός ότι το παιδί μπορεί να είναι άλλο, να έχει κληρονομήσει χρωμοσώματα των προπαππούδων και των προγιαγιάδων του δεν μετρά. Μετρά η ομοιότητα. Και η ομοιότητα είναι ο θάνατος του είδους. Η ενδογένεια σκοτώνει, όπως η αιμομιξία».
***
Η Σοφία-Κλαρίσα είχε τελειώσει το ξεσκόνισμα. «Τι παλεύετε τόσο καιρό κυρ-Γιάννη;» τον ρώτησε πριν φύγει εκείνο το απόγευμα του καυτού Ιούλη. Ήταν η τελευταία της εργάσιμη πριν από τις διακοπές όπου θα πήγαινε στα πεθερικά της που είχαν κάνει κατάληψη του σπιτιού που αυτή κι ο άντρας της, ο Γιουσούφ, είχαν χτίσει, με τον ιδρώτα τους, λίγο έξω από τα Τίρανα. «Τόσα χρόνια σας βλέπω σκυμμένο σ' ένα κομμάτι χαρτί σαν να θέλατε να βρείτε τη λύση στο θεώρημα του Φερμά».
Ο Γιάννης ήξερε ότι ο πατέρας της ήταν μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο επί Χότζα, άνεργος από τότε, χωρίς να προτιμήσει τη μετανάστευση όπως η κόρη του. Γι' αυτό και δεν απόρησε.
­ Έχεις δίκιο, της είπε. Παλεύω να βρω την εξίσωση χωρίς τα δεδομένα του προβλήματος...
Το κουδούνι χτύπησε. Η Σοφία-Κλαρίσα κοίταξε από τη θυροτηλεόραση.
­ Η εγγονή σας, του είπε, με τη γιαγιά της.
­ Άνοιξέ τους.
Κι ήρθε η μικρή και με τα «παππού, παππούλη», τον έβγαλε από το έρεβος.
Η γυναίκα του, στα χρόνια που πέρασαν μετά τον χωρισμό τους, είχε γίνει διαφορετική. Σε τίποτα δεν θύμιζε εκείνη τη χίπισσα που είχε παντρευτεί στη δεκαετία του '60. Σαν να είχε γίνει «εσωτερική μετανάστις του χρόνου».
Μια μεταμόρφωση, σκέφτηκε ο Γιάννης για πρώτη φορά, που μπορεί να συμβεί στον καθένα μας. «Πού 'σαι νιότη που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλη».
Η Σοφία-Κλαρίσα πρόφτασε ν' ακούσει καθώς δεν είχε κλείσει ακόμα την εξώπορτα, ενώ είχε καλέσει το ασανσέρ, την πρώην σύζυγο να ρωτά με την ένρινη σπαστική φωνή της τον κυρ-Γιάννη:
­ Και πού θα πας φέτος για διακοπές; Τ' αποφάσισες;
­ Όχι ακόμα, άκουσε τ' αφεντικό της να της απαντά. Είδα μια διαφήμιση στο «Status» για μια παραλία, ψυχή δεν φαινόταν, κάπου σ' ένα ερημονήσι. Η λεζάντα από κάτω έγραφε: «Η κόλαση είναι οι άλλοι».
Και η Σοφία-Κλαρίσα νόμισε πως αυτή πρέπει να 'ταν η λύση που έψαχνε το αφεντικό της τόσα χρόνια για το «θεώρημα του Φερμά».

buzz it!


Permalink για το "ΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΦΕΡΜΑ. Βασίλης Βασιλικός"

24.7.06

Λιβανέζοι μπλόκερς: O πόλεμος στα blogs

Τι φορτίο έχει η προσφυγιά? Ο ξεριζωμός? Ο πόλεμος? Το βρήκα στο μπλόκ των Λιβανέζων. Μιά ματιά στα κείμενά τους αρκεί. Πέρα από τις ένθερμες αντιλήψεις ενός ταλαίπωρου λαού, διακρίνεις την απόγνωση. Σε μπλόκ όπως αυτό: http://lebanesebloggers.blogspot.com/
Ο Raja γράφει: Despite all this, our family ranks among the lucky few. Yet even the "lucky" among us now have to deal with disrupted lives, in all senses of the phrase: broken relationships; shattered livelihoods; failed investments and much, much more. All we have left is hope: hope that we will be able to rebuild what has been destroyed, and hope that the situation will not deteriorate any further. .A couple of days before the doors of hell opened in Lebanon, I visited a pub that a high school friend of mine had just launched in the Jemayze neighborhood of Beirut. He had worked an entire year to line up partners, get the permits, renovate the building, and actually build the pub from the ground up. All his work summed up to naught. For even if the war were to come to a close tomorrow, he would not be able to operate because his clientele no longer exists. They boarded those ships, and paid between five hundred to a thousand dollars for rides to Damascus, where they boarded planes and flew to whatever part of the globe they could get to. I wonder how he is doing..I want this war to end now.

Και ο Doha: The Lebanese people are not defeatist. We're known to survive through invasions and move on with life. We're known to rebuild fast, we're known for loving life and finding ways to enjoy it despite the darkness.

Εικόνες και συναισθήματα στο μπλόκ http://libanomio.blogspot.com/
Απαρίθμηση στις "παράπλευρες απώλειες". Ανάμεσά τους και μία Ορθόδοξη εκκλησία:
Infrastructure Targeted by Israel
over the past week Israel has attacked more than 100 villages, towns, and cities across the country resulting in the destruction of:
Beirut International Airport
Roads
46 bridges
The country's largest milk factory (Liban Lait)
A major food storehouse (Transmed)
Two pharmaceutical plants
Water processing plants
Power plants
Grain silos
A convoy of two trucks carrying medical supplies donated by the UAE
Two ambulances carrying Lebanese soldiers who were injured in an Israeli attack on their base that had killed 11 soldiers.
A greek orthodox church with civilians who had taken refuge inside. at least 10 people were injured.
Airstrikes toppled at least six transmission towers north of Beirut, disrupting phone and television service throughout northern Lebanon
A Lebanese Broadcasting Corp. employee was killed and two others were wounded during the strikes at Mount Lebanon

Και στο http://www.angryarab.blogspot.com/ αναφέρεται: "Israel Fights To Secure Key Region In Lebanon" (Look at the language of the Washington Post. So when Israel occupies Arab lands, it is not occupation. It is "securing." And notice how the terminology is linked to "security" to justify it. I was expecting the Washington Post to say that Israel needs to kill more Lebanese civilians to "secure" key region.)

Και ακόμη ποίηση. Στο http://lebanonheartblogs.blogspot.com/

I wear a piece of Beirut
round my neck
And when Beirut is no longer
I shall remain
A piece of Beirut
I bear its anger in my womb
A discarded fetus
Of every bastard child
That choked on its breath
And I shall run in their blood
Twist like the bends
Under their flaking skins
And I shall cry your name
With every shedding piece of their scales

Και για το τέλος αυτό το post:
Violence Begat Violence
The following post is courtesy of my friend Said.Violence begat violence…I raised my children in total isolation of the 50 year old struggle in the region, believing that peace is inevitable; believing that even the “state” of Israel will eventually seek peace.I hear you ask: what is with the “state” of Israel? I also hear myself rushing to answer: Israel can never be but a “state” and by that I am referring to a transient state of being. I subscribe to the notion that every nation has the right to exist, but I underline that no Nation is sustainable when build upon the misery of humans. The policy makers of that “state”, and those who control them and those who are controlled by them are scripting their own demise and the demise of their followers by being so violent and hateful. You see… violence begat violence!The last of the times I helped refugees deal with their imposed misfortune was during the notorious operation that the “state” of Israel hoped would guarantee peace for the inhabitants of the northern territories. They launched and bombed and killed and slaughtered, human beings in cars and homes and streets and UN compounds (YES UN COMPOUNDS). (Operation Grapes of Wrath). For the record: it did not work.In July 2006, they decided to go on another killing spree. So far, we have lost more than 300 civilian lives and not more than two dozen resistance fighters… Lebanon has lost more than 1 BILLION US Dollars and the losses continue to rise with every sunrise. I will not get into the humanitarian crisis that has been imposed upon us, I am sure that the days and weeks ahead will bring you in contact with images of burned children and destroyed villages. Destroyed villages with villagers under the rubble of their own homes, and if you really want to see what our villages and cities look like today I suggest you lookup images of ground zero, it should be very easy for your to find (Try to Google “9/11 terrorist innocent civilians ground zero”).Let me just point out the following:
This operation has cost more lives and destroyed or impaired more livelihoods than the terra-forming earthquake and subsequent tsunami that hit Banda-Ache, that is of course after taking land and population ratios into consideration. Banda-Ache was an act of God (or nature if you prefer), this is an act of man… MAN WHO THINKS HE IS GOD !
More rockets have been fired into Israel over the past few days than the many year of war that the “state” has lived through. (HINT HINT?). Your policy of choice is backfiring everyday you continue to stick to it
Israelis: HOW can I justify to hundreds of thousands of children who underwent this ordeal that they need to stop hating and look for peace!?! Your planes are planting seeds of hate for the next 100 years (At four generations). Do you honestly think that these victims will EVER forget what the IDF is doing to them? Even long after I am dead (and I cannot forget), my children will remember. You want peace? Live it… I want my children to have a childhood, a regular over-the-counter “kosher” childhood. Where they live and play and get sunburns because they spent the day out in the sun and not phosphorous burn from a shell that someone, I never knew, decided to fire into my back yard. I want the same for the other children and their children…. Don’t you ?Stop killing, stop mutilating, stop raping… just STOP. And then maybe, just maybe there will be peace between all the sons of Sam

buzz it!


Permalink για το "Λιβανέζοι μπλόκερς: O πόλεμος στα blogs"

Η Σιωπή των Σειρήνων



Απόδειξη πως ακόμα και ανεπαρκή, παιδιάστικα στ' αλήθεια,
μέτρα μπορούν να επαρκέσουν για την προστασία μας:
Για να φυλαχτεί απ' τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας βούλωσε τ' αφτιά του με κερί κι έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Βέβαια, όλοι οι ταξιδιώτες θα μπορούσαν να είχαν κάνει κάτι τέτοιο απ' την αρχή (εκτός από 'κείνους που οι Σειρήνες γοήτευαν κι από μακριά ακόμα), μα ήταν σ' όλους γνωστό πως αυτό δεν ήταν δυνατό να βοηθήσει. Το τραγούδι των Σειρήνων τα διαπερνούσε όλα, ακόμα και το κερί, και το πάθος εκείνων που γοήτευαν μπορούσε να σπάσει άλλα, σκληρότερα απ' αλυσίδες και κατάρτια. Αλλά ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε αυτό, αν και ίσως να το 'χε ακουστά. Εμπιστεύτηκε απόλυτα σε μια χούφτα
κερί και σε μια αρμαθιά αλυσίδες και με απλοϊκή ικανοποίηση
για τα επινοήματά του έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.
Οι Σειρήνες, όμως, έχουν ένα όπλο τρομερότερο κι απ' το τραγούδι, τη σιωπή τους. Αν και δεν έχει συμβεί ποτέ, θα μπορούσε ίσως να 'ναι πιθανό κάποιος να γλίτωσε απ' το τραγούδι τους,
απ' τη σιωπή τους, όμως, είναι αδύνατο. Απέναντι σ' αυτό που αισθάνεται κανείς, σαν τις υποτάσσει με τις ίδιες του τις δυνάμεις και στην περηφάνια, που σαν αποτέλεσμα σαρώνει τα πάντα μαζί της, καμιά αντίσταση του κόσμου τούτου δεν είναι δυνατή.
Στην πραγματικότητα, όταν έφτασε ο Οδυσσέας, αυτές οι μεγάλες τραγουδίστριες δεν τραγούδησαν, είτε γιατί πίστεψαν πως με τέτοιο αντίπαλο μονάχα η σιωπή μπορούσε κάτι ν' αποφέρει είτε επειδή η έκφραση ευδαιμονίας στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που τίποτα δε σκεφτόταν άλλο απ' το κερί και τις αλυσίδες, τις έκανε να λησμονήσουν το τραγούδι.
Ο Οδυσσέας πάντως -αν μπορεί κανείς να το πει αυτό- δεν άκουσε τη σιωπή τους. Πίστεψε πως τραγουδούσαν και πως αυτός μονάχα εμποδιζόταν να τις ακούσει, γιατί μια φευγαλέα
στιγμή είδε τις κινήσεις των λαιμών τους, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια τους, τα μισάνοιχτα χείλη, μα νόμισε πως ήταν από τις άριες που ηχούσαν ολόγυρά του δίχως ν' ακούγονται. Ομως όλα αυτά γρήγορα γλίστρησαν από το βλέμμα του που ήταν καρφωμένο μακριά, οι Σειρήνες εξαφανίστηκαν ολότελα απ' την αντίληψή του και την ίδια τη στιγμή που βρισκόταν κοντύτερα σ' αυτές, εκείνες δεν υπήρχαν πια γι' αυτόν.
Ομως αυτές, πιο σαγηνευτικές από κάθε άλλη φορά, τεντώνονταν και λυγίζονταν, άφηναν τα φρικιαστικά μαλλιά τους ν' ανεμίζουν λεύτερα στ' αγέρι, γαντζώνονταν με τα νύχια τους στα βράχια. Δεν ήθελαν πια να γοητέψουν, το μόνο που ήθελαν ήταν να μπορούν να βλέπουν , όσο γινόταν περισσότερο, τις ανταύγειες π' ακτινοβολούσαν τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα.
Φ.Κάφκα

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Η Σιωπή των Σειρήνων"

23.7.06

Ανεμολόγιο



Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε
Είμαστε λέει το παρατράγουδο στα ωραία άσματα
Και επιτέλους σκασμός οι ρήτορες πολύ μιλήσατε
Στο εξής θα παίζουμε σ' αυτό το θίασο μόνο ως φαντάσματα

Κάτω οι σημαίες στις λεωφόρους που παρελάσαμε
Αλλάξαν λέει τα ανεμολόγια και οι ορίζοντες
Μας κάνουν χάρη που μας ανέχονται και που γελάσαμε
Τώρα δημόσια θα 'χουν μικρόφωνο μόνο οι γνωρίσαντες

Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε
Είμαστε λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος
Ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε
Κι οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος

Δήλωσε η τσούλα η ιστορία ότι γεράσαμε
Τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα
Όνειρα ξένα αλλά και αλλότρια ζητωκραυγάσαμε
Τώρα εισπράττουμε απ' την εξέδρα βροχή δεκάρικα

Ξέσκισε η πόρνη η ιστορία αρχαία οράματα
Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουνε και για χαμόμηλο
Την παρθενιά της επανορθώσαμε σφιχτά με ράμματα
Την κουβαλήσαμε και μας κουβάλησε στον ανεμόμυλο

Θάνος Μικρούτσικος

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Ανεμολόγιο"

22.7.06

"Εσύ με ξέρεις πιο πολύ"


Νότες σε καλοκαιρινά απόβραδα.
Να 'χουν μία δύναμη λυτρωτική και θεραπευτική μαζί.
Μουσική! Η γλώσσα του Θεού!
Σε παίρνει τρυφερά απ' το χέρι και σ' ανεβάζει πάνω από τον εαυτό σου τον ίδιο. Κι ύστερα όλα μοιάζουν αλλιώς.
Σαν να σταλάζει βάλσαμο. Σαν η ομορφιά να φτιάχτηκε από νότες. Μούσα και δημιουργός ταυτόχρονα.
Σας έφερα μουσικές και τραγούδια από την χθεσινή συναυλία.
Τραγούδια π' αγαπώ! Θα τα βρείτε για να τα ακούσετε εδώ:



Κι ένα ακόμη!



Kαι αυτό. Αφιερωμένοι στους δικούς μου "ξένους":

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Εσύ με ξέρεις πιο πολύ""

21.7.06

Ιδιάζουσες Μικρές Αγγελίες




Ζητείται Διεθνής Οργανισμός με guts, προκειμένου να σταματήσει το αιματοκύλισμα στον Λίβανο. Απαταίτητη προϋπόθεση: ο γενικός γραμματέας του να μην έχει θητεία υπό "προθεσμία".

Ζητείται "πλανητάρχης" με διάθεση για κατάπαυση του πυρός. Όχι μόνο στον Λίβανο αλλά οπουδήποτε (εκτός Αμερικανικής επικράτειας βεβαίως). Απαραίτητη προϋπόθεση: να μην χρηματοδοτήθηκε η προεκλογική εκστρατεία του από εμπόρους όπλων.

Ζητείται (μικρή έστω) δόση ταύτισης. Οι εικόνες στα δελτία ειδήσεων αγγίζουν επιδερμικά τις ευαισθησίες μας. Ακριβώς όσο διαρκεί το δελτίο. Μετά το καλοκαίρι μας συνεπαίρνει αναντίρρητα με σχέδια διακοπών και αποδράσεων, δροσερές παραλίες, πολιτιστικές εκδηλώσεις, παγωτά που λιώνουν απολαυστικά, παγωμένη μπυρίτσα, ζευγάρια σε ρομαντικούς περιπάτους, φεγγαρόφωτα και θερινά σινεμαδάκια. Και οι τύψεις επανέρχονται στο επόμενο δελτίο ειδήσεων. Άδικο: και ΠΟΛΕΜΟΣ και ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.

buzz it!


Permalink για το "Ιδιάζουσες Μικρές Αγγελίες"