Tabs: Blog | About Me |

31.10.06

Volver της Estrella Morente


Nα το ομολογήσω: ο Αλμοδόβαρ δεν είναι και πολύ του γούστου μου. Ούτε η Κίκα του, ούτε η μητέρα του.
Εν τούτοις, με γοητεύει η εμμονή του στη γυναικεία ψυχοσύνθεση.
Στη νέα του ταινία, το Volver, (που κακώς έγινε προστακτική και "γύρνα πίσω" στην ελληνική
μετάφραση του τίτλου - το έργο δεν έχει προστακτικές, υποταγές και παρακλήσεις
έχει) είναι ένας εντελώς αλλιώτικος δημιουργός. Απλός, κατανοητός, εύπεπτος.
Επιλέγει να προσεγγίσει τα δράματα με χιούμορ και χαριτωμένους σαρκασμούς. Οι ηρωίδες του είναι και πάλι "γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης". Μόνο που αυτή τη φορά επιστρατεύουν ψυχραιμίες, χαμόγελα, καλή τύχη κι ένα .. ευλογημένο φάντασμα για να σωθούν.
Ένα "φάντασμα" μητέρας που επιστρέφει για να τακτοποιήσει εκκρεμμότητες στις ζωές των παιδιών της και όχι μόνο. Η δεύτερη ευκαιρία που πολλοί θα ήθελαν να έχουν με πρόσωπα αγαπημένα που χάθηκαν αναπάντεχα.
Κι αν κάτι μένει από την ταινία είναι σίγουρα το τραγούδι της Estrella Morente. Δυνατότητα να το ακούσετε υπάρχει με λίγη ταλαιπωρία και υπομονή εδώ: Estrella Morente "Mujeres"— Penelope Cruz - Volver.
Δημιουργός του ο Carlos Gardel που το έγραψε το 1935. Κι ο στίχος σε ελληνική
απόδοση γράφτηκε εξαιρετικά από την Juanita . Γεμάτος επιστροφές από κείνες που όλοι φοβόμαστε αλλά επιχειρούμε κάποτε αναπόφευκτα.
Όχι για να γυρίσουμε πίσω, αλλά για να προχωρήσουμε μπροστά.

Φοβάμαι την συνάντηση
με το παρελθόν που επιστρέφει
για να αντιταχτεί στη ζωή μου.
Αλλά ο ταξιδιώτης που το σκάει με γοργά βήματα
αργά ή γρήγορα θα σταματήσει τον δρόμο του


Σκηνές από την ταινία (το τρέηλερ)


Το βίντεο κλίπ του τραγουδιού

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Volver της Estrella Morente"

29.10.06

ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ ...




Από τον κόσμο των γρίφων
φεύγω ήσυχη
Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:
δεν έλυσα κανένα.
Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν
πλάι στα παιδικά μου χρόνια:
έχω ένα βαρελάκι πού'χει δυό λογιών κρασάκι.
Το κράτησα ως τώρα
αχάλαστο ανεξήγητο,
γιατί ως τώρα
δυό λογιών κρασάκι
έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.
Συμβίωσα σκληρά
μ' έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει
και δεν τον ρώτησα ποτέ
ποιάς φωτιάς γιός είναι,
σε ποιό θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου
τα προσωπιδοφόρα πλάσματα του,
του ανάθρεψα του κόσμου το μυστήριο
με θυσία και με στέρηση.
Με το αίμα που μου δόθηκε
για να τον εξηγήσω.
Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια
και σκεπασμένη πρόθεση
έτσι το δέχτηκα
κι έτσι τ'αποχωρίστηκα:
με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.
Αίνιγμα δανείστηκα,
αίνιγμα επέστρεψα.
Άφησα να μην ξέρω
πώς λύνεται ένα χθές,
ένα εξαρτάται,
το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω,
ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φώς
να σε διακρίνω.
Στάθηκα Πηνελόπη
στη σκοτεινή ολιγωρία σου.
Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,
πηγή αν είσαι ή κρήνη,
θά'ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα
που, Πηνελόπες και όχι,
μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού
για να δοξάζεται το αίνιγμα
πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

Κική Δημουλά

buzz it!


Permalink για το "ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ ..."

28.10.06

Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της "Αλα Λιτόρια"


Πίσω από τους πολέμους υπάρχουν άνθρωποι. Λυπημένα πρόσωπα που μας συγκινούν
στις φευγαλέες  τηλεοπτικές σκηνές ή "ξεχασμένα" πρόσωπα που δεν κατέγραψε η ιστορία την πίκρα, τις απώλειες και την προσφυγιά τους.
Άνθρωποι που ξεκίνησαν κοιτώντας ένα καινούριο χάραμα για να θυμηθούν -καιρό μετά- ότι ήταν το τελευταίο ήρεμο σκηνικό που έζησαν πριν τον πόλεμο.
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου για την νεώτερη Ελλάδα συνοψίζεται σε εθιμοτυπικές παρελάσεις, σημαιοστολισμούς και αναφορές πολιτικών στο μήνυμα της γιορτής.
Πώς "γιορτάζονται" οι μνήμες των πολέμων; αναρωτιέμαι συχνά.
Πώς ξεμακραίνουμε από τα αληθινά μηνύματα "αεί αδίδακτοι" και ουχί διδασκόμενοι;

-----------------------------------------------------------------------------------
Ο Εμμανουέλε Γκράτσι, πρέσβυς της Ιταλίας στην χώρα μας, το 1940, συμπρωταγωνιστής εκείνης της ιστορικής νύχτας της 28ης Οκτωβρίου στο βιβλίο του με τίτλο "Η αρχή του τέλους - η επιχείρηση κατά της Ελλάδος", γράφει τα εξής:

"Δέκα λεπτά πριν από τις 3.00 της νύχτας της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο στρατιωτικός μου ακόλουθος, ο διερμηνέας μου και εγώ, φθάσαμε στην καγκελόπορτα μιάς μικρής οικίας στην Κηφισιά, όπου έμενε ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Στον φρουρό της οικίας είπα ότι επιθυμώ να δω τον Πρωθυπουργό για κάτι πολύ επείγον. Ο φρουρός άρχισε να κτυπά το κουδούνι του εσωτερικού της οικίας, αλλά δεν ελάμβανε καμίαν απάντηση. Διερωτήθηκα εάν ήτο δυνατόν μια πρωθυπουργική κατοικία να μην απαντά αμέσως. Γιατί εγώ είχα εντολή να παραδώσω το τελεσίγραφον στις 3 π.μ. ακριβώς, της 28/10/1940, λόγω Δε της προσπάθειας μου να ακουσθεί το κουδούνι και να ανοίξει η πόρτα, η ώρα είχε ήδη φθάσει 3.00. Επιτέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, που έκαμε την εμφάνισή του σε μια μικρή πλαϊνή πόρτα και αναγνωρίζοντάς με, με άφησε να περάσω. Ο Μεταξάς φορούσε μια μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυκτικό. Μου έσφιξε το χέρι και με έβαλε να καθίσω σε ένα μικρό φτωχικό σαλόνι του σπιτιού. Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να το εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζει. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε: "Alors c'est la guerre." (Λοιπόν έχουμε πόλεμο)".
Στην συνάντηση αυτή, κατά την θυγατέρα του Μεταξά, ακολούθησε και η εξής στιχομυθία που ο Γκράτσι δεν την αναφέρει:
Γκράτσι: Pas necessaire, mon excellence (όχι απαραίτητα εξοχότατε)
Μεταξάς: Non, c'est necessaire (όχι, είναι απαραίτητο)


Και συνεχίζει ο Γκράτσι στο βιβλίο του. "Με συνόδευσε στην έξοδο υπηρεσίας από την οποία είχα μπεί και όταν ήμασταν στο κατώφλι μου είπε: "Vous etes le plus forts" (είσθε οι πιο ισχυροί). Με την σειρά μου δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια αυτά και στην βαθιά λύπη που τα δονούσε. Νομίζω δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος μια τουλάχιστον φορά στην ζωή του, να μην αισθάνθηκε απέχθεια για το επάγγελμά του. Αν στη μακρά σταδιοδρομία μου στην υπηρεσία του κράτους υπήρξε ποτέ μια στιγμή κατά την οποία εμίσησα το δικό μου, μια στιγμή κατά την οποίαν το καθήκον του αξιώματος μου μου φάνηκε σταυρός και όχι μόνο θλιβερός, αλλά και ταπεινωτικός, η στιγμή αυτή ήταν όταν άκουσα εκείνα τα αποκαρδιωμένα λόγια που πρόφερε ο πρεσβύτης εκείνος, που είχε καταναλώσει ολόκληρη τη ζωή του αγωνιζόμενος και υποφέροντας για την χώρα του και που, και κατά την υπέρτατη εκείνη στιγμή, προτιμούσε να διαλέξει για την πατρίδα του το δρόμο της θυσίας και όχι το δρόμο της ατιμώσεως. Υποκλίθηκα μπροστά του με τον βαθύτερο σεβασμό και βγήκα από το σπίτι του".

----------------------------------------------------------------------------------
Ο Emanuele Grazzi, έγραψε στο βιβλίο του για το περιεχόμενο του ιταλικού τελεσιγράφου ότι συνοψιζόταν στα εξής: " Όθεν η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν - ως εγγύησιν δια την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας - το δικαίωμα να καταλάβη δια των ενόπλων αυτής δυνάμεων δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους.
Η Ιταλική κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα ταύτα δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινών σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξη οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως δώσει αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς, τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αύτη δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας αι οποίαι ήθελον προκύψει εκ τούτου".
------------------------------------------------------------------------------------
Ο Μεταξάς έμεινε στην ιστορία για ένα "Όχι" που δεν ειπώθηκε ποτέ. Αλλά εννοήθηκε
ποικιλοτρόπως.  Ακόμη πιο βροντερό κι από το να είχε ειπωθεί.

Έπειτα από λίγες ώρες απηύθυνε διάγγελμα στον ελληνικό λαό:
"Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζούμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3 ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6 ην πρωινήν. Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν του πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.
Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών".-------------------------------------------------------------------------------------
Ο Γιώργος Σεφέρης -προιστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών τότε- έγραφε για τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου του 1940.
"Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: "έχουμε πόλεμο". Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως.

Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος του αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας. Αμέσως μετά τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας.

Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή.

Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο υπουργείο τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ' ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της.

Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη. Πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μου είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες. Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο. Τώρα όλοι μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας».Ο βασιλιάς με ύφος νέου αξιωματικού. Υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε. Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:-είστε βέβαιος; και των Γερμανών; -Και των Γερμανών είπα. -Τι δικαιολογία να δώσουμε; Δεν έχω καιρό για συζητήσεις: -Πέστε τους πως τώρα είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ' εμένα. . Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Αλα Λιτόρια» .

------------------------------------------------------------------------------------
66 χρόνια μετά. Οι σημαίες στα μπαλκόνια λιγοστεύουν. Η μίνι φούστα στην πασαρέλα των παρελάσεων θα κλέψει την παράσταση.
Ίσως πάλι οι πορείες των μαθητών να αλλάξουν εντελώς το επετειακό σκηνικό.
Άν όχι, όλο και περισσότερα παιδιά οικονομικών μεταναστών θα βρεθούν φέτος σημαιοφόροι. Όλο και λιγότερο διχαζόμαστε σε τέτοια ζητήματα. Κι οι βετεράνοι του πολέμου λιγοστεύουν. Κι οι μνήμες σε ανάλογη πορεία. Όλο και λιγότερες. Ο Σεφέρης θυμόταν ένα αλλιώτικο ξημέρωμα πριν τον πόλεμο. Ξενύχτησε  διαβάζοντας Μακρυγιάννη.


"Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται για την πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες -αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας- ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να 'χουν την επιρροή για ικανότη".

Από τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της "Αλα Λιτόρια""

27.10.06

"Στο παράλογο το ρίχνεις του Ιονέσκο"



Στις 12.00 έχω ραντεβού με τον δικηγόρο μου.
Το θέμα είναι φλέγον και επείγον αλλά ημιαργίες και εθνικές εορτές θα μας καθυστερήσουν 
λίγο. Μου είπε να προσκομίσω αποδεικτικά στοιχεία των ισχυρισμών μου. Εύκολο, σκέφτομαι.
Θα σταματήσω απλά σε ένα περίπτερο καθ' οδόν για το γραφείο του.

Κλείσαμε το τηλέφωνο πριν λίγο και η στιχομυθία είναι ακόμη νωπή στο μυαλό μου.
- Καλημέρα Ηλία, βρες χρόνο, σου έχω πολύ δουλειά.
- Καλημέρα. Τι έπαθες;
- Εγώ τίποτα. Άλλοι θα πάθουν. Θέλω να καταθέσουμε μερικές μηνύσεις.
- Μηνύσεις; Εναντίον ποιού;
- Ποιών να λες. Φτιάχνω λίστα. Θα μηνύσω τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών για υπόθαλψη παιδεραστών και διευκόλυνση εξάπλωσης της παιδικής πορνείας.
Θα μηνύσω ακόμη όλους τους παροχείς συνδέσεων ίντερνετ, ως εν δυνάμει συνεργούς σε τέλεση αξιόποινων πράξεων, που διώκονται από την Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού 
Εγκλήματος. 
Θα μηνύσω όλους τους ηθοποιούς της Επιθεώρησης ως υβριστές και συκοφάντες 
και θα στραφώ εναντίον των ιδιοκτητών θεάτρων που τους φιλοξενούν. Καταλαβαίνεις ότι το θέμα θα φτάσει μέχρι Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Θα μηνύσω ... καλά φτιάχνω λίστα. 
Θα μηνύσω πολλούς ακόμη. 
- Στάσου, βρε Άννα. Τι τρέλες λες? Δεν γίνονται αυτά.
- Γίνονται Ηλία, γίνονται. Τρελή δεν είμαι. Μπλόκερ είμαι και .. ξέρω τι σου λέω.
------------------------------------------------------------------------------------
Στα τέλη της δεκαετίας του '40 το "Παράλογο" του Ιονέσκο ήταν ένα καινοφανές θέμα.
Στα 1958 ο ίδιος εξηγούσε: "Εκείνο που χρειαζόταν ήταν όχι να προσπαθούμε να κρύβουμε τα νήματα, που κινούν τις μαριονέτες αλλά να τα φανερώσουμε ακόμη περισσότερο, να ανακαλύψουμε την ίδια την ουσία του γκροτέσκου, της καρικατούρας, να υπερβούμε την ξεθωριασμένη ειρωνεία της σπιρτόζας κωμωδίας δωματίου, να ωθήσουμε τα πάντα στα όρια του παροξυσμού, στο σημείο όπου βρίσκεται η πηγή του τραγικού".

Στις μέρες μας παράλογο και λογικό μπλέκουν και συνυφαίνονται τόσο χαριτωμένα στην καθημερινότητα, που αδυνατείς να ξεχωρίσεις πια νήματα, μαριονέτες, καρικατούρες, κωμωδίες και τραγωδίες. Στο τέλος μένει μόνο μία πικρή γεύση. Απόδειξη ίσως, ότι την πηγή του τραγικού την πλησιάσαμε.
 
Σημείωση: Το φωτογραφικό στιγμιότυπο είναι από τον Αστυνόμο Μπέκα του Γιάννη Μαρή

buzz it!


Permalink για το ""Στο παράλογο το ρίχνεις του Ιονέσκο""

26.10.06

Είτε μιλάς, είτε σιωπάς ... η ζωή είναι αλλού


Φλερτάρω με την ιδέα να ασχοληθώ με τα τρέχοντα της μπλοκόσφαιρας ή να τα προσπεράσω. Ο Φερνάντο από το πρωί με προτρέπει στο δεύτερο. Κι οι τέσσερις ωδές του στριφογυρίζουν στο μυαλό μου.

Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.

Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.

O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν

για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.



Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος:

Tίποτε δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.

Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα.

Nα βάζεις όσα είσαι και στο ελάχιστο που κάνεις.



Έτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη

λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας.

Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ

ποιός μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.




Eίμαι μονάχα ο τόπος

όπου νιώθουν ή σκέφτονται.

Έχω περισσότερες από μια ψυχές.

Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ' το ίδιο το εγώ μου.

Yπάρχω ωστόσο, αδιάφορος για όλους.

Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.


Υ.Γ. Να μιλάς ή να σιωπάς; Ιδού το νέο σαιξπηρικό ερώτημα.

Υ.Γ. 2 Τα ερωτηματικά γεννιούνται εδώ κι οι απαντήσεις αναμένονται στα comments

buzz it!


Permalink για το "Είτε μιλάς, είτε σιωπάς ... η ζωή είναι αλλού"

25.10.06

Πολυπολιτισμικές .. παλιοκοινωνίες


Σκηνή πρωινή στο τρένο. Το βαγόνι γεμάτο. Τα καθίσματα όλα κατηλλειμένα.
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπαίνει από την Ομόνοια. Εκείνη έχει στο λαιμό εμφανές
το σημάδι της τραχειοστομίας.
Καταβεβλημένη. Ο σύντροφός της κουβαλάει μία βαλίτσα και προσπαθεί
ταυτόχρονα να την στηρίξει. Κοιτάζει γύρω του για κενή θέση.
 Εν τω μεταξύ, το τρένο ξεκινά και δίπλα τους ακριβώς είναι καθισμένο ένα 10χρονο παιδί.
Η μητέρα του στέκει όρθια πλάι. 

Το βλέμμα του μικρού διασταυρώνεται φευγαλέα με εκείνο του ηλικιωμένου
και το παιδί αυτόματα ετοιμάζεται να σηκωθεί και να παραχωρήσει το κάθισμά του.
Αλλά στην κίνηση επάνω νοιώθει το χέρι της μητέρας του στον ώμο.
Τα μάτια της εξακολουθούν να κοιτάζουν έξω από το παράθυρο αλλά το χέρι της
καθηλώνει τον μικρό στο κάθισμα. Μια στιγμή αμηχανίας.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι παρατηρεί την σκηνή. Ο πιτσιρικάς ξανακάνει προσπάθεια να σηκωθεί.
Το χέρι τον εμποδίζει πάλι. Ο κύριος με την βαλίτσα αποφασίζει να μιλήσει. "Σας παρακαλώ, μία θέση να καθίσει η γυναίκα μου. Είναι εγχειρισμένη και βγήκε τώρα από το νοσοκομείο. Δεν μπορεί να στέκεται". Προσφέρονται πολλοί. Η γυναίκα όμως δυσκολεύεται να ισορροπήσει και να ξεμακρύνει από το σημείο που στέκεται. Το παιδί χαμηλώνει το κεφάλι.
Κάποιος λέει: "σήκω αγόρι μου εσύ, αφού είναι δίπλα σου". Το παιδί αναθαρρεύει και ξαναπροσπαθεί να παραχωρήσει το κάθισμα. Το χέρι κινείται αστραπιαία να το εμποδίσει πάλι. Όλοι γυρίζουν και την κοιτούν. Μερικοί θυμώνουν.
Άλλοι ζητούν εξηγήσεις. Η φωνή της ακούγεται παγωμένη.
- Δεν θα σηκωθεί. Εμείς δύο εισητήρια, μία θέση. Εμείς δουλεύουμε, πληρώνουμε, καθόμαστε. Σηκωθεί άλλος.
Κάποιες γυναίκες αναλαμβάνουν να της εξηγήσουν ότι η γυναίκα είναι εγχειρισμένη και δεν πρόκειται για ζήτημα πληρωμής ή δικαιωμάτων. Άσκοπο.
- Αν δεν είναι καλά, πάρει ταξί. Εγώ θέση πλήρωσα.
Το παιδί έχει γίνει κατακόκκινο. Απότομα τινάζει το χέρι της από πάνω του και σηκώνεται.
Βοηθά την ηλικιωμένη να καθίσει στη θέση του. Αποφεύγει το βλέμμα της αλλά δεν προλαβαίνει να αποφύγει και πάλι το χέρι της που προσγειώνεται με δύναμη στο πρόσωπό του.
- Βλάκα. Δουλεύουμε, πληρώνουμε, παίρνουμε, του φωνάζει.
Το παιδί βάζει τα κλάμματα. Το βαγόνι ανάστατο. Όλοι της φωνάζουν. Μερικοί βρίζουν.
Η εγχειρισμένη γυναίκα δακρύζει κοιτώντας το αγοράκι. Του κρατάει ακόμη το χέρι από τη στιγμή που την βοήθησε να καθίσει. Και του το σφίγγει με όλη της τη δύναμη. Σαν να προσπαθεί κάτι να του πει. Ο μικρός συνεχίζει να κλαίει βουβά. Η μητέρα του ξαναστυλώνει το βλέμμα στο κενό.
....................................................................................................................................................
Τους κοίταζα σαν θεατρικό σκετσάκι που παίζεται ενώπιόν σου και αναζητάς τα νοήματα πίσω από τους ρόλους. Τους χαρακτήρες και τις δομές τους πίσω από τους πρωταγωνιστές.
Η μετανάστρια, που έμαθε να δουλεύει και να υπομένει, μέχρι να μπορεί να πληρώσει για να αποκτήσει. Άνθρωπος που σκλήρυνε από τις δοκιμασίες. Η ζωή της ένα νόμισμα. Τόσο αξίζει ... με τόσα εξαργυρώνεται. Απλές αριθμητικές πράξεις.

Ο γιός της, ένας "άπατρης" του 21ου αιώνα. Γεννήθηκε Αλβανός αλλά μεγαλώνει ως έλληνας. Στέκεται με το ένα πόδι σε κάθε νοοτροπία. Μέχρι που θα μάθει το σπαγγάτο. Κι αν δεν το μάθει θα χάσει την δική του ισορροπία. Δύσκολα μαθηματικά. Ανώτερα.

Κι η ηλικιωμένη ασθενής. Ένας ταλαίπωρος άνθρωπος που στα στερνά διαπραγματεύεται πάλι με καρτερία τα αυτονόητα. Το δικαίωμα στη συμπόνια. Επώδυνες επαναλήψεις για μία γεννιά που γαλουχήθηκε με συσίτια και κοινοκτημοσύνες.

Κι ο σύζυγος με τη βαλίτσα. Ο στωικός άνθρωπος που κάποτε νοιώθει ανίσχυρος
και παραδίδει στους άλλους κάθε δικαίωμα υπεράσπισής του. Πικραμένος παρατηρητής
μίας ζωής που κατ' ανάγκην ανήκει πια μόνο σε όσους την διεκδικούν.
"Οι ληξιπρόθεσμοι να πεθάνουν" που λέει σοφά κι ο ποιητής.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Πολυπολιτισμικές .. παλιοκοινωνίες"

23.10.06

"Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία"


Απόγευμα Κυριακής. Τέσσερις γυναίκες απολαμβάνουν καφέ πλάι στη θάλασσα -οι μικρές αποδράσεις που επιτρέπουν οι χαλαροί τόνοι της μέρας. Και πιάνουν μία παράξενη κουβέντα: περί ομορφιάς. Πόσο ασύστολα υποκειμενική υπόθεση είναι και πόσο αδιάφορους μας αφήνουν τελικά τα αντικειμενικά της κριτήρια (αν δεχτούμε ότι υπάρχουν).
Η αφορμή ήρθε από μία ανούσια μελέτη (απ' αυτές που όλοι διαβάζουμε ως
εκλαϊκευμένη επιστήμη που θα δώσει τροφή στις κουβέντες μας).
Εξ απαλών ονύχων την συνάντησα σήμερα κι εδώ . Η συγκεκριμένη ούτε λίγο ούτε πολύ απέδειξε ότι οι τέλειες αναλογίες δεν είναι και τόσο γοητευτικές όσο νομίζουμε. Με την συνήθη πρακτική (καλωδίωση εθελοντών, ερεθίσματα από μοντέλα, αντιδράσεις κ.λ.π.) οι ιθύνοντες κατέληξαν ότι μικρά σημάδια ή μικρά ψεγάδια ερέθισαν περισσότερο από τις απολύτως
τέλειες αναλογίες.
"Μιά ζωή δίαιτες για να μοιάζουμε σε ανορεκτικά μοντέλα και τώρα να
'ρχεται η Επιστήμη να σου λέει "κακώς κυρία μου, οι άντρες προτιμούν τις
ατέλειες"
Άδικο." παρατήρησε η πλέον "μοντέλα" της παρέας. Πράγματι, άδικο.
Η Ελένη πίνει σκέτο τον καφέ ενώ σιχαίνεται την πίκρα του, ακριβώς όσο και την μεταλλική γεύση της ασπαρτάμης. Αλλά δεν αντέχει στην ιδέα της ύπουλης δουλειάς που θα έκανε η ζάχαρη πάνω της. Ιδρωκοπά ανελέητα στα γυμναστήρια, τρώει διαρκώς στερημένα και άνοστα γεύματα
και άγχεται κάθε πρωί στη θέα της ζυγαριάς. Άνευ λόγου εννοείται. 
"Στις μέρες μας η ομορφιά είναι σαν τεχνητό λουλούδι. Φυσικά τεχνητό ή τεχνητά φυσικό. Όσο αντέχει η τσέπη σου, παίρνεις" είπε η "Κολωνακιώτισσα" της παρέας.
Η Βάνα απέλυσε πρόσφατα τον εξαιρετικά ευκατάστατο σύζυγό της και απέσπασε την μισή του περιουσία (αποκτηθείσα στη διάρκεια του έγγαμου βίου τους). Έκτοτε την καταβρίσκει φροντίζοντας την ομορφιά της με ακριβές επεμβάσεις, ελπίζοντας να τον κάνει να εγκαταλείψει κάποτε την κατά είκοσι χρόνια νεώτερή της διάδοχο. Και το νυστέρι κάνει όντως θαύματα. Αλλά δεκαοχτάχρονη δεν έχει καταφέρει ακόμη να δείχνει. Ως κι η επιστήμη στις υπερβολικές απαιτήσεις της σήκωσε τα χέρια ψηλά.
Η ομορφιά είναι υποκειμενική υπόθεση. Το λέει κι η μαντινάδα:
Μην τηνε δεις την π' αγαπώ με τα δικά σου μάτια
με τα δικά μου να τη δεις για να γενείς κομμάτια.
Η Στέλλα είναι η φευγάτη της παρέας. Ερωτευμένη με τον .. έρωτα. Με μία γκάμα αφοπλιστική σε ποικιλίες. Από Πανεπιστημιακούς καθηγητές μέχρι βοσκούς με μιτάτα. Ηλικίες, φυσιογνωμίες και χαρακτήρες κάθε φορά και σε πιο απρόβλεπτο μείγμα. Κι η Στελλίτσα πείθει τον εαυτό της ότι είναι μονίμως ερωτευμένη. Και βιώνει όλη την διαδικασία με την ίδια ένταση πάντα. Ερωτεύεται, παθιάζεται, απογοητεύεται, χωρίζει. Αλλά σε κάθε κεφάλαιο η ένταση σε υπερθετικό βαθμό.
Η ομορφιά είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Απολύτως υποκειμενικός συνδυασμός,
είπα και θυμήθηκα το περί ομορφιάς λογύδριο του Έκο, που ακολουθεί.---------------------------------------------------------------------------------
"Χρησιμοποιούμε πολύ συχνά τη λέξη ωραίο για να περιγράψουμε μια ημέρα που περάσαμε ευχάριστα ή μια μπριζόλα που φάγαμε, ή μια νύχτα έρωτα που ζήσαμε, ορίζουμε ωραίο ένα παιδάκι ή μια εικόνα της Παναγίας χωρίς να αντιλαμβανόμαστε σε τι κυκεώνα μπλέκουμε χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο. Το γνωρίζουν καλά όσοι σπουδάζουν την επιστήμη της αισθητικής... Τελικά συνειδητοποιώ ότι για να κινηθούμε μέσα σ' αυτόν τον κόσμο χρησιμοποιούμε ελάχιστα επίθετα: ωραίο, άσχημο, καλό, κακό και μ' αυτά καλύπτουμε τα πάντα, τη στιγμή που για να ορίσει κάποιος φιλοσοφικά τι είναι κακό, τι είναι καλό, περνάει ολόκληρη τη ζωή του, ή περνάνε οι αιώνες...

Πριν από σαράντα χρόνια, όταν ξεκίνησα να επεξεργάζομαι το θέμα της ιστορίας της ομορφιάς, κατέληξα ότι ωραίο είναι κάθε τι που ο κόσμος θεωρεί ωραίο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που εκφράζεται ο φιλόσοφος Ντίνο Φορμάτζο στο βιβλίο του «Τέχνη-Φιλοσοφική Εγκυκλοπαίδεια» όταν αναφέρει ότι τέχνη είναι κάθε τι που οι άνθρωποι θεωρούν τέχνη, τελεία και παύλα. Θα μου πείτε, αυτό είναι σχετικό, εξαρτάται από την εποχή κι από τον πολιτισμό της κάθε εποχής.

Υπάρχει ένα πολύ ωραίο απόσπασμα του Ξενοφώντα που λέει ότι, αν τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια για να σχεδιάσουν και να κάνουν έργα σαν κι αυτά που κάνουν οι άνθρωποι, τα άλογα θα σχεδίαζαν τη θεότητα σαν άλογο, τα βόδια σαν βόδι... Επομένως η ομορφιά δεν ήταν ποτέ κάτι το απόλυτο, το αμετάβλητο, αλλά κάτι αλληλένδετο με τη δεδομένη ιστορική στιγμή και με τη χώρα στην οποία εκφραζόταν, κι αυτό αφορά όχι μόνο την ομορφιά του ανθρώπινου σώματος ή του τοπίου αλλά και την ομορφιά των ιδεών.

Η θεωρία των αναλογιών

Η ιστορία της ομορφιάς δεν συμπίπτει με την ιστορία της τέχνης. Ο σύγχρονος άνθρωπος και ιδιαίτερα εμείς οι Ιταλοί, επηρεασμένοι από την ιδεαλιστική αισθητική, ταυτίζουμε την έννοια της ομορφιάς με αυτό που είναι η ομορφιά ενός έργου τέχνης. Αλλά για πολλούς αιώνες αναφερθήκαμε στην ομορφιά εννοώντας μόνο την ομορφιά της φύσης. Η τέχνη, όπως την αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Ελληνες ήταν απλώς ένας τρόπος για να κατασκευάζονται σωστά ορισμένα πράγματα. Τέχνη ήταν αυτή του ζωγράφου όπως και του κατασκευαστή ενός πλεούμενου...

Οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς μαρτυρούν μέσα στα έργα τους τι θεωρείτο ωραίο γι' αυτούς. Αντίθετα, δυστυχώς, οι αγρότες, οι χτίστες, οι νεκροθάφτες, οι αρτοποιοί, δεν μας άφησαν σχεδόν ποτέ μαρτυρίες τους για τι θεωρούσαν αυτοί ωραίο.

Ο Θωμάς ο Ακινάτης θεωρούσε ότι την ομορφιά την συνθέτουν τρία στοιχεία: Η αρτιότητα, οπότε ένας νάνος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ωραίος, η αναλογία και η λάμψη. Η αναλογία είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ομορφιάς ήδη από την αρχαιότητα. Από τον Πυθαγόρα ξεκινάει μια μαθηματική αισθητική θεώρηση του σύμπαντος. Και ο Πλάτωνας περιγράφει τον κόσμο σαν μια σύνθεση γεωμετρικών αρμονικών σωμάτων, έτσι όπως αυτά θα περάσουν στην Αναγέννηση.

Η ιδέα των αναλογιών, σαν μαθηματικό φαινόμενο, διέπει την αρχαιότητα και φτάνει ώς τον Μεσαίωνα. Από εκεί, μέχρι την Αναγέννηση, τα αρμονικά σώματα του Πλάτωνα μελετώνται σαν ιδεώδη από τον Λεονάρντο, τον Πιέρο ντε λα Φραντσέσκα, τον Ντίρερ και άλλους... Οι διάφοροι καλλιτέχνες, όμως, ερμηνεύουν με ξεχωριστό τρόπο ο καθένας τις ιδανικές αναλογίες.

Οπωσδήποτε όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες, που επί δέκα αιώνες υποτίθεται ότι εφαρμόζουν τη θεωρία των αναλογιών, δεν εννοούν ποτέ το ίδιο πράγμα. Η Αφροδίτη του Μποτιτσέλι, η Αφροδίτη του Κράναχ ή του Τζορτζόνε είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, αν και οι δημιουργοί τους πιστεύουν ότι έχουν τηρήσει τους κανόνες των αναλογιών.

Ό,τι συμβαίνει δε στη ζωγραφική συμβαίνει και στη μουσική.
Επίσης, οι αναλογίες για τον Θωμά τον Ακινάτη έχουν και ηθική αξία. Η σωστή αναλογία είναι επίσης και αυτή που υπάρχει μεταξύ λόγου και πράξης. Κριτήριο των αναλογιών είναι και το αν ανταποκρίνονται στον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκαν. Ένα κρυστάλλινο σφυρί με σωστές αναλογίες, είναι άσχημο, δυσανάλογο, αφού δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό για τον οποίο έγινε, δεν μπορεί να είναι ωραίο εφ' όσον σπάει στην πρώτη προσπάθεια να καρφώσει κανείς ένα καρφί.

Η θεία ιδιότητα της λάμψης

Διαφορετικά επίσης εφαρμόζεται και το τρίτο κριτήριο της ομορφιάς, η λάμψη. Τι είναι αυτή η λάμψη που από την αρχαιότητα θεωρείται χαρακτηριστικό γνώρισμα της ομορφιάς; Επρόκειτο φυσικά για μια θεία ιδιότητα. Οι θεότητες διαθέτουν λάμψη, φέρουν μέσα τους τον ήλιο, σύμβολο του καλού. Στην εικονογραφία του Μεσαίωνα παρατηρούμε ότι το φως είναι διάχυτο, αντίθετα από το θεατρικό φως του Μπαρόκ. Το φως εδώ μοιάζει να αναδύεται από τις ίδιες τις απεικονιζόμενες φιγούρες.

Ο δάσκαλος του Θωμά του Ακινάτη λέει ότι ομορφιά είναι η λάμψη της φόρμας πάνω στα αρμονικά μέλη της ύλης. Και εννοεί τη φόρμα που εμπεριέχεται στο σώμα και ανάγει την ύλη σε οργανισμό.

Ακόμα και ο Δάντης, αντίθετα από τις νεοπλατωνικές ερμηνείες και εικονογραφήσεις του έργου του, όταν μιλά για τη φωτεινή ομορφιά της Βεατρίκης μάς δείχνει όχι ένα φως εξωτερικό, άνωθεν, που την τυλίγει, αλλά το φως που αναδύεται από τα μάτια της..

Γενικά δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τους καλλιτέχνες. Όταν ο Ρέμπραντ ζωγραφίζει τη γυναίκα του τη Σίσκια, προτίθεται να αναπαραστήσει μια ωραία γυναίκα ή τη γυναίκα που αγαπά; Γιατί τότε το πράγμα αλλάζει. Μπορεί κανείς να ερωτευτεί τρελά μια γυναίκα που όλοι θεωρούν κακάσχημη. Ο Σαλβατόρ Νταλί αφιέρωσε τη ζωή του στη μούσα του, σε αυτή τη μεσόκοπη κυρία που σίγουρα δεν θα βάζαμε ποτέ πάνω στην πασαρέλα δίπλα στη Ναόμι Κάμπελ. Και η Γκάλα ήταν τρελή και παλαβή γι' αυτόν τον τύπο, τον Νταλί, που αν μας χτύπαγε την πόρτα στις δέκα η ώρα το βράδυ θα δυσκολευόμασταν πολύ να του ανοίξουμε.

Η τέχνη έχει πάντα την ιδιότητα να παρουσιάζει με ωραίο τρόπο το άσχημο. Μπορεί να παρουσιάζει την ασχήμια του διαβόλου όμορφα - το υποστήριζαν εξάλλου και οι θεολόγοι του Μεσαίωνα. Το άσχημο έλκει, κι έτσι βλέπουμε σε εικονογραφημένα βιβλία όπως και στους ναούς τρομερά τέρατα, ακέφαλα, που έχουν μάτια και στόμα στο στήθος, δράκους και τριχωτούς γίγαντες των δασών, ανθρωπόμορφα κτήνη με τεράστια αφτιά, σειρήνες και άλλα τέτοια όντα που στον Μεσαίωνα, παρ' όλη τη θεωρία των αναλογιών και της ομορφιάς, γοητεύουν και προξενούν κατάπληξη και αντιπροσωπεύουν τη δίψα για εξωτισμό, όπως συνέβη και στην τέχνη της πρωτοπορίας του 19ου αιώνα.

Μύστες, θεολόγοι και φιλόσοφοι του Μεσαίωνα αναλαμβάνουν να αποδείξουν ότι μέσα στην αρμονία του σύμπαντος ακόμα και τα τέρατα συμβάλλουν στην ομορφιά του όλου, λόγω αντίθεσης, ακριβώς όπως οι σκιές στη φωτοσκίαση ενός ζωγραφικού πίνακα.

Μέχρι τον 18ο αιώνα η αρτιότητα, η αρμονία και η λάμψη δεν τίθενται σε αμφισβήτηση, μέχρι όμως τη στιγμή που εμφανίζεται η έννοια του υπέροχου, του υπέρτατου. Το 1700 είναι η περίοδος των μεγάλων ταξιδευτών. Η αγριάδα των βουνών, οι απότομοι γκρεμνοί, οι άβυσσοι δίχως τέλος, οι έρημες και άγονες εκτάσεις χωρίς σύνορα, εμφανίζονται σε συγγραφείς ταξιδιώτες πιο γοητευτικές και όμορφες από τους πριγκιπικούς κήπους. Ακόμα και τα αρχαιολογικά ερείπια, που σε σχέση με τη νεοκλασική αισθητική μοιάζουν δυσανάλογα και διόλου αρμονικά, θεωρούνται πλέον όμορφα και μάλιστα δημιουργούν αισθητική σχολή. «Ό,τι μπορεί να προκαλέσει την ιδέα του φόβου ή του κινδύνου, ό,τι είναι φοβερό ή αφορά τρομερά πράγματα, ή επιδρά όπως επιδρά ο τρόμος, ό,τι προξενεί την πιο ισχυρή συγκίνηση που μπορεί να νιώσει η ψυχή, είναι υπέρτατο και άρα και επιθυμητό», υποστηρίζει ο Εντμοντ Μπερκ στη φιλοσοφική έρευνα για τις απαρχές της έννοιας του ωραίου και του υπέρτατου, το 1756.

Στον αιώνα μας, στα πρώτα χρόνια του, μέχρι και τη δεκαετία του '60, μπορούμε να παρατηρήσουμε τη δραματική πάλη μεταξύ της ομορφιάς της πρόκλησης, που ανήκει στις πρωτοπορίες της τέχνης, και της ομορφιάς των καταναλωτικών ειδών. Η τέχνη της πρωτοπορίας δεν θέτει το πρόβλημα της ομορφιάς. Η τέχνη τώρα δεν ενδιαφέρεται να μας δώσει μια εικόνα της φυσικής ομορφιάς. Ούτε εννοεί να μας σπρώξει στην ειρηνική απόλαυση της αρμονίας. Κάθε άλλο. Θέλει να μας μάθει να ερμηνεύουμε τον κόσμο με διαφορετικά μάτια. Να χαιρόμαστε επιστρέφοντας σε κάποια αρχαϊκά ή εξωτικά πρότυπα, να μας σπρώξει στο βασίλειο του ονείρου, στον φανταστικό κόσμο των ψυχοπαθών, στον επαναπροσδιορισμό των αντικειμένων... Ακόμα και όταν παρουσιάζονται αμιγείς αρμονικές φόρμες, αυτό γίνεται στην προσπάθεια της απαλλαγής από την τυραννία της φύσης, από την ιδέα της ζωγραφικής σαν ωραία αναπαράσταση ωραίων πραγμάτων.

Όργιο ανοχής

Ένας υποθετικός επισκέπτης του πολιτισμού μας σήμερα, καθώς θα περιπλανάται μέσα σε μουσεία με ακατάληπτα γλυπτά ή θα παίρνει μέρος σε θορυβώδη χάπενινγκ, δεν μπορεί παρά να παρατηρήσει τελικά ότι όλοι ντύνονται μέσα στο πλαίσιο της μόδας, στο πλαίσιο εκείνης της ιδέας της ομορφιάς που προτείνουν τα κανάλια του εμπορικού καταναλωτισμού, τον οποίο ανέκαθεν πολεμούσαν οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες! Σ' αυτό το σημείο ο επισκέπτης θα αναρωτηθεί δίχως άλλο ποιο ήταν αυτό το πρότυπο ομορφιάς που πρότειναν τα media, η διαφήμιση, η μόδα... Θα ανακαλύψει ότι το πρότυπο είναι και αυτό της γόησσας που προτείνει ο κινηματογράφος, και αυτό της κοπέλας της διπλανής πόρτας. Σβαρτσενέγκερ και Ντάστιν Χόφμαν, Μέριλιν Μονρόε και Τουίγκι, Μαζεράτι και Μίνι Μόρις. Ο χώρος μεταξύ τέχνης που προκαλεί και της καταναλωτικής τέχνης στενεύει όλο και περισσότερο.

Τα media δυσκολεύονται να προτείνουν ένα και μοναδικό πρότυπο ομορφιάς. Εκμεταλλεύονται πολλά και διάφορα πρότυπα περασμένων δεκαετιών και καλλιτεχνικών κινημάτων, όχι ένα μόνο ιδεώδες. Ο επισκέπτης μας θα πρέπει να παραδοθεί σ' αυτό το όργιο ανοχής, σε αυτό που εγώ ονομάζω πολυθεϊσμό της ομορφιάς. Ένα φαινομενικά δημοκρατικό σουπερμάρκετ, που, όμως, σε καταπιέζει, μια και καθημερινά σου ζητά να υπακούσεις σε κάτι διαφορετικό.

Ωραίο, χαριτωμένο, υπέροχο, είναι επίθετα που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουμε κάτι που αρέσει. Αλλά πρόκειται για πράγματα που, όπως υποστήριζε ο Θωμάς ο Ακινάτης, εμείς μόνον τα βλέπουμε, δεν τα αγγίζουμε, δεν τα τρώμε. Κάτι που μας αρέσει και θα εξακολουθήσει να μας αρέσει, αν και δεν θα γίνει ποτέ δικό μας. Όταν αυτό που θεωρώ καλό, ένα φαγητό, ένα διαμέρισμα, η αιώνια ευτυχία, δεν μου ανήκει, νιώθω δυστυχής. Όμως όσον αφορά την ομορφιά, η ευτυχία η οποία προκύπτει από αυτήν δεν έχει καμία σχέση με την κτητικότητα. Η γεύση της ομορφιάς δεν έχει σχέση με την επιθυμία της απόκτησης. Μπορώ να θεωρήσω έναν άνδρα ή μια γυναίκα ωραίους κι ας ξέρω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ, ή δεν θα θελήσω ποτέ, να έχω σχέσεις με αυτόν ή με αυτήν. Αν επιθυμώ όμως κάποιον που δεν έχω, ο οποίος μάλιστα μπορεί να είναι κι άσχημος, αυτό μπορεί να αποτελέσει πηγή δυστυχίας για μένα.

Αυτή είναι μία σταθερά την οποία συναντούμε σε όλους τους ορισμούς για την ομορφιά που είδαμε ώς τώρα, και που αφορούν κυρίως την παράδοση του δυτικού πολιτισμού μας, εντός κάποιων ορίων. Γιατί βέβαια δεν γνωρίζουμε ακριβώς πώς συμπεριφέρονταν οι άνθρωποι των σπηλαίων μπροστά στις τοιχογραφίες της Αλταμίρα, αν πήγαιναν να τις θαυμάσουν ή αν -όπως είναι πιθανότερο- τις άφηναν στην ησυχία τους.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Σ' αγαπώ γιατί είσαι ωραία""

22.10.06

Χριστόδουλος σε τσακίρ κέφι με σουξεδάκι περί εκπαιδεύσεως



Κυριακή πρωί κι αντί σαν καλοί Χριστιανοί να πάτε να εκκλησιαστείτε μου θρονιάζεστε με καφεδάκι μπροστά στο πληκτρολόγιο. Γι' αυτό κι εγώ θα σας βάλω σε επανάληψη το χθεσινό κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου (πολλά τα έτη του) για να συνετιστείτε.
Ο Μακαριότατος λόγω της ημέρας χθες (είπαμε, άγει τα ονομαστήριά του- τι άγος; όχι Κυλώνειο πάντως) είπε να το ρίξει λίγο έξω. Φώναξε λοιπόν τα Μίντια κι έκανε ένα Πολυαρχιερατικό Συλείτουργο στον Καθεδρικό των Αθηνών.
Κι όπως ήταν στα high του λόγω ατμόσφαιρας (φόρεσε το τελευταίο χρυσοποίκιλτο μοντελάκι του επιτέλους) είπε να βγάλει και μία ... κορώνα. Κι επειδή τελευταία δεν πολυδιαβάζει και ασχολείται με τα συμβαίνοντα στην ελληνική κοινωνία, κάπου πήρε το αυτί του ότι γίνονται καταλήψεις, απεργίες και διαδηλώσεις. Ρώτησε λεπτομέρειες και πληροφορήθηκε τα  περαιτέρω. 
Έβγαλε ένα πρόχειρο συμπέρασμα για το τις πταίει αλλά ως σοφός Ιεράρχης είπε να μην 
το πει και απροκάλυπτα. Και για να κρατήσει τα προσχήματα το "σουλούπωσε" κάπως το κήρυγμα και του βγήκε η κορώνα ως εξής: «Ως Εκκλησία, είναι φυσικό να ενδιαφερόμαστε για τον τόπο μας και τα προβλήματά του. Προσπαθούμε και εμείς, να συνεισφέρουμε, ώστε τα προβλήματα να επιλύονται και οι άνθρωποι να βγαίνουν από τα αδιέξοδά τους και να ξαναβρίσκουν τον πραγματικό τους εαυτό. (tres sic)
Η Εκκλησία έχει τοποθετήσει σε πολύ υψηλό βάθρο τον θεσμό της οικογένειας. Και η διαφύλαξη αυτού του πρωτογενούς πυρήνα και βασικού συντελεστή για τη διατήρηση της κοινωνικής μας συνοχής, είναι γι’ Αυτή προτεραιότητα, αφού εντός της οικογένειας, και από βιοπαλαιστές γονείς σε αντίξοες συνθήκες, τίθενται γερά τα θεμέλια της διαμόρφωσης και μετέπειτα ανάπτυξης υγιών και με ήθος, προσωπικοτήτων της κοινωνίας μας σε συνδυασμό πάντοτε και με τον μόχθο που καταβάλλουν και οι εκπαιδευτικοί μας. (μεγάλη η πρόταση αλλά και μεγάλο το νόημά της. Το κατανοείς στη δεύτερη ανάγνωση)
Είναι λοιπόν αποδεδειγμένη η ανάγκη της άρρηκτης και, ει δυνατόν αδιατάρακτης, συνεργασίας αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των γονέων, των μαθητών και των εκπαιδευτικών προς όφελος της κοινωνίας μας, η οποία βασίζει στη νεολαία της τις ελπίδες της για ένα πιο ποιοτικό αύριο.

Δεν σας κρύβω (γι' αυτό τον λατρεύω, γιατί δεν κρύβει ποτέ τίποτα) πως συμμερίζομαι απόλυτα την αγωνία για το αύριο, τόσο των γονέων και των μαθητών όσο και των δασκάλων και των καθηγητών τους, καθώς και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου που παρακολουθεί με έντονο προβληματισμό και ανησυχία τα τεκταινόμενα στον τόσο ευαίσθητο και νευραλγικό, για την κοινωνία μας, χώρο της Παιδείας.
(Και μπαίνουμε στο ρεφρέν) Θα ήθελα, λοιπόν, να απευθύνω έκκληση προς όλες τις κατευθύνσεις για καταλλαγή και πριμοδότηση του νηφάλιου διαλόγου και όχι των φαινομένων ενδοσχολικής ή εξωσχολικής βίας και αντιδικίας που αποδεδειγμένα αποβαίνουν σε βάρος όλων".

Αυτά είπε και ελάλησε ο εορτάζων κι αν ήταν εκεί ο Καραμανλής και η Κουτσίκου θα έβαζαν και ένα "Αμήν" στο τέλος. Και τώρα που τα μάθατε να καθίσετε και να τα σκεφτείτε καλά. Κι αν είστε γονείς να αφουγκραστείτε την αγωνία του και να ξεκινήσετε αύριο κιόλας διάλογο με τους εκπαιδευτικούς και ν' αποφύγετε τις αντιδικίες. Εν ανάγκη, βρε αδερφέ, δώστε τους και μία αύξηση. Τα παιδιά σας προσπαθούν να ξεστραβώσουν. Όλα από το Κράτος τα περιμένετε;
Αν πάλι είστε εκπαιδευτικοί, να αρχίσετε νηστεία πάραυτα (έτσι κι αλλιώς κατακεί το πάτε) να εξομολογηθείτε την αδιαλλαξία σας και με καταλλαγή και ταπεινότητα να ανοίξετε 
αμέσως τα σχολεία. Δεν φτάνει που πλήξατε την Πατρίδα, που προβληματίσατε την Θρησκεία, 
αλλά αποδομήσατε και την Οικογένεια. Και προκειμένου για τα οικονομικά σας να πάτε στα Φροντιστήρια να συμπληρώσετε το εισόδημά σας. Το Κράτος φρόντισε να έχετε εναλλακτικές λύσεις. Αμάν πια.

"Να ανοίξουν τα σχολεία άμεσα και μετά να αρχίσει ο διάλογος" είπε φεύγωντας στους δημοσιογράφους ο Εορτάζων.
Ποιός διάλογος; Των γονέων με τους εκπαιδευτικούς, είπαμε. Γιατί ζήτημα κυβέρνησης δεν τίθεται. Καθότι η κυβέρνηση ως γνωστόν "δεν μασάει" κι ο Χριστόδουλος από χθες μας "τα μασάει".

Σχετικοάσχετη υπόμνηση προς Σαλονικαίους: Σήμερα η εκκλησία μας τιμά την μνήμη του Οσίου Αβερκίου και αύριο του Οσίου Νικηφόρου. Ο Παπαγεωργόπουλος δεν αναφέρεται στους εορτάζοντες. Μην τα μπερδέψετε. 



 

buzz it!


Permalink για το "Χριστόδουλος σε τσακίρ κέφι με σουξεδάκι περί εκπαιδεύσεως"

21.10.06

"Γράφω γιατί δεν ήμουν προικισμένος"



Σε ένα δοκίμιό του γραμμένο το 1956 ο Ιτάλο Καλβίνο σημείωνε: «Τα πράγματα που μπορεί να ερευνήσει και να διδάξει η λογοτεχνία είναι λίγα αλλά αναντικατάστατα: ο τρόπος που βλέπουμε τον πλησίον μας και τους εαυτούς μας, ο τρόπος που συσχετίζουμε προσωπικά γεγονότα και γενικά γεγονότα, που αποδίδουμε αξία σε μικρά και σε μεγάλα πράγματα, που βρίσκουμε τις αναλογίες της ζωής και τη θέση της αγάπης μέσα σε αυτή και τη δύναμή της και το ρυθμό της, τη θέση του θανάτου και τον τρόπο που σκεφτόμαστε ή δεν σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας, που εξετάζουμε τα όρια και τα ελαττώματά μας και τους άλλους. Η λογοτεχνία μπορεί να διδάξει τη σκληρότητα, τον οίκτο, τη θλίψη, την ειρωνεία, το χιούμορ. Τα υπόλοιπα ας τα μάθουμε από αλλού, από την επιστήμη, από την ιστορία, από τη ζωή, όπου όλοι εμείς οφείλουμε να πηγαίνουμε συνεχώς για να τα διδαχθούμε».

Στις 13 Μαΐου του 1983 ο Καλβίνο απάντησε σε ερωτήσεις μαθητών από τα σχολεία του Πέζαρο. Ακολουθεί ένα εκτενές απόσπασμα από αυτήν την "ανέκδοτη" συνέντευξη. (πρωτοδημοσιεύτηκε σε λογοτεχνικό περιοδικό την δεκαετία του 90)

- Θα ήθελα να μάθω, αν είναι δυνατό, γιατί γράφετε;

«Είναι ένα ωραίο ερώτημα. Γράφω γιατί δεν ήμουν προικισμένος για το εμπόριο, δεν ήμουν προικισμένος για τον αθλητισμό, δεν ήμουν προικισμένος για τόσα άλλα πράγματα. Ημουν, για να χρησιμοποιήσω μια περίφημη φράση, ο ηλίθιος της οικογένειας. Ο Σαρτρ έγραψε μια βιογραφία του Φλομπέρ με τίτλο "Ο ηλίθιος της οικογένειας". Γενικά, όποιος γράφει είναι ένας ο οποίος, ανάμεσα στα τόσα πράγματα που προσπαθεί να κάνει, βλέπει ότι το να κάθεται στο γραφείο και να εξωτερικεύει τα πράγματα που βγαίνουν από το κεφάλι του και από την πένα του είναι ένας τρόπος για να ολοκληρώνει τον εαυτό του και για να επικοινωνεί. Μπορώ να πω ότι γράφω για να επικοινωνώ, επειδή η γραφή είναι ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνω να κάνω τα πράγματα να περνούν μέσα από εμένα, τα πράγματα που έρχονται σε μένα από την κουλτούρα που με περιβάλλει, από τη ζωή, από την εμπειρία, από τη λογοτεχνία που προηγήθηκε από μένα, στα οποία δίνω εκείνο το προσωπικό στοιχείο που έχουν όλες οι εμπειρίες οι οποίες περνούν μέσα από ένα ανθρώπινο πρόσωπο κι έπειτα ξαναμπαίνουν σε κυκλοφορία. Γι' αυτό γράφω. Για να γίνομαι εργαλείο κάποιου πράγματος που είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν, σχολιάζουν, κρίνουν, εκφράζουν τον κόσμο. Για να το κάνω να περάσει μέσα από μένα και για να το ξαναθέσω σε κυκλοφορία. Αυτός είναι ένας από τους τόσους τρόπους με τους οποίους ένας πολιτισμός, μια κουλτούρα, μια κοινωνία ζει αφομοιώνοντας εμπειρίες και ξαναθέτοντάς τες σε κυκλοφορία...»

- ... Τι είναι για σας ψυχαγωγία;  (Η ερώτηση δεν ακούγεται καθαρά).

«Εγώ νομίζω ότι η ψυχαγωγία είναι μια κοινωνική λειτουργία, αντιστοιχεί στην ηθική μου. Σκέφτομαι πάντα τον αναγνώστη που πρέπει να υποστεί όλες αυτές τις σελίδες. Χρειάζεται να ψυχαγωγηθεί, χρειάζεται να έχει και μια ανταμοιβή. Δεν είμαι μόνο εγώ που σκέφτομαι έτσι. Για παράδειγμα, ακόμη και ένας συγγραφέας πολύ προσεκτικός για τα περιεχόμενα, όπως ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, έλεγε ότι η πρώτη κοινωνική λειτουργία ενός θεατρικού έργου είναι η ψυχαγωγία. Εγώ νομίζω ότι η ψυχαγωγία είναι σοβαρό πράγμα».

- Η τάση του συγγραφέα Καλβίνο για φυγή από μια πραγματικότητα ρυθμιζόμενη από ορθολογικές αρχές συμφιλιώνεται με τον άνθρωπο Καλβίνο;

«Είναι ένα ερώτημα που περιέχει αρκετά ερωτήματα. Πρώτον, πρέπει να αναρωτηθώ αν εγώ φεύγω από μια ορθολογική πραγματικότητα ως συγγραφέας. Επειτα, αν φεύγω ως άνθρωπος. Κι έπειτα, αν αυτές οι δυο συμπεριφορές συμφιλιώνονται ή όχι.
Θα έλεγα ότι δεν γνωρίζω αν φεύγω από μια ορθολογική πραγματικότητα. Αναπαριστώ συχνά πράγματα παράξενα, πίσω από τα οποία υπάρχει όμως ένας συλλογισμός, υπάρχει ένα σχήμα, υπάρχει ένας μηχανισμός που μπορεί να εφαρμοστεί στην καθημερινή πραγματικότητα. Ενας μαθηματικός μιλάει για πράγματα που δεν υπάρχουν, αλλά οι υπολογισμοί του, οι εξισώσεις του μπορούν να εφαρμοστούν στα αντικείμενα του σύμπαντος. Ετσι και η εργασία ενός συγγραφέα φανταστικών ιστοριών, του οποίου οι επινοήσεις είναι παράξενες και δεν έχουν την αξίωση να θεωρηθούν αληθινές. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ο μηχανισμός τους, όπως συμβαίνει και με ένα μαθηματικό ή λογικό συλλογισμό.
Εγώ νομίζω πως υπάρχει μια λογική σε όλα όσα γράφω. Οι ανορθολογικοί συγγραφείς είναι άλλου τύπου, μπορεί να είναι παράξενοι συγγραφείς αλλά περισσότερο συνδεδεμένοι με στοιχεία της πραγματικότητας, στοιχεία του φυσιολογικού συναισθήματος της ύπαρξης. Υπάρχουν συγγραφείς που δίνουν ένα ισχυρότατο νόημα της ύπαρξης, της αγωνίας της ζωής και είναι εντελώς ρεαλιστικοί, αλλά είναι ρεαλιστικοί στο βαθμό που συλλαμβάνουν ψυχικές δυνάμεις, όψεις της ζωής που δεν μπορούν να οριστούν με ορθολογικούς όρους. Νομίζω ότι δεν ανήκω σε αυτόν τον τύπο συγγραφέων. Δεν νομίζω ότι είμαι πολύ προικισμένος για την ψυχολογία, για την ενδοσκόπηση. Εγώ είμαι, νομίζω, περισσότερο της ορθολογικότητας παρά της πραγματικότητας. Οσο για τη διαφορά ανάμεσα σε μένα ως άνθρωπο και σε μένα ως συγγραφέα, δεν ξέρω. Με τα χρόνια νομίζω ότι ταυτίζομαι όλο και περισσότερο με μένα ως συγγραφέα, επειδή στο βάθος δεν κάνω τίποτε άλλο, εκφράζομαι αποκλειστικά μέσα από αυτά που γράφω».

- Κατά τη γνώμη σας τι σημασία έχει σήμερα το βιβλίο για τους νέους σε μια κοινωνία που χειραγωγείται τόσο πολύ από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης;

«Το βιβλίο είναι διαφορετικό πράγμα. Το βιβλίο είναι εκείνο το πράγμα που κάποια στιγμή το σταματάς, το κλείνεις (και την τηλεόραση μπορείς να την κλείσεις) αλλά το βιβλίο βρίσκεται εκεί, το κλείνεις, το ξαναγοίγεις, μπορείς να σταματήσεις σε μια φράση και να την ξαναδιαβάσεις πολλές φορές, να στοχαστείς γι' αυτήν. Νομίζω ότι η λειτουργία του βιβλίου είναι αναντικατάστατη. Εγώ δεν είμαι από εκείνους που εκφωνούν ιερεμιάδες για την αποβλάκωση της τηλεόρασης, των κασετών, των δίσκων κ.λπ. Χρειάζεται να ζούμε στον καιρό μας. Χρειάζεται να αντλούμε ό,τι καλό μπορεί να αντληθεί από τα μέσα που έχουμε στη διάθεσή μας. Ωστόσο, τα βιβλία είναι αναντικατάστατα. Μπορεί να κάνει κανείς μια μικρή προσπάθεια, αλλά έπειτα βλέπει ότι άξιζε τον κόπο. Αν κάποιος δεν θέλει να διαβάζει βιβλία, δεν είναι καθόλου υποχρεωμένος να το κάνει. Πρέπει να είναι κάτι που τον διασκεδάζει, που τον παθιάζει, στο οποίο βρίσκει μια αλήθεια που δεν βρίσκεται πουθενά αλλού».

- Αν συναντούσατε ένα πρόσωπο κουρασμένο από την ύπαρξή του, τι θα του λέγατε για να το επανασυνδέσετε με τη ζωή, για να του δείξετε ότι αξίζει τον κόπο να ζει;

«Είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα. Δεν θα έλεγα ποτέ σε κάποιον ο οποίος δηλώνει κουρασμένος από την ύπαρξή του: "Α, η ζωή είναι τόσο ωραία!". Οχι, θα του έλεγα ότι η ζωή είναι γεμάτη μπελάδες και σκοτούρες. Και καλά να σου πηγαίνει, θα έχεις πάντοτε σκοτούρες, θα έχεις πάντοτε βάσανα. Αν είσαι θλιμμένος επειδή δεν έχεις μια αγάπη, βλέπεις ότι μόλις θα αποκτήσεις την αγάπη θα γεννηθούν ένα σωρό βάσανα που δεν τα φαντάζεσαι. Οποιοδήποτε θετικό πράγμα θα σου δίνει ακόμη περισσότερα βάσανα. Αυτή είναι η ζωή και μόνο μέσα σε αυτή τη ζωή, σε ένα ορισμένο σημείο, θα βρεις κάτι που αξίζει τον κόπο.

Αυτό που θα σου δοθεί θα σου δοθεί και μέσα από τον πόνο, μέσα από την πλήξη, μέσα από όλα αυτά τα πράγματα. Αυτό θα του έλεγα. Και θα προσπαθούσα να μην του παρουσιάσω τη ζωή ρόδινη. Η ζωή δεν είναι ρόδινη, αλλά ακριβώς γι' αυτό είναι το στοιχείο μας, επομένως κάποιος που έχει προβλήματα είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα της ζωής, την αισθάνεται περισσότερο από κάποιον που είναι απολύτως αδιάφορος ή από εκείνον που τα πράγματα του πάνε καλά...».

Σημείωση: Άλλοι γράφουν γιατί ζουν έντονα. Κι άλλοι για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Υπάρχουν βέβαια πάντα και μερικοί που ζουν για να γράφουν. Και κάποιοι -λιγότεροι- που γράφουν για να ζουν. Ο Μπαουντολίνο έλεγε πως ήταν καλύτερα όσο ήξερε μόνο να γράφει. Όταν άρχισε να διαβάζει τα βρήκε σκούρα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το ""Γράφω γιατί δεν ήμουν προικισμένος""

20.10.06

Η αποχή των εκλογών, ο Φουκώ και ο Τσόμσκι

Πόσο δικαίωμα έχουμε στην μετακίνηση απόψεων?
Μπορείς σήμερα να στέκεσαι εδώ κι αύριο να βρεθείς παρακάτω? Πολλοί το μέμφονται ως
αστάθεια. Προσωπικά, κάπως έτσι εννοώ την έννοια της εξέλιξης. Μόνο που έχει κόστος να
αποδέχεσαι τις λάθος εκτιμήσεις σου. Με κίνδυνο κάποτε να φανείς και ανόητος. Ο λόγος για την περιβόητη αποχή από τις πρόσφατες εκλογές και την σημειολογία της. Σκέφτομαι πως θέλει ανοιχτό ορίζοντα για να δέχεσαι τα συμβαίνοντα και να επαναπροσδιορίζεις σκέψεις. 

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γή, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα,
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -- σαν νεκρός -- θαμένη.

Πριν τις εκλογές επέμενα -μονότονα ίσως- ότι η συμμετοχή είναι δείγμα ωριμότητας. Κι αυτό γιατί οι δημοτικές εκλογές αφορούν την γειτονιά μας και τον μικρόκοσμό  μας. Αφορούν την πόλη που ζούμε κι απλώνουμε την καθημερινότητά μας. Κι όλα αυτά όχι στο πρίσμα του "εγώ" αλλά του "εμείς". Του πως συμβιώνουμε και συναποδεχόμαστε τις επιλογές που μας δόθηκαν. Του πως επικοινωνούμε μεταξύ μας και μοιραζόμαστε τα όσα (λίγα και λειψά ίσως) απαρτίζουν την περιώνυμη ποιότητα της ζωής μας. Όχι στις "παροχές" αλλά στις "αποδοχές" μας.
Στον χώρο που αφήνουμε για συνύπαρξη με τους άλλους.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμό αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα».

Τελευταία επιμένουμε να συγχέουμε τις ψήφους με το οικονομικό αλισβερίσι (τι μου δίνεις? τι μου προσφέρεις? τι μου υπόσχεσαι?) μετατρέποντας τους υποψηφίους μας σε "ψεύτες ψαράδες" που συναγωνίζονται -εφάμιλλα με το σχετικό ανέκδοτο- στο ποιός αλίευσε το μεγαλύτερο ψάρι στην σφαίρα του ... ανέφικτου.
Κάπως έτσι έφτασαν γραφικά σχεδόν -δουλωμένοι στις επιθυμίες μας, "φύλακες και φυλακισμένοι τα ίδια κάγκελα κοιτούν, αλλά από άλλη γωνία"- να μας τάζουν
όσα αδυνατούν να πραγματοποιήσουν.
Κοροϊδεύοντας ταυτόχρονα και τα δικά τους αδιέξοδα και τα δικά μας.  Πόλεις πανέμορφες και πεντακάθαρες ανέτειλαν στα προγράμματά τους, ανθρώπινες, φιλικές και ... ουτοπικές. Γιατί πως να χωρέσεις το "ποθούμενο" στο εφικτό? Δύσκολο ως αδύνατον.

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.

Τους αθωώνω? Όχι. Συλλογικά τους αθωώσαμε πλανεμένοι από το κάλλος του ίδιου ονείρου και υποψιασμένοι πια ότι πρόκειται απλά για .. όνειρο. Και κάπου εκεί υποκύπτει καθείς "στο δικό του παραμύθι" που λέει κι ο στίχος.
Το δικό μου ήταν η "συμμετοχή". Επέμενα πως αν το σύστημα της δημοκρατίας μας προσφέρει μία ευκαιρία να εκφέρουμε άποψη δεν σκόπευα να την χαρίσω σε κανέναν. Και καθώς το σύστημα το πολεμάς είτε γυρνώντας του την πλάτη σου, είτε καθήμενος σαν ενοχλητική αλογόμυγα στη δική του πλάτη, προσωπικά (και εξ ονόματος ίσως) προτιμούσα το δεύτερο. Εξακολουθώ να το προτιμώ και σήμερα, μόνο που αρχίζω να δέχομαι πια και την εκ διαμέτρου αντίθετη επιλογή της πλήρους αποστασιοποιήσης.
Ως παιδί της εποχής του "ήμουν κι εγώ εκεί" δυσκολεύομαι ίσως να αντιληφθώ την έννοια του "θα κάτσω σπίτι". Ο ένας στους δύο περίπου σ' αυτές τις εκλογές έκατσε σπίτι. Μπορεί από βαριεστιμάρα, μπορεί από αηδία, μπορεί από κούραση, μπορεί όμως κι από συνειδητή επιλογή.
Προσπαθώ φιλότιμα -όσο ξεμακραίνουμε από το αποτέλεσμα- να τον καταλάβω.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -- μη ελπίζεις --
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γή την χάλασες.


Σε μία συζήτηση που οργάνωσε το Ολλανδικό Ραδιοτηλεοπτικό Ίδρυμα στα πλαίσια του  International Philosopher’s Project  το 1971, συνομίλησαν ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Μισέλ Φουκώ για την ανθρώπινη φύση. Κάπου εκεί λοιπόν υπάρχει μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση για τον τύπο των κοινωνιών που δημιούργησαν οι δημοκρατίες μας.
Και ο Φουκώ λέει:
Όχι, δεν έχω την παραμικρή πεποίθηση ότι μπορούμε να θεωρήσουμε την κοινωνία μας δημοκρατική. {Γελάει}.
Αν με τη λέξη «δημοκρατία» εννοούμε την πραγματική άσκηση της εξουσίας από έναν πληθυσμό που δεν είναι ούτε διαιρεμένος ούτε διατεταγμένος ιεραρχικά σε τάξεις, τότε είναι φανερό ότι απέχουμε πολύ από τη δημοκρατία. Είναι ολοφάνερο όμως ότι ζούμε κάτω από ένα καθεστώς δικτατορίας της τάξης, εξουσίας της τάξης, που επιβάλλεται με τη βία, ακόμη κι όταν τα όργανα αυτής της βίας είναι θεσμικά και συνταγματικά, και στο βαθμό αυτόν δεν τίθεται ζήτημα δημοκρατίας για μας. Όταν με ρωτήσατε γιατί ενδιαφέρομαι για την πολιτική, αρνήθηκα να απαντήσω γιατί το θεώρησα προφανές. Ίσως όμως η ερώτησή σας να ήταν: με ποιον τρόπο ενδιαφέρομαι γι’ αυτή; Κι αν μου κάνατε αυτή την ερώτηση, και κατά μια έννοια θα έλεγα ότι την κάνατε, θα σας έλεγα ότι έχω προχωρήσει λιγότερο, ότι δεν πάω τόσο μακριά όσο ο κ. Τσόμσκι. Με άλλα λόγια παραδέχομαι ότι δεν είμαι σε θέση να ορίσω, ούτε να προτείνω για λόγους ακόμη πιο σοβαρούς, ένα ιδανικό κοινωνικό μοντέλο για τη λειτουργία της επιστημονικής ή τεχνολογικής μας κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, ένα από τα καθήκοντα που μου φαίνεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο άμεσο και επιτακτικό είναι το εξής: θα πρέπει να δείξουμε και να ξεσκεπάσουμε, ακόμη κι αν είναι κρυμμένες, όλες τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας οι οποίες ελέγχουν στην πραγματικότητα το κοινωνικό σώμα και το καταπιέζουν ή το καταστέλλουν. Μ’ αυτό θέλω να πω το εξής: συνηθίζεται να πιστεύεται, τουλάχιστον στην ευρωπαϊκή κοινωνία, ότι η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της κυβέρνησης και ασκείται μέσω ενός αριθμού ιδιαίτερων θεσμών, όπως η διοίκηση, η αστυνομία, ο στρατός και ο κρατικός μηχανισμός. Ξέρουμε ότι όλοι αυτοί οι θεσμοί έγιναν για να επεξεργάζονται και να μεταβιβάζουν έναν ορισμένο αριθμό αποφάσεων, στο όνομα του έθνους ή του κράτους, ώστε να εφαρμόζονται και να τιμωρούν όσους δεν υπακούουν. Πιστεύω όμως ότι η πολιτική εξουσία ασκείται επίσης με τη μεσολάβηση ενός ορισμένου αριθμού θεσμών που μοιάζει να μην έχουν τίποτε κοινό με την πολιτική εξουσία και να ‘ναι ανεξάρτητοι από αυτήν ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Αυτό είναι γνωστό σε σχέση με την οικογένεια, γνωρίζουμε επίσης ότι το πανεπιστήμιο και γενικά όλα τα συστήματα διδασκαλίας, τα οποία φαίνονται απλώς να διασπείρουν τη γνώση, έγιναν με σκοπό να διατηρήσουν στην εξουσία μια ορισμένη κοινωνική τάξη και να αποκλείσουν τα όργανα της εξουσίας από μια άλλη κοινωνική τάξη. Θεσμοί γνώσης, πρόνοιας και μέριμνας, όπως η ιατρική, επίσης βοηθούν στη στήριξη της πολιτικής εξουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό είναι φανερό, μέχρι και σκανδαλώδες, όσον αφορά την ψυχιατρική.
Νομίζω ότι το αληθινό πολιτικό καθήκον σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι να ασκήσουμε κριτική στη λειτουργία των θεσμών, που μοιάζουν να είναι ουδέτεροι και ανεξάρτητοι, να τους ασκήσουμε κριτική και να τους προσβάλουμε με τέτοιον τρόπο ώστε η πολιτική βία, η οποία πάντοτε ασκούνταν συγκαλυμμένα μέσω αυτών, να αποκαλυφθεί, για να μπορέσουμε στη συνέχεια να την πολεμήσουμε.
Αυτή η κριτική και αυτή η μάχη μου φαίνονται ουσιαστικές για διάφορους λόγους: πρώτον, επειδή η πολιτική εξουσία πηγαίνει πολύ πιο βαθιά απ’ όσο υποψιαζόμαστε. Υπάρχουν κέντρα και αόρατα, ελάχιστα γνωστά σημεία υποστήριξης, η αληθινή της αντίσταση και στερεότητα ίσως να βρίσκονται εκεί που δεν το περιμένουμε. Πιθανώς δεν αρκεί να λέμε ότι πίσω από τις κυβερνήσεις, πίσω από τον κρατικό μηχανισμό, υπάρχει η κυρίαρχη τάξη. Πρέπει να εντοπίσουμε το σημείο δράσης, τις θέσεις και τις μορφές με τις οποίες ασκείται η κυριαρχία της. Και επειδή η κυριαρχία αυτή δεν είναι απλά η έκφραση με πολιτικούς όρους της οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά το όργανό της και, κατ’ επέκταση, η συνθήκη που την καθιστά δυνατή, η κατάργηση της μιας πετυχαίνεται μέσω της πλήρους σύλληψης της άλλης. Αν λοιπόν δεν καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε αυτά τα σημεία στήριξης της ταξικής εξουσίας, κινδυνεύουμε να τα αφήσουμε να συνεχίσουν να υπάρχουν, και να δούμε αυτή την ταξική εξουσία να ανασυγκροτείται ακόμα και ύστερα από μια εμφανώς επαναστατική πορεία.

Ο Τσόμσκι εγκρίνει και επαυξάνει:
Θα συμφωνήσω με αυτά, όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πράξη. Υπάρχουν, δηλαδή, δύο διανοητικά καθήκοντα: το πρώτο, το οποίο πραγματεύτηκα, είναι να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε το όραμα μιας μελλοντικής δίκαιης κοινωνίας, δηλαδή να δημιουργήσουμε, αν θέλετε, μια ουμανιστική κοινωνική θεωρία η οποία θα βασίζεται, αν είναι δυνατόν, σε κάποια σταθερή και ανθρώπινη έννοια της ανθρώπινης ουσίας ή της ανθρώπινης φύσης. Το ένα καθήκον είναι αυτό. Το άλλο καθήκον είναι να κατανοήσουμε πολύ καλά τη φύση της εξουσίας, της καταπίεσης και της τρομοκρατίας στην κοινωνία μας. Και αυτό σίγουρα περιλαμβάνει τους θεσμούς που μνημονεύσατε, όπως και τους κεντρικούς θεσμούς κάθε βιομηχανικής κοινωνίας, δηλαδή τους οικονομικούς, εμπορικούς και χρηματιστικούς θεσμούς και ιδίως, στην περίοδο που έρχεται, τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, που δεν βρίσκονται και πολύ μακριά μας απόψε {π.χ. η Φίλιπς στο Αϊντχόβεν}.
Αυτοί είναι οι βασικοί θεσμοί καταπίεσης, καταναγκασμού και αυταρχικού κανονισμού, οι οποίοι θέλουν να φαίνονται ουδέτεροι σε πείσμα όλων όσων λένε: λοιπόν, είμαστε υποταγμένοι στη δημοκρατία της αγοράς, και αυτό πρέπει να κατανοηθεί με όρους ακριβώς της αυταρχικής τους εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιαίτερης μορφής του αυταρχικού ελέγχου, που προέρχεται από την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς σε μια κοινωνία ανισότητας. Σίγουρα πρέπει να κατανοήσουμε αυτά τα γεγονότα, κι όχι μόνο να τα κατανοήσουμε αλλά και να τα πολεμήσουμε. Και πραγματικά, η ανάμειξη κάποιου στην πολιτική, στην οποία ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας και της προσπάθειάς του, μου φαίνεται ότι πρέπει να τοποθετείται αναμφισβήτητα σ’ αυτή την περιοχή. Δεν θέλω να μιλήσω προσωπικά αλλά η δική μου ανάμειξη τοποθετείται σίγουρα σ’ αυτή την περιοχή, και υποθέτω και των άλλων.
Ακόμη, θα ήταν κρίμα να παραμερίζουμε εντελώς το κάπως πιο αφηρημένο και φιλοσοφικό καθήκον που έγκειται στο να προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε τις συνδέσεις ανάμεσα σε μια έννοια της ανθρώπινης φύσης που αφήνει ανοικτό πεδίο δράσης στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια και στη δημιουργικότητα και σε άλλα θεμελιώδη ανθρώπινα χαρακτηριστικά, και να τη συνδέσουμε με κάποια γενική ιδέα κοινωνικής δομής όπου θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν αυτές οι ιδιότητες και να υπάρξει μια γεμάτη νόημα ανθρώπινη ζωή. Και πραγματικά, αν σκεφτόμαστε τον κοινωνικό μετασχηματισμό ή την κοινωνική επανάσταση, αν και θα ‘ταν παράλογο φυσικά να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε λεπτομερειακά το στόχο που ελπίζουμε να πετύχουμε, και πάλι θα πρέπει να ξέρουμε κάτι για το πού νομίζουμε ότι βαδίζουμε, και μια τέτοια θεωρία ίσως να μας το πει.
................................................................................................................................................
Θα είμαι περισσότερο προσεκτικός όσον αφορά αυτό το θέμα γιατί, σύμφωνα με μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη του κ. Φουκώ, στην οποία θα ήθελα να επιστρέψω, δεν αφήνουμε αναγκαστικά το κράτος να ορίσει τι είναι νόμιμο. Τώρα, το κράτος έχει την εξουσία να ενισχύει μια ορισμένη αντίληψη του τι είναι νόμιμο, αλλά η εξουσία δεν συνεπάγεται τη δικαιοσύνη ή και την ορθότητα. Έτσι το κράτος μπορεί να ορίζει κάτι ως πολιτική ανυπακοή και να ‘χει άδικο σ’ αυτό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, το κράτος ορίζει ως πολιτική ανυπακοή το να εκτροχιάσεις, ας πούμε, ένα τρένο με πολεμοφόδια που πάει στο Βιετνάμ, και το κράτος έχει άδικο που ορίζει αυτό ως πολιτική ανυπακοή, γιατί είναι νόμιμο και σωστό και πρέπει να γίνεται. Είναι σωστό να κάνεις ενέργειες που αποτρέπουν τις εγκληματικές πράξεις του κράτους, όπως είναι σωστό να παραβιάσεις τον κώδικα της οδικής κυκλοφορίας για να αποτρέψεις ένα φόνο.
..................................................................................................................................................
Λοιπόν, το διεθνές δίκαιο είναι από πολλές απόψεις το όργανο του ισχυρού: είναι δημιούργημα των κρατών και των αντιπροσώπων τους. Όταν ανέπτυσσαν το υπάρχον σώμα του διεθνούς δικαίου, δεν υπήρχε συμμετοχή των μαζικών κινημάτων των αγροτών.
Η δομή του διεθνούς δικαίου αντανακλά αυτό το γεγονός: δηλαδή, το διεθνές δίκαιο επιτρέπει μια ευρείας κλίμακας δυναμική παρέμβαση με στόχο την υποστήριξη των υπαρχουσών δομών εξουσίας, που ορίζουν τους εαυτούς τους ως κράτη, εναντίον των συμφερόντων των λαϊκών μαζών που οργανώνονται σε αντίθεση προς τα κράτη. Τώρα, αυτό είναι ένα βασικό μειονέκτημα του διεθνούς δικαίου, και νομίζω ότι είναι κανείς δικαιωμένος όταν εναντιώνεται σ’ αυτή την όψη του διεθνούς δικαίου θεωρώντας ότι δεν έχει ισχύ, ότι δεν έχει περισσότερη ισχύ απ’ ότι το θεϊκό δίκαιο των βασιλιάδων. Είναι απλά ένα όργανο για να κρατήσουν οι δυνατοί την εξουσία τους.

ΦΟΥΚΩ: Αλλά, αν η δικαιοσύνη διακυβεύεται σε μια πάλη, τότε είναι ένα όργανο εξουσίας, δεν ελπίζουμε ότι τελικά μια μέρα, σ’ αυτήν ή σε μια άλλη κοινωνία, οι άνθρωποι θα ανταμείβονται ανάλογα με την αξία τους και θα τιμωρούνται ανάλογα με τα σφάλματά τους. Αντί να σκεφτόμαστε τον κοινωνικό αγώνα με όρους «δικαιοσύνης», θα πρέπει μάλλον να δώσουμε έμφαση στη δικαιοσύνη με όρους κοινωνικού αγώνα.
ΤΣΟΜΣΚΙ: Θα ήθελα να επαναδιατυπώσω κάπως αυτό που είπατε. Μου φαίνεται ότι η διαφορά δεν είναι μεταξύ νομιμότητας και ιδανικής δικαιοσύνης. Είναι μάλλον μεταξύ νομιμότητας και καλύτερης δικαιοσύνης. Συμφωνώ ότι δεν είμαστε βέβαια σε θέση να δημιουργήσουμε ένα σύστημα ιδανικής δικαιοσύνης, όπως δεν είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε και μια ιδανική κοινωνία μέσα στο μυαλό μας. Δεν ξέρουμε πολλά και είμαστε πολύ περιορισμένοι και πολύ προκατειλημμένοι, κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Αλλά είμαστε σε θέση – και πρέπει να ενεργήσουμε ως ευαίσθητα και υπεύθυνα ανθρώπινα όντα σ’ αυτή τη θέση – να φανταστούμε και να κινηθούμε προς τη δημιουργία μιας καλύτερης κοινωνίας και επίσης ενός καλύτερου συστήματος δικαιοσύνης. Τώρα, αυτό το καλύτερο σύστημα δικαιοσύνης θα έχει σίγουρα τις ατέλειές του. Αν όμως κανείς συγκρίνει το καλύτερο σύστημα με το υπάρχον σύστημα, χωρίς να μπερδεύεται και να σκέφτεται ότι το καλύτερο σύστημά μας είναι και το ιδανικό σύστημα, τότε μπορούμε να επιχειρηματολογήσουμε ως εξής: Η έννοια της νομιμότητας και η έννοια της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημες, δεν είναι ούτε εντελώς διακριτές. Στο μέτρο που η νομιμότητα ενσωματώνει τη δικαιοσύνη με την έννοια της καλύτερης δικαιοσύνης, αναφερόμενη σε μια καλύτερη κοινωνία, τότε θα πρέπει να υπακούμε στο νόμο και να τον ακολουθούμε, να αναγκάσουμε το κράτος να υπακούσει στο νόμο, και τις μεγάλες εταιρείες το ίδιο, και την αστυνομία το ίδιο, αν βέβαια έχουμε τη δύναμη να το κάνουμε. Φυσικά, σε κείνες τις περιοχές όπου το νομικό σύστημα αντιπροσωπεύει όχι την καλύτερη δικαιοσύνη αλλά μάλλον τις τεχνικές καταπίεσης που έχουν κωδικοποιηθεί σ’ ένα ιδιαίτερο αυταρχικό σύστημα, εκεί ένας λογικός άνθρωπος θα τις περιφρονήσει και θα εναντιωθεί σ’ αυτές, τουλάχιστον θεωρητικά, αφού μπορεί ίσως, για κάποιους λόγους, να μην το κάνει στην πράξη.
...................................................................................................................................................
ΦΟΥΚΩ: Αν έπρεπε να πω από ποιά αρρώστια έχει προσβληθεί περισσότερο η σύγχρονη κοινωνία μας; Ο ορισμός της αρρώστιας και του τρελού και η ταξινόμηση του τρελού έγινε με τέτοιον τρόπο ώστε να αποκλείεται από την κοινωνία μας ένας ορισμένος αριθμός ανθρώπων. Αν η κοινωνία μας χαρακτήριζε τον εαυτό της τρελό, τότε θα απέκλειε τον εαυτό της. Προφασίζεται ότι το κάνει για λόγους εσωτερικής μεταρρύθμισης. Κανένας δεν είναι πιο συντηρητικός από κείνους τους ανθρώπους που λένε ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει προσβληθεί από νευρικό άγχος ή σχιζοφρένεια. Στην πραγματικότητα είναι ένας δόλιος τρόπος για να αποκλείσεις ορισμένους ανθρώπους ή ορισμένους τύπους συμπεριφοράς. Γι’ αυτό δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να πει έγκυρα, παρά μόνο μεταφορικά ή εν είδη παιχνιδιού, ότι η κοινωνία μας είναι σχιζοφρενική ή παρανοϊκή, εκτός κι αν δίνει σ’ αυτές τις λέξεις ένα μη ψυχιατρικό νόημα. Αλλά, αν με εξωθούσατε στα άκρα, θα έλεγα ότι η κοινωνία μας έχει προσβληθεί από μια ασθένεια, μια πολύ περίεργη, πολύ παράδοξη ασθένεια, που δεν της έχουμε δώσει ακόμη όνομα. Κι αυτή η ψυχική ασθένεια έχει ένα πολύ περίεργο σύμπτωμα το οποίο είναι ότι το ίδιο το σύμπτωμα γέννησε την ψυχική ασθένεια. Σας την είπα λοιπόν.
....................................................................................................................................................
ΤΣΟΜΣΚΙ: Ναι, εγώ όμως υποστηρίζω το εξής: αν είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε δύο πράγματα, να εμπιστευτούμε τη συγκεντρωμένη εξουσία όσον αφορά τη λήψη της σωστής απόφασης σ’ αυτό το θέμα, ή να εμπιστευτούμε τις ελεύθερες συνενώσεις των ελευθεριακών κοινοτήτων όσον αφορά το ίδιο θέμα, τότε θα επέλεγα το δεύτερο. Και ο λόγος είναι ότι πιστεύω πως αυτές μπορούν να μεγιστοποιήσουν τα ευπρεπή ανθρώπινα ένστικτα, ενώ το σύστημα της συγκεντρωμένης εξουσίας γενικά τείνει να μεγιστοποιεί το χειρότερο απ’ όλα τα ανθρώπινα ένστικτα, δηλαδή το ένστικτο της αρπακτικότητας, της καταστροφικότητας, της συσσώρευσης εξουσίας στον ένα και της καταστροφής των άλλων. Είναι ένα είδος ενστίκτου που εμφανίζεται και λειτουργεί σε ορισμένες ιστορικές συνθήκες, και νομίζω ότι θέλουμε να δημιουργήσουμε το είδος της κοινωνίας όπου αυτό μπορεί να κατασταλεί και να αντικατασταθεί από άλλα πιο υγιή ένστικτα.


Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Η αποχή των εκλογών, ο Φουκώ και ο Τσόμσκι"

18.10.06

Περί έρωτος και άλλων .. διαμονίων


Πόσο απέχει η τρέλα από τον έρωτα? Κι αν η ψυχή έχει τα δικά της τοπία ποιός είναι ο δεύτερος πλανήτης της? Ο Ουμπέρτο Γκαλιμπέρτι είναι ίσως ο μόνος ιταλός στοχαστής που ασκεί ταυτόχρονα το "επάγγελμα" του φιλοσόφου και εκείνο του ψυχαναλυτή. Έβαλε τον έρωτα στο μικροσκόπιο. Κι από δίπλα την τρέλα. Να δείξει πόσο κοντά είναι και πόσο απέχουν. Στο βιβλίο του με τίτλο "Τοπία ψυχής" γράφει:

"Υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις ελληνικές τραγωδίες και στις τραγωδίες του Σαίξπηρ. Οι πρώτες έχουν για πρωταγωνιστή τη Μοίρα, με την οποία συγκρούονται οι ανθρώπινες προθέσεις, οι δεύτερες έχουν για πρωταγωνιστή την Τρέλα, που συσκοτίζει το νου του Ληρ, του Άμλετ, του Μάκβεθ, του Οθέλου. Τρέλα με διάφορες μορφές, με ή χωρίς μέθοδο στα παραληρήματά της, αλλά πάντα τρέλα που, όταν δεν πλανιέται στα μονοπάτια της εξουσίας, τριγυρνάει στα πιο απόκρυφα, αλλά όχι λιγότερο σπαρακτικά, της τρέλας του έρωτα.

Αν δεν κατανοήσουμε τη στενή σχέση ανάμεσα στην Τρέλα και στον Ερωτα, δεν θα καταλάβουμε ότι ο Ερωτας, όπως ήδη είχε διαισθανθεί ο Πλάτων, είναι η υψηλότερη μορφή τρέλας, δεν θα καταλάβουμε γιατί, από τον Ξενοφώντα ώς τον Σαίξπηρ, το δράμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιστρέφει στη δυτική λογοτεχνία σαν κύμα που πλησιάζει και αποτραβιέται, σχεδιάζοντας με τα σκαμπανεβάσματα και το ρυθμό του το τοπίο που εμείς οι δυτικοί γνωρίζουμε ως τοπίο του έρωτα.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι ήρεμο, δεν είναι λεπτότητα, εμπιστοσύνη, παρηγοριά. Ο έρωτας δεν είναι κατανόηση, συμμετοχή, ευγένεια, σεβασμός, πάθος που αγγίζει την ψυχή ή μολύνει τα σώματα. Ο έρωτας δεν είναι σιωπή, ερώτηση, απάντηση, σφραγίδα αιώνιας πίστης, κατακερματισμός άλλοτε κοινών προθέσεων, προδοσία ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, ναυάγιο ονείρων στο ξύπνημα. Ο έρωτας είναι ν' αγγίζεις τα όρια του ανθρώπου.
Ο Πλάτων γράφει: "Οι ερωτευμένοι που περνούν μαζί τη ζωή τους δεν μπορούν να πουν τι ακριβώς θέλουν ο ένας από τον άλλο. Σίγουρα δεν είναι δυνατό να πιστέψουμε ότι μόνο η ανταλλαγή των σαρκικών ηδονών είν' αυτό που τους κάνει να νιώθουν έναν τόσο έντονο πόθο να βρίσκονται μαζί.

Είναι λοιπόν φανερό ότι η ψυχή του καθενός θέλει κάτι άλλο και δεν είναι σε θέση να το πει και έτσι το εκφράζει με αόριστα προαισθήματα, σαν να μαντεύει μέσα σε αινιγματικά και σκοτεινά βάθη". Δεν είναι ανάγκη να διαβάζουμε τον Πλάτωνα κατά τρόπο "πλατωνικό", δηλαδή ασκητικό, εποικοδομητικό, χριστιανικό.

Δεν είναι ανάγκη να θεωρούμε την ταπείνωση του σώματος ταπείνωση των ηδονών, των παθών, της σεξουαλικότητας. Ο Πλάτων κοιτάζει πιο ψηλά. Τα προβλήματα που τον απασχολούν είναι το ρητό και το άρρητο, δηλαδή οι κανόνες της λογικής και οι άβυσσοι της τρέλας.

Κοιτάζοντας "τα του έρωτα" ή, όπως λέει το ελληνικό κείμενο, τα αφροδίσια, ο Πλάτων αναρωτιέται τι μπορεί ή δεν μπορεί να πει η ψυχή μέσω αυτών. Και όπου το λέγειν διακόπτεται και ο κανόνας δεν αρκεί για να μπορέσει να εκφραστεί η λέξη, ανοίγεται το σκοτεινό φόντο του προαισθήματος και του αινίγματος. Ο έρωτας ανήκει στο αίνιγμα και το αίνιγμα στην τρέλα.

Ακόμα κι η τρέλα είναι για τον Πλάτωνα μια εμπειρία της ψυχής, όχι υπό την έννοια της ψυχικής κατάρρευσης, του κλεισίματος της ψυχής μπροστά στο νόημα, της άμβλυνσης της τάξης των νοημάτων, αλλά υπό την έννοια της επίγνωσης ότι οι εμπειρίες της ψυχής ξεφεύγουν από οποιαδήποτε απόπειρα που επιζητά να τις καθηλώσει και να τις ταξινομήσει σε μια ταχτική σειρά.

Διότι, πέρα από τη λογική τάξη, η ψυχή νιώθει ότι το σύνολο της διαφεύγει, ότι το μη-νόημα μολύνει το νόημα, ότι το πιθανό υπερβαίνει το πραγματικό, ότι κάθε προσπάθεια συνολικής κατανόησης αναδύεται μέσα από το αβυσσαλέο υπόβαθρο που είναι χάος, άνοιγμα, στόμιο, διαθεσιμότητα όλων των νοημάτων όπου μπορείς να φτάσεις όχι με τις ταξινομημένες λέξεις του Εγώ, αλλά με την κατάρρευση του Εγώ, το οποίο δεν προβάλλει πια αντίσταση στην εμφάνιση εκείνου του τοπίου που παραμορφώνει τη συνηθισμένη του κατοικία, δηλαδή του τοπίου του Ερωτα.

Για το λόγο αυτό, ο Σωκράτης, ενώ κατευθύνεται μαζί με τον Αριστόδημο στο σπίτι του Αγάθωνα για να συζητήσουν για τα ερωτικά, καταλαμβάνεται από μια κρίση ατοπίας, όρο που συνήθως εκλαμβάνουμε ως αποξένωση, "παραξενιά', μα που ίσως θα ήταν καλύτερα να λέγαμε "μετα-τόπιση" (ά-τοπος). Κι όμως, ο έρωτας είναι πράγματι μια έξοδος από τον τόπο, όπου συνήθως εξελίσσεται η ζωή, δημιουργεί μια μετέωρη κατάσταση, όπου ο χώρος και ο χρόνος χάνουν τις διαστάσεις και τη διάρκειά τους. Ξένος προς την τακτική πορεία και ροή της καθημερινότητας, ο έρωτας είναι άτοπος, είναι εκτός τόπου.

Πράγματι, τα ερωτικά δεν ανήκουν στην αφήγηση της λογικής ψυχής, διότι ενώπιόν τους η ψυχή υφίσταται μια μετατόπιση (ατοπία), η οποία, μετακινώντας το καθεστώς των κανόνων της, εξασθενεί την κατοχή της ψυχής. Η πορεία της διακόπτεται από κάτι υπεβάλλον που, κατακερματίζοντας τη ροή του λόγου και την τάξη της ομιλίας, οδηγεί προς διαδρομές διαφυγής, τις οποίες η ψυχή αδυνατεί ν' ακολουθήσει. Οι παρορμήσεις και οι πόθοι, ξεσπώντας ως ανεξέλεγκτα σημαίνοντα μες στην τάξη των καθιερωμένων σημαινομένων, παράγουν εντός του νοήματος ένα αντίθετο νόημα που βάζει τις ομιλίες να περιστρέφονται, χωρίς να τις ακινητοποιεί γύρω από έναν ιδανικό μηχανισμό, μηχανισμό συν-δέσμου, στον οποίο η ψυχή κατέληξε με χίλιους κόπους.

Το να παραδίδεται κανείς στον Έρωτα δεν σημαίνει ότι παραδίδεται ο ένας στον άλλο, αλλά ότι παραδίδεται σ' εκείνο το ασυνήθιστο και μη τυπικό τοπίο, που μεταφέρει και τον έναν και τον άλλο πέρα από τις κινήσεις και τις προθέσεις τους, ως την τρέλα, ως το θάνατο, που βρίσκει στον έρωτα το πλησιέστερο ομοιότυπό του. Κι έπειτα, ο έρωτας φεύγει και αφήνει στα σώματα τα σημάδια του σπαραγμού τους. Η πληρότητα του έρωτα, που είχε αναφανεί, διαλύεται και, καθώς χάνεται, λέει ότι κάθε αγκάλιασμα εκείνης της πληρότητας ήταν μόνο μια ανάμνηση, μια απόπειρα, μια ήττα.

Τέτοια είναι τα ερωτικά: "πόθος για την παλιά ενότητα", λέει ο Πλάτων, που δεν είναι τόσο ενότητα με τον "άλλο", διότι πριν από τους "άλλους" που είναι έξω από μας και στους οποίους απευθύνεται ο έρωτας, ο "άλλος" κατοικεί μέσα μας, είναι αυτό από το οποίο αποχωριστήκαμε για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε την ιστορία μας. Αλλά το μη-ιστορικό θεμέλιο, απ' όπου ξεκίνησε η ιστορία μας, συνεχίζει να μας διακατέχει σαν τραγικό αίνιγμα. Στο σημείο αυτό ο Πλάτων βλέπει καλύτερα από τον Φρόιντ.

Το αίνιγμα υπάρχει όχι επειδή είναι υποσυνείδητο, αλλά επειδή δεν έχει λύση. Όποιος αγγίζει αυτό το αίνιγμα μας μαγεύει και έτσι αρχίζει μια σταδιακή παράδοση του εαυτού μας, η οποία επιτρέπει την αποκάλυψη του αινίγματος που περιβάλλει τον Έρωτα.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Περί έρωτος και άλλων .. διαμονίων"

17.10.06

Παλαιϊνά εκλογικά ... τεφτέρια: Γιώργος Σενετάκης

Ζω σ' έναν τόπο καταπράσινο. Όχι από φύση αλλά από .. θέση.
Είναι το νότιο κομμάτι του χάρτη, που πρασινίζει μονότονα σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Κρήτη: η δεδομένη αρραβωνιάρα των "πράσινων" και ο χαμένος έρωτας των "Βένετων". Οι πρώτοι την παραμυθιάζουν χρόνια με την μέθοδο "στρίβειν δια του αρραβώνος" και οι δεύτεροι δεν τολμούν να την πλησιάσουν, γνωρίζοντας πως είναι "αγκαζέ".


Κι όμως, ακόμη κι εδώ, σε τούτο το ξεροκέφαλο και αψυχολόγητο νησί, κάποτε "οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά".
Κάθε νέα εκλογική αναμέτρηση που ζω στην Κρήτη, δεν μπορώ να μην την συγκρίνω αναπόφευκτα με τις δημοτικές εκλογές του 1994. Και θα εξηγήσω το γιατί: Κάποτε ένα πρωτοκλασσάτο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ που ανέλαβε την επίβλεψη της προεκλογικής εκστρατείας στο Ηράκλειο είπε σε φιλική του συντροφιά το εξής αμίμητο: "Σ' αυτόν τον τόπο αν υποδείξει το ΠΑΣΟΚ έναν γάιδαρο, θα τον εκλέξουν όλοι πανηγυρικά δήμαρχο". Η κουβέντα διέρρευσε καθώς μερικοί συνδαιτημόνες θύμωσαν με την αναίδεια της. Όμως ο πρωτοκλασσάτος -διορατικός γαρ- είχε δίκιο. Ήταν φορές που το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάστηκε καν να υποδείξει γάιδαρο.
Υποψιάζομαι ότι καμία άλλη πόλη της χώρας δεν είχε παραμεληθεί μέχρι το 2000
τόσο συστηματικά και δεν το είχε υπομείνει τόσο στωικά.
Kαι θέτω ορόσημο το 2000, γιατί μετά κάποια από τα Ολυμπιακά έργα βελτίωσαν λίγο την
κατάσταση.
Όμως το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι ακόμη κι οι "βαρονούσηδες" συντοπίτες μου ξέρουν να διακρίνουν -όταν τους δοθεί τέτοια επιλογή- τον άνθρωπο πίσω από το κόμμα. Αρκεί να τον βρεις και να τον πείσεις να κατέλθει στις εκλογές.
Από την Κυριακή αναζητούμε πάλι το μήνυμα των εκλογών. Αν εξαιρέσεις την αποχή που παραδόξως αποτέλεσε πολιτική πράξη, το επόμενο μήνυμα που βρήκα είναι ότι μαζί με τα ξερά δεν κάψαμε και τα χλωρά. Τα τσουρουφλίσαμε ίσως λίγο μόνο. Ανάμεσα στους σωρούς των κομματόσκυλων, των επιτήδειων και των κουμπάρων, υπήρξαν και ολίγοι αλλιώτικοι. Κουζουλοί, που λέμε εμείς εδώ. Δεν εκλέχτηκαν άρχοντες. Αλλά θα τους δοθεί μία ευκαιρία να δοκιμαστούν. Να μπουν στην αρένα και να δείξουν αν αξίζουν. Η δημοκρατία δεν απαιτεί σώνει και καλά να ηγείσαι.
Και το να συμμετέχεις απλώς κάποτε μπορεί να κάνει τη διαφορά
.


Επιστρέφω στις εκλογές του 1994. Μου έμαθαν ότι πράγματι οι άνθρωποι κάνουν τη διαφορά. Εκείνη την εποχή η Νέα Δημοκρατία ευτύχησε να εντοπίσει έναν "κουζουλό". Οκτώβρης μήνας πάλι. Ο Γιώργος Σενετάκης είχε μόλις συμπληρώσει την πρώτη τριετία του ως διορισμένος περιφερειάρχης Κρήτης (1990-93) κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του στον Δήμο Ηρακλείου.
Ναι, ανήκε κομματικά στο χώρο της ΝΔ. και αυτό από μόνο του θα έπρεπε να
τον καθιστά "αντιπαθητικό" σε μία κοινωνία που πορεύεται χρόνια στα .. καταπράσινα
λαγκάδια, κι "άμα λάχει" παίρνει και τα κουμπούρια της, για να καταδιώξει όσους διαφωνούν με τις επιλογές της. Αλλά ο Σενετάκης κάθε άλλο παρά αντιπαθής ήταν. Άνθρωπος της διπλανής πόρτας, με ένα χιούμορ σωτήριο, με ένα μυαλό "ευρύχωρο", με έναν τρόπο που κέρδιζε τους πάντες και κυρίως με όρεξη να δουλέψει για τον τόπο του. Ρομαντικός? Ίσως.
Το παρελθόν έδειχνε ότι δεν είχε καμία απολύτως ελπίδα, με δεδομένο το γεγονός ότι ο Δήμος ήταν το πιο πράσινο τσιφλίκι της χώρας. Αλλά ο Σενετάκης ήταν άλλης πάστας άνθρωπος. Δεν νοιαζόταν για τα χρώματα. Για τον τόπο και τους ανθρώπους νοιαζόταν. Πολιτικό λόγο είχε. Όχι κομματικό. Όσοι τον πρόφτασαν θυμούνται το πηγαίο χιούμορ του και τις παροιμιώδεις απαντήσεις, που φύλαγε για τους πολιτικούς του αντιπάλους. Ο Γιώργος, μας χάρισε ένα ανεπανάληπτο προεκλογικό σκηνικό. Με φρεσκάδα, όραμα και αισθητική.
Αντιπαρέβαλλε συναυλίες στην ηχορύπανση της πεπατημένης, εκδηλώσεις πολιτικού λόγου απέναντι στους χειμμάρους του "θα". Έφερε μελέτες και προγράμματα, που μετά τις εκλογές χρησίμευσαν για να γίνει έργο. Κι εκείνη τη χρονιά ο Δήμος είχε 5 υποψηφίους να ερρίζουν για τον θώκο: Τον επίσημο του ΠΑΣΟΚ Κώστα Ασλάνη, τον Σενετάκη με στήριξη ΝΔ, έναν
από το ΚΚΕ, έναν από τον ΣΥΝ κι έναν ακόμη ανεξάρτητο. Το κλίμα μοιραία πολώθηκε.
"Κακώς ανακατεύτηκες" του έλεγαν όλοι.

Η βραδιά των εκλογών συνέπεσε με τα γενέθλια του Γιώργου. Κι η κάλπη του έβγαλε ένα απρόσμενο δώρο. Η έκπληξη μεγάλη! Ο Δήμος για πρώτη φορά θα παιζόταν στη δεύτερη
Κυριακή: Ασλάνης 47,5%, Σενετάκης 29,5%. (τότε παίζαμε στο 50% + 1 ψήφο)
Το ΠΑΣΟΚ έτριβε τα μάτια του κι η ΝΔ τα χέρια της. Από το κόμμα, του ζητούσαν να αρχίσει τις θριαμβολογίες και τις προσεγγίσεις των άλλων τριών. Αντ' αυτού, ο Γιώργος Σενετάκης έκανε κάτι εκείνο το βράδυ που όσοι το ζησαν έχουν να το διηγούνται. Πήρε μία μεγάλη τούρτα, έκλεισε το εκλογικό του κέντρο και πήρε όλο τον κόσμο του μαζί, για να πάει στο εκλογικό κέντρο του Ασλάνη. Διέσχισε το κατάμεστο από κόσμο κέντρο της πόλης αυτή η κουστωδία. Όταν έφτασε στον συνυποψήφιό του ακούστηκαν προς στιγμήν τα συνήθη "ου". Ο Σενετάκης όμως άλλαξε το κλίμα αμέσως. "Ήρθα να το γιορτάσουμε μαζί" είπε στον Ασλάνη.
Και να εξηγήσω εδώ πως όσοι δεν έζησαν προεκλογική περίοδο τις δεκαετίες του 80 και του 90 στην Κρήτη δεν κατανοούν την σπουδαιότητα της κίνησης. Η βραδιά των εκλογών συνήθως σημαίνε από τενεκέδες που χτυπούσαν κοροϊδευτικά όλη νύχτα έξω από τα σπίτια των ηττημένων, μέχρι κουμπούρια και μπαλωθιές από τους θερμόαιμους. Εκείνος ο Οκτώβρης ήταν ο μόνος διαφορετικός. Ο Σενετάκης με μία κίνηση έκανε όλη την πόλη να γιορτάζει. Μέχρι και η αδερφή του συνυποψηφίου του, τον πλησίασε και του 'πε μεταξύ σοβαρού και αστείου "Έχει χάρη που 'ναι αδερφός μου, αλλιώς κι εγώ εσένα θα ψήφιζα". Την δεύτερη Κυριακή ο Σενετάκης με το ίδιο χαμόγελο και την ίδια κοσμιότητα έχασε τις εκλογές.
Αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα ουσιαστικό. Το 'λεγε και το πίστευε.
Μπήκε στο Δημοτικό συμβούλιο και δούλεψε πλάι στο Δήμαρχο. Με όρεξη και μεράκι.
"Να προσφέρω δεν ήθελα? Τώρα έχω τρόπο" έλεγε συχνά.
Μέχρι που αρρώστησε αναπάντεχα. Δύο χρόνια μετά, στις 30 του Σεπτέμβρη του 1996, έφυγε. Οι τελευταίες κουβέντες του ήταν:
"Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον.
Ποιός θα μου το 'λεγε?
Aλλά εσείς να το σαρώσετε για το καλό της πόλης".

Κάθε φορά που τελειώνει μία εκλογική αναμέτρηση Γιώργο, σκέφτομαι αν σου κάναμε το χατήρι.

Ετικέτες

buzz it!


Permalink για το "Παλαιϊνά εκλογικά ... τεφτέρια: Γιώργος Σενετάκης"

16.10.06

Ένα αλλιώτικο μήνυμα της .. επόμενης (καλή;) μέρας



H επιστολή που ακολουθεί δημοσιεύτηκε χθες (ανήμερα εκλογών) στις σελίδες με τα γράμματα των αναγνωστών της εφημερίδας "Πατρίς" στο Ηράκλειο της Κρήτης. 
Γράφτηκε από έναν μαθητή της πρώτης τάξης του Γυμνασίου, που φυσικά δεν 
ψηφίζει ακόμη. 
Σήμερα, που όλοι αναζητούν το μήνυμα της κάλπης, επέλεξα να σταθώ στο "βλέμμα" της εκκολαπτόμενης γενιάς, που σύντομα θα καθορίζει τα πράγματα. Καθάριο κι ελπιδοφόρο βλέμμα! Όταν αυτά τα παιδιά θα αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, πολλοί θα ψάχνουν κρυψώνες  να χωθούν. 
Εμείς δυστυχώς πάλι αποτύχαμε να τους "εξαφανίσουμε" (που έλεγε κι ο Μαυρογιαλούρος). Το κείμενο της επιστολής:


"Πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια που ήμουνα ένας μικρός μαθητής του Δημοτικού, η δασκάλα μας ζήτησε στο “Σκέφτομαι και γράφω”, να περιγράψουμε την πόλη που ζούμε.
Αφού διόρθωσε τα τετράδια, διάβασε τις δυο καλύτερες εκθέσεις στην τάξη, μα όχι και τη δική μου, γιατί λέει ήμουνα “γκρινιάρης και απαισιόδοξος” κι ας έλεγε στη μαμά μου όποτε πήγαινε να ρωτήσει για μένα, πως ο γιος της “έχει γερή πένα”. Μου ‘μεινε τότε κι εμένα το παράπονο, γιατί μόνο καλά ήθελα να λέω για την πόλη μας. Το κακό ήταν πως χρησιμοποίησα πολλά παραδείγματα που “αποδείκνυαν ακριβώς το αντίθετο”, είπε η δασκάλα· έτσι η καημένη η έκθεσή μου είχε κακή τύχη.
Τι παράξενο αλήθεια! Σήμερα, μαθητής πια στο Γυμνάσιο, καταπιάνομαι με το ίδιο θέμα: “Αυτή τη φορά, θα πάρω το αίμα μου πίσω”, σκέφτηκα. “Ούτε γκρινιάρης, ούτε απαισιόδοξος!”
Λοιπόν, η πόλη που ζούμε είναι απ’ τις μεγαλύτερες της επαρχίας, πρωτεύουσα ενός μεγάλου και πλούσιου νομού. Ο επισκέπτης που φτάνει σ’ αυτήν για πρώτη φορά με το πλοίο, θαυμάζει το μεγάλο σύγχρονο λιμάνι της, μα και το παλιό ενετικό γραφικό λιμανάκι με τις βαρκούλες και το επιβλητικό κάστρο, τον Κούλε, που όμως μας είπε η καθηγήτρια της Γεωγραφίας πως είναι πολύ κατεστραμμένο, γιατί δεν του έγινε σωστή συντήρηση και κινδυνεύει αν το παρατήσουν έτσι. Και τότε, τι θα λένε οι ξένοι για μας; Οτι δεν φροντίζουμε τα μνημεία μας και δεν νοιαζόμαστε για την “πολιτιστική μας κληρονομιά”.



Μιας και λέμε για μνημεία, στην πόλη μας έχουμε και κάτι μοναδικό, στολίδι της Κρήτης και όλου του κόσμου, την Κνωσό. Πηγαίνω συχνά με την οικογένειά μου εκεί, γιατί ο θείος μου μένει πολύ κοντά, σχεδόν δίπλα. Μεταξύ μας, όχι πως δεν τον αγαπώ το θείο μου, αλλά δεν θαυμάζει και τόσο το μινωικό ανάκτορο, γιατί λέει εξαιτίας του δεν μπορεί να χτίσει και στο διπλανό οικόπεδο και επιμένει πως οι άνθρωποι θα ‘πρεπε να μπορούν να χτίζουν εκεί γύρω· “κρίμα στα οικόπεδα!”. Απορώ με τα νεύρα του, αφού γύρω απ’ τον αρχαιολογικό χώρο ξεφυτρώνουν συνεχώς οικοδομές, κοντεύουν να τον πνίξουν, κι ο θείος δώστου μανία με τα οικόπεδα, μου φαίνεται ευχαρίστως θα γκρέμιζε ό,τι έχει απομείνει από το ανάκτορο, για να χτίσει πολυκατοικία!



Ευτυχώς που οι περισσότεροι συμπολίτες μου δεν είναι σαν κι αυτόν, αγαπούν τα αρχαία και το πράσινο. Αυτό το αποδεικνύουν τα πάρκα της πόλης μας-εγώ ξέρω δύο-, μάλιστα το ένα, το μεγαλύτερο, παραλίγο να γίνει πάρκινγκ!
Ξέρετε, στην πόλη μας κυκλοφορούν τόσο πολλά αυτοκίνητα, που είναι μαρτύριο να φτάσεις στο κέντρο της και ιδίως να παρκάρεις εκεί. Εμείς το δικό μας δεν το παίρνουμε στο κέντρο, προτιμούμε το λεωφορείο, γιατί το ταξί είναι ακριβό, μόνο που πάντα αργούμε να φτάσουμε στον προορισμό μας· φανταστείτε δεν είναι λίγες οι φορές που έχασα ολόκληρη την ώρα των Αγγλικών!
Λοιπόν, το πάρκο δεν έγινε πάρκινγκ, γιατί ξεσηκώθηκαν οι συμπολίτες μας, αν και ο θείος μου που σας έλεγα προηγουμένως εύχεται να γίνει, το θεωρεί λέει σίγουρο μετά τις εκλογές.
Ωρες-ώρες απορώ με τη σιγουριά αυτού του ανθρώπου αλλά με προβληματίζει κιόλας και δεν σας κρύβω ότι ανησυχώ, γιατί ό,τι λέει μέχρι τώρα, γίνεται.
Τις προάλλες καμάρωνε πως έβαλε αμέσως ρεύμα στο αυθαίρετό του, η κόρη του με το που τελείωσε το σχολείο βρήκε δουλειά στο Δημόσιο, έχει λεφτά αν και φοβερά τσιγκούνης, ποτέ του δεν κερνάει και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κέρδισε σε δύο παρακαλώ δικαστήρια το γείτονά του, ενώ ξέρω καλά πως ο θείος του έκλεψε πολλά τετραγωνικά απ’ το χωράφι του, αφού από μικρός έπαιζα στον κήπο αυτού του ανθρώπου με τα παιδιά του. Πολύ τον συμπαθώ τον κύριο. Μορφωμένος, γλυκομίλητος, μας έμαθε χίλια δυο πράγματα για τη φύση που αγαπάει πολύ. Εξάλλου ο ίδιος είχε φυτέψει δέντρα και καλλιεργεί κηπευτικά κάθε λογής. Ακόμη και τις κατσίκες μου έμαθε να αρμέγω και πολύ μου άρεσε, κανένας συμμαθητής μου δεν ξέρει. Ε, λοιπόν, ο θείος μου δεν τον χωνεύει καθόλου, τον αποκαλεί ειρωνικά “οικολόγο”, έβαλε στόχο να του πάρει τον κήπο-από ζήλεια-για να κάνει γκαράζ και δυστυχώς το πέτυχε, δεν παρέλειψε μάλιστα να τσακωθεί με το μπαμπά μου, γιατί εκείνος αρνήθηκε να γίνει ψευδομάρτυρας στο δικαστήριο!
Εκτός των άλλων, αυτές τις μέρες έχω κακή διάθεση, γιατί έχουμε τη γιαγιά μου στο νοσοκομείο με τη μέση της. Ευτυχώς η πόλη μας έχει δυο μεγάλα νοσοκομεία και αρκετά μικρότερα, αλλά “ακριβά για μας” κατά τη μαμά μου. Τέλος πάντων, πήγα χθες να δω τη γιαγιά και στο δρόμο θυμήθηκα τον παππού μου, που πριν μερικά χρόνια πέθανε σε ράντζο στο διάδρομο του ίδιου νοσοκομείου. Με πήραν τα κλάματα γιατί τον αγαπούσα πολύ τον παππού και δεν θα το πιστέψετε. Σε ράντζο και η γιαγιά μου! Ευτυχώς εκείνη δεν έχει την καρδιά της και ελπίζω να γίνει γρήγορα καλά.
Η καημένη μας βοηθάει τόσο! Τον περασμένο μήνα, καθώς γυρνούσε στο σπίτι φορτωμένη με τα νερά-έχω βαρεθεί πια να αγοράζουμε εμφιαλωμένα, της βρύσης το νερό δεν πίνεται, άσε που κόβεται συνεχώς-επειδή τα πεζοδρόμια-ο Θεός να τα κάνει!-είναι πολύ στενά, τη χτύπησε ένα αυτοκίνητο ψηλά στο πόδι. Διαμαρτυρηθήκαμε στον οδηγό κι ακούστε θράσος: Να παρακαλάτε, λέει, που δεν τη σκότωσε! “Τι θέλεις γρια γυναίκα και περπατάς στους δρόμους;”, της είπε. “Να κάτσεις στο σπίτι σου!”. Δηλαδή δεν κατάλαβα, μονάχα οι νέοι πρέπει να κυκλοφορούν στους δρόμους; Κι από τότε άρχισαν τα προβλήματα με τη μέση της γιαγιάς μου...
Ακόμη και η γειτόνισσα του πάνω ορόφου συνεχώς παραπονιέται γιατί δεν τη χωράει το πεζοδρόμιο μαζί με το παιδί της-με ή χωρίς το καροτσάκι του. Νομίζω τελικά πως ο καθηγητής μας έχει δίκιο όταν λέει πως “ο πολιτισμός σε μια κοινωνία φαίνεται και από το πόσο σέβεται τους πεζούς της”.

Θα παρατηρήσατε πως μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ κάποιες φράσεις όμορφες, όπως τις ακούω απ’ τους μεγάλους. Ετσι, νομίζω πως τις μαθαίνω καλύτερα.
Τώρα τελευταία έχω κάποιο ελεύθερο χρόνο και πολύ το χαίρομαι, αφού δεν μου συμβαίνει συχνά! Οι καθηγητές μας έχουν απεργίες και σχολάμε νωρίς. Η αδελφή μου η μικρή, έχει εβδομάδες να κάνει μάθημα! Αν θέλετε τη γνώμη μου, οι εκπαιδευτικοί έχουν δίκιο· με τα αιτήματα που διάβασα στην αφίσα, συμφωνώ κι εγώ: “Καλύτερα σχολεία”-όσο θυμάμαι το υπόγειο νηπιαγωγείο της αδερφής μου που πιανόταν η ψυχή σου... - “με χώρους άθλησης, πράσινο, βιβλιοθήκες”... Μου άρεσε ιδιαίτερα εκείνο το “σχολεία κυψέλες πολιτισμού”, γιατί τρελαίνομαι για μουσική και για ζωγραφική μα τα έργα μου δεν τα βλέπει ούτε τα ακούει ποτέ κανείς, ούτε καν οι γονείς μου, δεν έχουν χρόνο και μου λένε να τ’ αφήσω αυτά και να πάω για διάβασμα και με πικραίνουν, αν και δεν τους το λέω ποτέ.
Θα ήθελα πολύ ας πούμε το απόγευμα να πηγαίνω στο σχολείο να παίζουμε μουσική με τους φίλους μου σε μια αίθουσα-φτιάξαμε ένα μικρό συγκρότημα μα το ‘χουμε μυστικό-να δίνουμε και συναυλίες καμιά φορά, να έρχονται από τη γειτονιά να μας ακούνε, να εκθέτουμε τις ζωγραφιές μας, να οργανώνουμε αγώνες, έχω τόσα στο μυαλό μου.
Τι να το κάνω λοιπόν που έχω λίγες ελεύθερες ώρες; Πάλι μόνο στην εκκλησία, στον τεράστιο περίβολο πάμε η παρέα για παιχνίδι και προχθές σπάσαμε ένα τζάμι και μας τα ‘ψαλε ο παπάς κι όπου φύγει-φύγει!
Ακόμη και στην παιδική χαρά-που όμως βρωμάει απ’ τα σκουπίδια-μας αποδιώχνουν: “Φύγετε”, μας λένε οι κυρίες, “εδώ παίζουν τα μικρά”. Μία, μια φορά με είπε αλήτη, επειδή δεν έφευγα και πολύ μου κακοφάνηκε. Ας είναι. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, έχουν δίκιο να μας διώχνουν, είναι τόσο μικρός ο χώρος με τις κούνιες-μερικές σπασμένες και επικίνδυνες-και επιπλέον βρώμικος! Α, πα πα, αυτό καταντά παιδική ... δυστυχία!
Στη γιορτή μου, ο νονός μου, μού έφερε δώρο ένα ωραίο ποδήλατο με ταχύτητες. Το έχουμε στην αποθήκη, η μαμά μού απαγορεύει να το κυκλοφορώ στο δρόμο. “Θέλεις να πάθεις ό,τι έπαθε η γιαγιά;”, μου λέει. Οπότε το ποδήλατο δώρον-άδωρον.
Το μόνο που μου απομένει είναι να κάνω παρέα με τον πιο κοντινό σε μας συμμαθητή μου. Τον καλώ και παίζουμε ηλεκτρονικά, γιατί αυτός δεν έχει, αν και δεν μου πολυαρέσουν, αλλά τι να γίνει; Ασε που μπορεί να τον χάσω κι αυτόν γιατί ο θείος μου στην Κνωσό που σας έλεγα δεν χάνει ευκαιρία να κάνει την παρατήρηση στους γονείς μου, πως με αφήνουν να κάνω παρέα με Αλβανούς, θα με χαλάσουν και τέτοια. Τι εξυπνάδα κι αυτή του θείου μαζί με τόσες άλλες που ξεστομίζει. Ναι, είναι Αλβανός ο φίλος μου, αλλά το ‘χω καμάρι που κάνουμε παρέα, εγώ διαλέγω τους φίλους μου· εξάλλου είναι ο καλύτερος μαθητής του τμήματος και ο αδερφός του πέρασε στο Πανεπιστήμιο μαζί με το δικό μου, ήταν μάλιστα και σημαιοφόρος. (Αν το μάθει αυτό ο θείος μου, σίγουρα θα πάθει εγκεφαλικό! Τελικά, μου φαίνεται, μ’ αυτόν το θείο μου σε τίποτα δε συμφωνώ).
Και το άλλο; Όποτε εγώ και η αδερφή μου ζητήσουμε έξοδο, ο μπαμπάς μας αποπαίρνει: “Πού να πάμε με τόση ακρίβεια;”



Η αλήθεια είναι πως έχουμε έξοδα. Ο αδερφός μου είναι στο Πανεπιστήμιο σε άλλη πόλη και του στέλνουμε μηνιάτικο· ευτυχώς δεν πληρώνουμε πια τόσα φροντιστήρια-ο καημός του μπαμπά-τέλος καλό, όλα καλά λέω εγώ, όσο να ‘ρθει και η σειρά μου μ’ αυτά. (Αν και εγώ, έχω βάλει στοίχημα με τον εαυτό μου να είμαι καλός μαθητής στο σχολείο για να μην τα χρειαστώ και ξοδέψω τους γονείς μου που στερούνται για μας).

Λοιπόν, παρασύρθηκα, βγήκα απ’ το θέμα και δεν είπα το κυριότερο: Στην πόλη μας όλα αυτά τα χρόνια γίνονται έργα! Πολλά έργα. Κάτι είναι κι αυτό. Ελπίζω όταν θα τελειώσουν να είναι οι δρόμοι καλύτεροι, τα πεζοδρόμια φαρδύτερα, το πράσινο περισσότερο, το νερό της βρύσης να πίνεται, το περιβάλλον καθαρότερο, τα σχολεία όπως τα λέει η αφίσα, η πόλη να μην πλημμυρίζει από τη βροχή, τα νοσοκομεία χωρίς ράντζα στους διαδρόμους και πάει λέγοντας. Χρειάζεται όμως υπομονή. Τα καλά έργα θέλουν χρόνια και χρόνια! Πολλοί δεν προλαβαίνουν να ζήσουν και να τα χαρούν!

 

Πάντως τα έργα στην πόλη μας προχωρούν τόσο αργά που σου σπάνει τα νεύρα!
Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι εδώ πολλά αρχίζουν, μα δεν τελειώνουν ποτέ! Κι αφού λένε πως δίνουν λεφτά, γιατί βαδίζουν σαν χελώνες; Εύχομαι να γίνει κάτι της προκοπής σύντομα, γιατί τώρα δεν μπορώ να πω, πως βλέπω γύρω μου βελτίωση.
Οταν μιλώ για όλ’ αυτά που παρατηρώ γύρω μου και στενοχωριέμαι, οι δικοί μου με λένε μικρό γκρινιάρη, “στυφό και καχύποπτο, ανυπόμονο, που δεν είμαι με τίποτα ευχαριστημένος”.
Ευτυχώς που υπάρχει και η θεία μου που δουλεύει στην εφημερίδα. Μου φαίνεται πως μονάχα αυτή, ο οικολόγος στην Κνωσό κι ο φίλος μου ο Αλβανός με καταλαβαίνουν. “Εσύ μια μέρα θα γίνεις σπουδαίος δημοσιογράφος!”, επιμένει η θεία και με συμβουλεύει: “Ετσι να κάνεις πάντα· να λες ό,τι σκέφτεσαι κι ας ενοχλείς, κι ας σε λένε γκρινιάρη και παράξενο, μη φοβάσαι”. Εκείνη μου ζήτησε να γράψω κάτι για την πόλη μας όπως το αισθάνομαι, κι αυτό έκανα. Μου είπε μάλιστα πως θα το δημοσίευε στην εφημερίδα σαν μια “άμεση, φρέσκια, ειλικρινή, παιδική ματιά”. Εύχομαι να το κάνει, να δούμε τι θα πουν μερικοί-μερικοί!
Υ.Γ: Συγνώμη αν σας κούρασα με την πολυλογία μου, αλλά δεν μου ζητούν συχνά να γράψω για μια εφημερίδα!

Κ.Ρ. μαθητής Α' Γυμνασίου 

buzz it!


Permalink για το "Ένα αλλιώτικο μήνυμα της .. επόμενης (καλή;) μέρας"